Home Community News Άνοιξε το τριώδιο: Τα επόμενα τριήμερα, οι αργίες και το Καρναβάλι

Άνοιξε το τριώδιο: Τα επόμενα τριήμερα, οι αργίες και το Καρναβάλι

216

Η περίοδος του Τριωδίου, είναι μία Εκκλησιαστική περίοδος δέκα εβδομάδων, που ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και φτάνει μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Μέσα στην περίοδο αυτή περιλαμβάνεται και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθώς και η Μεγάλη Εβδομάδα.
Την πρώτη εβδομάδα γίνεται «κατάλυση στα πάντα», δηλαδή τρώγεται ελεύθερα κάθε φαγητό ακόμα και την Τετάρτη και Παρασκευή. Για το λόγο αυτό ονομάζεται «ελεύθερη» ή «απόλυτη».
Την δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου γίνεται «κατάλυση στα πάντα» όλες τις ημέρες, εκτός της Τετάρτης και Παρασκευής. Την Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας, στην Ελλάδα υπάρχει το έθιμο της Τσικνοπέμπτης, κατά την οποία καταναλώνονται κρεατικά, δεδομένου ότι μετά από τρεις ημέρες αρχίζει ουσιαστικά η νηστεία.
Η τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου, είναι αυτή της Τυροφάγου ή Τυρινής, οπότε όλες τις ημέρες γίνεται κατάλυση σε όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα, του αυγού, των ψαριών και φυσικά του ελαιολάδου, απαγορεύεται όμως η κρεοφαγία.

Πότε πέφτει το τριήμερο της Αποκριάς 2019 και το Καρναβάλι 2019
Το παραδοσιακό τριήμερο, αυτό της Καθαράς Δευτέρας 2019 πέφτει στις 9 με 11 Μαρτίου.
Αυτό σημαίνει ότι το η τελευταία Κυριακή με το καρναβάλι 2019 που γίνονται οι μεγάλες παρελάσεις καρναβαλιστών σε πολλές πόλεις πέφτει στις 10 Μαρτίου 2019.
Η Καθαρά Δευτέρα 2019 είναι στις 11 Μαρτίου 2019.

Παραδοσιακά έθιμα της Αποκριάς στην Ελλάδα
Κύρια στοιχεία της αποκριάτικης περιόδου είναι το κέφι, οι αστεϊσμοί και βέβαια οι μεταμφιέσεις. Όλα αυτά δίνουν έναν εντελώς ιδιαίτερο τόνο και κάνουν αυτές τις μέρες της χαράς και της διασκέδασης ιδιαίτερα διασκεδαστικές τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναγίνουν παιδιά! Ας δούμε μαζί κάποια περίεργα έθιμα, που αξίζουν να γνωρίσουν τα παιδιά μας.
Αναζητώντας την ιστορία του καρναβαλιού σίγουρα θα χαθούμε σε δεκάδες ανιμιστικές εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και εξακολουθούν να είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών μέσα από την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Όσο για τη μεταμφίεση και τη μάσκα, εκτός του ότι είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, είναι ένα φαινόμενο τόσο κοινό σε όλους τους πολιτισμούς και όλες τις θρησκείες, που αποτελεί συχνά μια από τις σημαντικότερες πηγές στην προσπάθεια της μελέτης τους.
Στην κυριολεξία Αποκριά σημαίνει το σταμάτημα της κρεοφαγίας, όπως και το λατινικό καρναβάλι σημαίνει το ίδιο ακριβώς, carnen levare. Οι απόκριες έχουν προχριστιανική προέλευση και αντιστοιχούν στις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και στα Σατουρνάλια των Ρωμαίων, που γίνονταν προς τιμή του θεού Κρόνου (ως προστάτη της σποράς), διαρκούσαν μια εβδομάδα και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει, ότι τα αποκριάτικα έθιμα έχουν τις ρίζες τους στα Λουπερκάλια των αρχαίων Ρωμαίων, που άρχιζαν στις 15 Φεβρουαρίου και γιόρταζαν τη γονιμότητα της γης και των ζώων.
Οι αποκριές καθιερώθηκαν από την Εκκλησία προς τα τέλη του 6ου αιώνα, σήμερα όμως, έχουν χάσει την αρχική σημασία τους και πλέον είναι ταυτόσημες για τους περισσότερους ως περίοδος μεταμφιέσεων, γλεντιού και ελευθεριότητας πριν τη Σαρακοστή.
Στις μεγάλες πόλεις ο αποκριάτικος εορτασμός είναι λίγο πολύ τυποποιημένος, όμως, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη πολλά μέρη στην Ελλάδα, που ο εθιμικός πανηγυρισμός διατηρεί ακόμα μορφές, που δείχνουν τις βαθύτερες ρίζες αυτών των χαρούμενων εκδηλώσεων.
Παλαιότερα η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς ή με ταμπούρλα και τσαμπούνες, ενώ σε πολλά μέρη ο κήρυκας φώναζε πως πλησιάζουν οι Απόκριες, για να φροντίσει ο κόσμος να προμηθευτεί το απαραίτητο κρέας. Γι’ αυτό και η πρώτη εβδομάδα των αποκριών ονομάζεται και “Προφωνή”, από τη συνήθεια να διαλαλούν την έλευσή της. Η δεύτερη εβδομάδα ονομάζεται “Κρεατινή”, επειδή προσφερόταν για κρέας και η Τρίτη “Τυρινή” ή “Μακαρονού”, γιατί κατά τη διάρκειά της οι πιστοί πρόσφεραν κόλυβα και ζυμαρικά στους νεκρούς, τις λεγόμενες μακαρίες, απ΄ όπου έλαβαν το όνομα και τα “μακαρόνια”.
Το Τριώδιο γινόταν ιδιαίτερα αισθητό από την Τσικνοπέμπτη, όπου σε πολλά μέρη έσφαζαν χοιρινά. Η σφαγή στη νότια Ελλάδα και πολλά νησιά συνοδευόταν και από τελετουργικά, δεισιδαιμονικά και μαντικά στοιχεία, που πρόσθεταν στην ημέρα κάποιο θυσιαστικό χαρακτήρα με σταυρούς στις πόρτες των σπιτιών με το αίμα του ζώου, κ.ά.

Τη Δευτέρα της Τυρινής βρίσκουμε το θρακικό δρώμενο του “Καλόγερου” (καλός γέρος), ο οποίος στην αρχέγονη λατρευτική του μορφή αντιπροσωπεύει την αγαθή θεότητα της σποράς και της πλούσιας συγκομιδής. Στο τελετουργικό, που περιλαμβάνει εικονικό όργωμα και μιμητική σπορά από τον Καλόγερο που συνοδεύεται από νταούλια και λύρες, βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί. Οι αγρότες μέσα στο χαρούμενο κλίμα της Αποκριάς διαισθάνονται τις αλλαγές της Φύσης και με διάφορες πράξεις προσπαθούν να την εξευμενίσουν, για να εξασφαλίσουν καρποφορία στα χωράφια, πλούσια παραγωγή και καλή υγεία.
Την ίδια προσπάθεια για καλή υγεία και καλή συγκομιδή εκφράζει και το έθιμο με τις αποκριάτικες φωτιές, που ανάβονταν σε πλατείες και σταυροδρόμια το βράδυ της τελευταίας Κυριακής. Το έθιμο στηρίζεται στην αρχέγονη πίστη, ότι η φωτιά κρύβει μέσα της δύναμη, η οποία μεταδίδεται σε όποιον έρθει σ’ επαφή μαζί της μέσα από συγκεκριμένο τελετουργικό. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι “Φανοί” της Κοζάνης, που στήνονταν στις γειτονιές ως είδος βωμού. Η προσπάθεια για την παρουσίαση του ομορφότερου Φανού έκανε τους γείτονες ιδιαίτερα εφευρετικούς. Φωτιές ανάβονταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, έχοντας διαφορετική ονομασία, “Φανός”, “Καψαλιές”, “Τζαμάλες”, κ.ά.
Το οικογενειακό τραπέζι της Τυρινής
Ο μεγάλος εορτασμός της Αποκριάς κορυφωνόταν την τελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Τυρινής (επειδή παραδοσιακά δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση κρέατος αλλά μόνο τυριού, γάλακτος, ζυμαρικών και των παραγώγων τους) ή αλλιώς “Τρανή Αποκριά”, όπου όλοι, συγγενείς και φίλοι, μαζεύονταν στα σπίτια των πιο ηλικιωμένων της οικογένειας και γιόρταζαν με μεγάλη ευθυμία. Η συγκέντρωση ήταν σχεδόν υποχρεωτική, αφού έρχονταν ακόμη και παιδιά που ήταν μακριά. Αν και ο κανόνας ήταν τα φαγητά να τα φέρνει ο καθένας από το σπίτι του, σε πολλά μέρη, την παραδοσιακή μακαρονάδα την έφτιαχνε η γιαγιά. Πριν αρχίσει το φαγητό, οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο, για να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή συνείδηση. Το γλέντι γινόταν με επίκεντρο το τραπέζι, το οποίο δεν έπρεπε να ξεστρωθεί μέχρι την άλλη μέρα. Όλη τη νύχτα έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν τραγουδώντας αποκριάτικα τραγούδια με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο, όπως το γνωστό “πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι…”
Στα περισσότερα μέρη το δείπνο της Αποκριάς τελείωνε μ΄ ένα αυγό και σχετικά αστεία. “Με αυγό κλείνω, με αυγό ανοίγω”, έλεγαν, εννοώντας ότι το πρώτο φαγητό μετά τη Σαρακοστή θα ήταν το αυγό της Λαμπρής. Το πιο διασκεδαστικό και ταυτόχρονα γνωστό έθιμο ήταν αυτό του “χάσκα” ή “χάσκαρη” ή “χάψαρου”, ένα παιχνίδι με ένα αυγό καθαρισμένο. Ο νοικοκύρης του σπιτιού κρεμούσε με μια κλωστή ένα αυγό από το ταβάνι και το γύριζε γύρω, γύρω. Όποιος το έπιανε με το στόμα χωρίς τη βοήθεια των χεριών ήταν ο νικητής.
Στην Ελλάδα συναντάμε πολλές παραλλαγές του εθίμου και αυτό εξηγείται από την αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής. Αλλού το έδεναν σε ξύλο και τα παιδιά γονατιστά και με δεμένα χέρια προσπαθούσαν να το πιάσουν και αλλού κυλούσαν τα αυγά πάνω στο τραπέζι και εύχονταν να κυλήσει η Σαρακοστή εύκολα, όπως τα αβγά.
Σε πολλά χωριά της Μεσσηνίας μέσα σε ένα ανοιχτό δοχείο με γιαούρτι έριχναν ένα νόμισμα, που οι συναγωνιζόμενοι έπρεπε να πιάσουν με τα δόντια. Φυσικά, πασαλείβονταν με γιαούρτι, προκαλώντας τη γενική ευθυμία.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποιους από πιο παραδοσιακούς αποκριάτικους πανηγυρισμούς στην Ελλάδα.
Πατρινό καρναβάλι
Κατεξοχήν αστικό καρναβάλι, το καρναβάλι της Πάτρας δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου. Η ιστορία του ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν με την οικονομική άνθηση της πόλης, που τότε αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα της Μεσογείου. Το πρώτο καρναβάλι έγινε το 1829 σε ιδιωτική γιορτή, που διοργάνωσε ένας πατρινός μεγαλέμπορος. Τριάντα χρόνια μετά πήρε τη μορφή δημόσιας εκδήλωσης και είχε πολλές δυτικές επιδράσεις, κυρίως από το πασίγνωστο καρναβάλι της Βενετίας. Από το 1939 και μετά αποτελεί το γεγονός ολόκληρης της χρονιάς για την πόλη, που μόνο στη διάρκεια των δύσκολων ημερών της Κατοχής έχασε τη λάμψη του.
Όσο για το έθιμο του Σαββάτου της Αποκριάς, τα γνωστά “Μπουρμπούλια”, αυτά ήταν η παλαιότερη εκδήλωση του πατρινού καρναβαλιού, τα οποία ξεκίνησαν ως έθιμο μάλλον το 1872, που ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του θεάτρου Απόλλων από τον Τσίλερ. Μπουρμπούλι σημαίνει κρέας που βράζει γρήγορα, μεζές, πρόχειρο γεύμα στο πόδι. Μεταφορικά αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στους αντίστοιχους χορούς της Ευρώπης, αυτό της τυχαίας, στιγμιαίας γνωριμίας. Τότε όλες οι γυναίκες της πόλης έρχονταν στο θέατρο, που μετατρεπόταν σε αίθουσα χορού, φορώντας το ντόμινο (ένα μαύρο φόρεμα που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα τους) και έχοντας κρυμμένο το πρόσωπό τους με μια μάσκα, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα. Καλυμμένες, λοιπόν, κάτω από την ανωνυμία μπορούσαν να φλερτάρουν και να χορέψουν με τους άντρες, οι οποίοι φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα.