Δημήτρης Αζεμόπουλος: Ο νέος πρέσβης εφ’ όλης της ύλης

Συνέντευξη: Δημήτρης Βοχαΐτης 

Γνωστός για τη δράση κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας ως Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο. Μια προσωπικότητα που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη.

Δημοφιλής, άμεσος και εύκολα προσεγγίσιμος ως άνθρωπος. Πρώτη συνέντευξη του σε ομογενειακό μέσο αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Πρέσβης της Ελλάδας στην Οττάβα, πρώτη συνέντευξη του για το νέο έτος, πρώτη και για τον Ελληνικό Τύπο.


Κύριε Αζεμόπουλε καλώς ορίσατε, και καλή επιτυχία εκ του σύνεγγυς για την ανάληψη των νέων σας καθηκόντων ως Πρέσβης της Ελλάδας στον Καναδά.

Σας ευχαριστώ αλλά αυτή είναι η συνέχεια της προηγούμενης θητείας μου, ως Γενικού Πρόξενου στο Τορόντο. Η πενταετία που ήμουν εδώ ήταν μία τεράστια εμπειρία. Ένα θετικό βήμα στη ζωή μου. Πιστεύω ό,τι γίνανε πάρα πολλά πράγματα τα πεντέμισι χρόνια που υπηρέτησα εδώ και πάνω σε αυτά θα πατήσουμε για να δημιουργήσουμε, εκ νέου, πολλά νέα βήματα με τη βοήθεια, την κατανόηση, την συμπαράσταση και την αγάπη του κόσμου. Αλλά πάνω από όλα, με την ενότητα του κόσμου. Γιατί προσωπικά πιστεύω στην ενότητα. Πιστεύω στην έμπνευση και τη δύναμη που έχει ο ελληνισμός, παρά τις αδυναμίες που εμφανίζουμε παροδικά. Ο ελληνισμός έχει επιβιώσει μέσα στους αιώνες και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου.

Αυτή η επιβίωση είναι κάτι το οποίο το έχουμε δει, το έχουμε βιώσει, το έχουμε καταλάβει. Είναι στα γονίδια μας. Στην ιστορία μας. Στον πολιτισμό μας. Είναι στην κληρονομιά μας. Αυτή η επιβίωση δεν είναι κάτι που θέλουμε απλά να υπάρχει. Υπάρχει!

Η ενότητα, παρόλα αυτά, είναι και συγκρουσιακή και σε σύγκρουση.

Η ενότητα θέλει πάντοτε μία μεγάλη προσπάθεια για να επιτευχθεί. Και πάντοτε υπάρχουν οι στιγμές που η ενότητα μπορεί να κινδυνεύσει. Πάτντοτε, όμως, υπάρχουν οι δυνάμεις που εμφανίζονται συγκρατώντας ό,τι πάει να μας χωρίσει και προβάλλοντας τις θετικές πλευρές του φωτεινού χαρακτήρα μας.

Εδώ μου δίνετε τη δυνατότητα να σας ρωτήσω για το θέμα των σχέσεων Κοινότητας-Εκκλησίας. Μία σχέση η οποία δεν είναι αρραγής και φίλια.

Θα έπρεπε να ήταν και αρραγής και φίλια. Πρέπει να είναι. Και θα είναι. Η Ελληνική Κοινότητα Τορόντο και η Εκκλησία είναι δύο πυλώνες στους οποίους στηρίζεται ένα οικοδόμημα. Και δεν στηρίζεται απλά ένα οικοδόμημα σήμερα. Στηρίζεται το οικοδόμημα του μέλλοντος του ελληνισμού. Στηρίζεται η εικόνα του ελληνισμού. Στηρίζεται η δύναμη του ελληνισμού. Στηρίζεται το πώς βγαίνουν τα παιδιά σας. Τα παιδιά των παιδιών σας. Με τι πρόσωπο βγαίνουν στην κοινωνία. Με τι πίστη στον εαυτό τους αντιμετωπίζουν την κοινωνία.

Ναι, αλλά ο Καναδάς είναι μία χώρα διαφορετική.

Ο Καναδάς είναι μία χώρα πολυπολιτισμική. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι είναι μία χώρα στην οποία ενσωματώνονται και δεν αφομοιώνονται οι εθνικές ομάδες και εθνότητες. Ξέρουμε ότι ο Καναδάς είναι και πρότυπο για τα Ηνωμένα Έθνη, είναι μία χώρα στην οποία έχουν ενσωματωθεί 165 εθνικές εθνοτικές ομάδες. Και όλες αυτές μαζί ζουν αρμονικά. Γιατί ζουν αρμονικά; Γιατί αυτή η κάθε ομάδα έχει κρατήσει τα χαρακτηριστικά της. Και πώς τα κρατάει τα χαρακτηριστικά της; Τα κρατάει μέσα από κάποιους θεσμούς – φορείς οι οποίοι της δίνουν την έμπνευση και τη δύναμη να το κάνει. Όμως, εάν εμείς αρχίζουμε να τραβάμε, οι μεν από εδώ, οι άλλοι από εκεί, το αποτέλεσμα είναι να αδυνατίζουμε την εικόνα της ελληνικής ομογένειας.

Δεν νομίζω να αδυνατίζουν απλά την ομογένεια. Την απομακρύνουν, και ενδεχομένως την αποδομούν. Το λέω αυτό γιατί σε συζητήσεις που έχω κάνει με νεοερχόμενους και παλιούς, μου λένε “Σε ποιον από τους δύο να πάω αλλά και γιατί να πάω;”

Αυτό είναι ψευδοδίλημμα. Ο καθένας από εμάς έχει να εκπληρώσει έναν πάρα, μα πάρα πολύ βασικό και ζωτικής σημασίας θεμελιώδη ρόλο για την επιβίωση μας ως έθνους και ελληνισμού εδώ στον Καναδά. Και αναφέρομαι στην ταυτότητα και τον ρόλο μας ως Έθνους. Αυτό το ερώτημα, επιμένω, είναι ψευδοδίλημμα. Πρέπει να πάει και στα δύο. Αυτό το δίλημμα δεν υπάρχει σε άλλες πόλεις του Καναδά γιατί υπάρχει συνύπαρξη.

Άρα, η ευχή, το μέλημα, ο μύχιος πόθος -όχι ο πόθος ως μία αφηρημένη έννοια στο μυαλό του Πρέσβη και των Γενικών Προξένων- είναι να κλείσει το ρήγμα που παρατηρείται στις σχέσεις της Κοινότητας και της Εκκλησίας. Να κλείσει και να ξαναγυρίσουμε στην ενότητά μας, πηγαίνοντας μπροστά με ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που πηγαίναμε μέχρι τώρα.

Παρόλα αυτά, είναι μία σύγκρουση η οποία καλά κρατεί. Θα μπορέσει να επέλθει η ενότητα και πάλι;

Αυτό είναι το δικό μου μέλημα. Αυτό είναι που θέλω να δω να πραγματοποιείται. Διοτί νομίζω πως αυτό είναι και το ζητούμενο, όπως και για κάθε Έλληνα. Δεν θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι σε αυτήν τη σύγκρουση. Αυτό που χρειάζεται είναι ψυχραιμία και σωφροσύνη. Να υπάρξει μία πολύ βαθιά σκέψη για τις πράξεις του καθενός μας. Διότι, εγώ, επί παραδείγματι, δεν είμαι εδώ σαν Δημήτρης. Είμαι εδώ ως πρέσβης και εκπροσωπώ μία χώρα. Εκπροσωπώ την Ελλάδα. Έτσι, και ο Μητροπολίτης και ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας εκπροσωπούν κάποιους συγκεκριμένους φορείς. Και τα μέλη, αντιστοίχως, του προεδρείου της ελληνικής κοινότητας και οι ιερείς εκπροσωπούν κάποιους φορείς. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να είμαστε πάρα, μα πάρα, πολύ προσεκτικοί σε αυτά που λέμε. Σε αυτά που δίνουμε προς τα έξω. Διότι, ό,τι κάνουμε δεν το κάνουμε για τον εαυτό μας. Το κάνουμε για να προστατέψουμε τους Έλληνες. Το Είναι μας.

Όταν βρεθήκατε και με τις δύο πλευρές τι τους είπατε;

Πως αυτή η διαφορά πρέπει να κλείσει. Να βάλουμε τα πράγματα πίσω μας. Και η ενότητά μας, αυτό το μεγαλείο των Ελλήνων, το οποίο αμφισβητείται από τόσους πολλούς, να μην αμφισβητείται. Και πρώτα απ’ όλα, από εμάς τους ίδιους. Το αμφισβητούν ήδη οι ξένοι, ξεχνώντας τι έχουμε δώσει. Τι έχουμε κάνει. Τι θυσίες περνάει ο ελληνικός λαός σήμερα. Μην ερχόμαστε εμείς τώρα, με μία τόσο επιτυχημένη ελληνική παρουσία στον Καναδά, να δίνουμε μία εικόνα -στους Καναδούς πρώτα απ’ όλα- η οποία πληγώνει την υπερηφάνεια μας, πληγώνει τις αναμνήσεις μας, πληγώνει τις ρίζες μας. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, όπως τα θεωρούν, ενδεχομένως, ορισμένοι.

Τα πράγματα δεν καθόλου, μα καθόλου, και το λέω τέσσερις φορές το «μα καθόλου», απλά. Είναι σύνθετα και χρειάζεται να γίνει μία πολύ ψύχραιμη προσέγγιση και ανάλυση, αλλά και μία υπέρβαση.

Πιστεύετε; Ποια η σχέση σας με την Ορθοδοξία ή/και την Εκκλησία;

Πιστεύω. Πολλοί μάλιστα, θεωρούν και μπερδεύουν ότι η πίστη μου στη θρησκεία είναι μία χωρίς κριτική σκέψη αφοσίωση στον θεσμό της Εκκλησίας. Όχι. Η πίστη μου στη θρησκεία είναι καθαρά βιωματική και ξεκάθαρη ως προς τη διαφορά της με την Εκκλησία. Ποτέ οι γονείς μου δεν μου είπανε “Πήγαινε Δημήτρη στην εκκλησία.” Ποτέ! Ούτε οι ίδιοι πηγαίνανε, παρότι ήτανε θρησκευόμενοι. Πήγα μόνος μου. Και όλα τα λέω αυτά γιατί παρότι ο θείος μου -ο αδελφός του παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου- ο Χρυσόστομος Α’ (Παπαδόπουλος), ήτανε ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ποτέ δεν μου είπανε “πήγαινε”. Γιατί παρότι είμασταν θρησκευόμενοι δεν είμασταν φανατικοί της εκκλησίας.

Και εάν πιστεύω στον Θεό, και πηγαίνω εδώ, μόνος μου, χωρίς να δίνω δημοσιότητα εκτός του Αγίου Γεωργίου, που είναι η εκκλησία μου, η ενορία μου στο Τορόντο, το κάνω γιατί το κάνω μέσα από την ψυχή μου. Και εάν πηγαίνω στην Οττάβα και ψέλνω στο ψαλτήρι της εκκλησίας δεν το κάνω γιατί μου το ζήτησε η Κοινότητα ή η Εκκλησία της Οττάβας. Το κάνω γιατί πιστεύω. Το κάνω γιατί μου αρέσει από το Σάββατο να προετοιμάζω το Είναι μου. Το κάνω γιατί πιστεύω.

Ο ρόλος της Εκκλησίας ποιος πρέπει να είναι και εδώ να ξεκαθαρίσω πως δεν παίρνω θέση υπέρ ή κατά της Εκκλησίας.

Το λέω ξανά, δεν το κάνω γιατί συγχέω τους εκπροσώπους της Εκκλησίας με τον Θεό. Πιστεύω, όμως, πως οι φορείς της Εκκλησίας πρέπει και οφείλουν να εκπροσωπούν τον Θεό, όπως, ο Θεός μάς έχει δείξει. Και αυτό είναι κάτι που εγώ το βλέπω και το υποστηρίζω. Όταν ας πούμε βλέπω -και με πληγώνει το γεγονός- ότι ένας θεσμός στον οποίο εγώ πιστεύω γιατί εκπροσωπεί τον Θεό, δηλαδή η Εκκλησία, να είναι σε σύγκρουση με έναν άλλο τεράστιο θεσμό, ο οποίος είναι η Ελληνική Κοινότητα του Τορόντο. Παλαιότερα υπήρχε και μία μεγάλη σύγκρουση με την Ελληνική Κοινότητα του Μόντρεαλ. Πλέον αυτή η σύγκρουση ξεπεράστηκε και σήμερα δεν θυμάται κανένας τίποτα. Και ήταν μεγαλύτερη σύγκρουση αυτή μεταξύ Ελληνικής Κοινότητας Μόντρεαλ και Εκκλησίας. Αλλά νομίζω πως το μήνυμα μου είναι σαφές.

Ο ρόλος των διπλωματικών αντιπροσωπειών μας στην υπόθεση ποιος είναι;

Η Πρεσβεία και τα Προξενεία τηρούν μία στάση αυστηρής ουδετερότητας σε αυτήν τη διένεξη. Πιστεύουμε ότι πρέπει και ότι μπορεί να βρεθεί λύση. Και θα βρεθεί λύση για το καλό του ελληνισμού. Είναι σίγουρο πως θα πρυτανεύσει η λογική και όλα αυτά θα τα αφήσουμε πίσω μας. Εάν μείνουν μπροστά μας, θα γίνουν, όπως, γίνεται το χιόνι όταν δεν το μαζεύουμε και μετά δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε στο δρόμο.

Οι πρώτες πρεσβευτικές προτεραιότητες σας εδώ;

Η μεγαλύτερη προτεραιότητα μου είναι να διασφαλίσω την ενότητα του ελληνισμού. Θεωρώ πως δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε τίποτα εάν το γόητρο και η εικόνα του ελληνισμού είναι λαβωμένη. Και αυτό πρέπει να το σκεφτούν όλοι.

Δεύτερον, πρέπει να γίνουν κάποιες κινήσεις προς την Καναδική πλευρά αλλά και από την Καναδική προς την Ελληνική ώστε να προβληθούν ορισμένοι τομείς για το καλό της πατρίδας μας.

Σε ποιους τομείς αναφέρεστε;

Η διπλωματία, εν γένει, έχει δύο εκφάνσεις. Τη “σκλήρη διπλωματία” (hard diplomacy), την οποία ακολουθούν οι ισχυροί του πλανήτη μας, και την “ήπια διπλωματία” (soft diplomacy).

Κάποια κράτη, όπως και εμείς, στο παρελθόν είχαν μία πολύ ισχυρή παρουσία. Σήμερα έρχονται και λένε: “Εμείς μπορούμε να κάνουμε πράγματα σε αυτούς τους τομείς.” Στον ακαδημαϊκό, στον εμπορικό, στον τουριστικό τομέα. Ή ακόμα και στη δημόσια διπλωματία, όπως, για παράδειγμα τη διοργάνωση συνεδρίων. Έτσι, με αυτόν το τρόπο μπορούμε να δώσουμε ένα πάτημα στους έλληνες φοιτητές μας, στους ακαδημαϊκούς μας, στα πανεπιστήμιά μας που θέλουν να βγουν προς τα έξω. Να υπογραφούν ορισμένα μνημόνια συνεργασίας –memorandum of understanding– με πανεπιστημιακούς και ακαδημαϊκούς φορείς. Να υπάρξει μία κινητικότητα, ένθεν και ένθεν, ώστε να διευρύνουν τις γνώσεις και τους ορίζοντές τους ώστε να μην αισθάνονται εγκλωβισμένοι.

Επίσης, πέραν των πολιτικών επισκέψεων που δρομολογούνται, θέλω να δώσω με τη θητεία μου εδώ μία νέα ώθηση σε αυτούς τους τομείς των διπλωματικών πρακτικών. Θέλω να δώσω και να χαράξω την ελπίδα για το μέλλον της νέας γενιάς. Για εμένα προσωπικά, η νέα γενιά είναι η μεγάλη προτεραιότητα.

Αναφέρεστε σε αυτήν που έχει έρθει τώρα εδώ ή σε αυτήν που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ;

Αναφέρομαι στις νέες γενιές. Στη γενιά των φοιτητών μας. Στη γενιά των μαθητών στα σχολεία. Είτε είναι στην Ελλάδα, είτε στον Καναδά. Αυτές οι δύο είναι δύο διαφορετικές γενιές. Αλλά είναι η νέα γενιά. Είναι το αύριο. Και σε αυτό το αύριο θέλω να δώσω “Φως”. Αυτό είναι για εμένα το έργο που πρέπει να επιτελέσει ένας Πρέσβης. Και ένας Πρέσβης που θέλει να δώσει στο αύριο “Φως” -γιατί το σήμερα είναι αυτό που βλέπουμε και δεν θέλω να δώσω χαρακτηρισμούς- πρέπει να αδράξει και να δημιουργήσει το έδαφος για αυτές τις γενιές.

Εθνική εξωτερική πολιτική. Και τα μεγάλα προβλήματα που υπάρχουν στα Βαλκάνια, αλλά τα οποία απαντάμε και εδώ. Πρωτίστως το ζήτημα ονομασίας της ΠΓΔΜ, το θέμα της Τσαμουριάς το οποίο αναμοχλεύει ξανά η Αλβανία.

Η Ελλάδα έχει μία ξεκάθαρη θέση στα ζητήματα αυτά. Η Ελλάδα είναι ο μόνος σταθερός γεωστρατηγικός πόλος ειρήνης στη γειτονιά μας. Μπορεί να έχουμε τα προβλήματά μας και να είναι πάρα πολύ μεγάλα, αλλά γίνονται βήματα. Κάνουμε βήματα προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω. Τα βήματα αυτά με τον καιρό επιταχύνονται και γίνονται ακόμα πιο σταθερά. Πιστεύω πως αυτά αναγνωρίζονται και από τους ξένους. Φέτος το καλοκαίρι, όπως γράφεται, θα υπάρχουν κάποιες εξελίξεις. Αυτό μένει να επιβεβαιωθεί. Η Ελλάδα έχει μία σταθερότητα και είναι η μόνη χώρα στην ευρύτερη περιοχή που έχει μία ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία. Για αυτό και είδαμε ότι ο τουρισμός στην Ελλάδα αυξήθηκε και ξεπέρασε κάθε όριο. Εάν από τη μία μας θεωρούν ως μία χώρα εύφλεκτη και ως μία χώρα επικίνδυνη, πώς είχαμε επισκεψιμότητα που ανήθλθε στα 22 εκατομύρια τουριστών το καλοκαίρι;

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η Υπουργός Τουρισμού, κα. Έλενα Κουντουρά, οι Πρεσβείες και τα Προξενεία που προβάλανε τη χώρα.

Ακριβώς. Και αυτό γιατί η χώρα έχει εθνική στρατηγική. Υπάρχει ευρύτερα η ανάγκη μίας εθνικής στρατηγικής και ομόνοιας. Στον τουρισμό υπάρχει ένα ευρύτερο συναινετικό κλίμα και πλαίσιο δράσης. Και επ’ αυτού λεγόμενο, πιστεύω πως αυτό θα βγει και σε άλλους τομείς της χώρας. Αλλά παρά τη διεθνή συγκυρία -που είναι τραγική, δύσκολη, με ένα κλίμα αβεβαιότητας, έλλειψης εμπιστοσύνης, τρόμου- νομίζω πως είναι ένας καλός οιωνός για τη χώρα μας. Όχι άριστος, αλλά ένας καλός οιωνός!

Ως χώρα έχουμε έναν βασικό ρόλο και ισχύ στην ευρύτερη περιοχή.

Η Ελλάδα, όπως είπα, είναι πόλος σταθερότητας. Ας μην ξεχνάμε τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία που ούτε καν είχαν σκεφθεί πως θα γινόντουσαν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Και όμως, η Ελλάδα τους τράβηξε και εντάχθηκαν στην ΕΕ. Γενικότερα όμως, στόχος της Ελλάδας είναι να ξεπεράσει τις διαφορές της χωρίς να εγκαταλείψει τις θέσεις της, οι οποίες είναι κρυστάλλινες και έχουν αποτυπωθεί επανειλημμένως. Αποτέλεσμα του ρόλου μας στα Βαλκάνια, και σε σχέση με τις δύο προαναφερόμενες χώρες, ήταν να γίνουν μέλη της ΕΕ και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Η συμμετοχή ενός κράτους σε αυτούς τους θεσμούς προϋποθέτει να υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις.

Το θέμα εδώ είναι: για να μπεις σε ένα “κλαμπ” πρέπει να δεχθείς τους όρους συμμετοχής σου. Αυτό συμβαίνει και με την Τουρκία. Και η Τουρκία για να μπει στην ΕΕ θα πρέπει να σεβαστεί τις αρχές της καλής γειτονίας και να υπάρχει μία καλή συνεργασία με την Ελλάδα. Μέσα σε αυτόν τον καμβά μπαίνουν οι τόσες συχνές επισκέψεις, ένθεν και ένθεν, που βλέπουμε. Είναι μία πολύ δύσκολη προσπάθεια. Η Τουρκία αυτήν τη στιγμή είναι μία χώρα η οποία είναι εντελώς απομονωμένη στον κόσμο, με πρακτικές οι οποίες απάδουν της Δημοκρατίας πολλές φορές. Όπως έγινε μία προσπάθεια για πραξικόπημα, στην οποία η Ελλάδα είχε πάρει και σε αυτό μία πολύ ξεκάθαρη θέση, όπως είχε πάρει και ο Καναδάς.

Είναι πολύ δύσκολο στην εξωτερική πολιτική να βρίσκονται ισορροπίες. Η Ελλάδα τηρεί τις ισορροπίες στην περιοχή. Ζητάει, όμως, από τους γείτονές μας να σεβαστούν τις πολύ βασικές αρχές της καλής γειτονίας.

Να αλλάξω και πάλι θέμα. Οι συζητήσεις για την συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία
ΕΕ-Καναδά (
CETA) σε τι δρόμο βρίσκεται;

Είναι μία τεράστια συμφωνία που θα έρθει στο Κοινοβούλιό μας για να συζητηθεί και να εξεταστεί. Δίνει πολύ μεγάλες ευκαιρίες. Αλλά, βεβαίως, δεν είναι η Ελλάδα που εμποδίζει τη Συμφωνία. Υπάρχουν πολλές άλλες χώρες που προβάλλουν θέματα. Ακόμη και ο Καναδάς θα πρέπει να δει το όλο θέμα, γιατί δεν τίθενται μοναχά θέματα σε επίπεδο Ομοσπονδίας. Τίθενται, επίσης, και σε Επαρχιακό επίπεδο. Φανταστείτε πως υπάρχουν Επαρχίες του Καναδά που αναζητούν το θέμα. Στην Οττάβα έχουμε συζητήσεις με την αντιπροσωπεία της ΕΕ στον Καναδά, καθώς έχουμε ζητήσει από την καναδική κυβέρνηση να οργανώσουμε από κοινού, πριν προχωρήσουμε στα μεγάλα βήματα, ορισμένες εκδηλώσεις ώστε να καταλάβουν και οι πολίτες του Καναδά πως μία τέτοια συμφωνία έχει και για αυτούς υποχρεώσεις και δικαιώματα.

Κύριε Αζεμόπουλε, να σας ευχαριστήσω που επιλέξατε να παραχωρήσετε στον Ελληνικό Τύπο την πρώτη σας συνέντευξη σε ομογενειακό μέσο ως Πρέσβης, αλλά επίσης που μας παραχωρήσατε και την πρώτη συνέντευξή σας για το 2018.

Θα μου επιτρέψεις να πω για τον Ελληνικό Τύπο πως είναι μία εφημερίδα-θεσμός στην ελληνική ομογένεια του Τορόντο. Είναι μία εφημερίδα η οποία από την πρώτη στιγμή που ήρθα, και παρά τις διάδοχες διευθυντικές της αλλαγές, πάντα στήριξε τις προσπάθειες και του Προξενείου μας αλλά και της Πρεσβείας. Και με αυτό θα ήθελα να πω πως είμαι ευγνώμων, διότι πραγματικά, με ξεκάθαρο λόγο, η εφημερίδα σας λέει πάντοτε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι βάλσαμο στην ψυχή του ελληνισμού. Οπότε, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πω εγώ ένα μεγάλο ευχαριστώ

Είναι τιμή μου που είσαι φίλος μου και εδώ ο κόσμος θα μάθει και τη φιλική σχέση που υπάρχει μεταξύ μας. Είναι τιμή μου επίσης που και με την Κατερίνα Γερασκλή και τον Δημήτρη Κομπιλήρη υπάρχει αυτή η φιλική σχέση. Θα ήθελα να πω ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ, γιατί από τη στιγμή που ήρθα με περιβάλλετε με πολύ μεγάλη αγάπη. Και αυτό για εμένα, στο βάπτισμα μου ως Πρέσβης, είναι μεγάλο θέμα.