Editorials

Ημέρα μνήμης: Αφιέρωμα τιμής ενάντια στην παραχάραξη της Ιστορίας και τη λησμονιά

Επιμέλεια κειμένου Μελέτης Παρχαρίδης

Περνώντας το βόρειο Αιγαίο, τα Δαρδανέλια και το Βόσπορο θα αντικρίσεις στα ανατολικά μια άγρια και τρικυμισμένη θάλασσα, τη Μαύρη  Θάλασσα ή Εύξεινο Πόντο, δηλαδή φιλόξενη θάλασσα. Έτσι τον  βάφτισαν οι αρχαίοι Έλληνες «κατ’ ευφημισμόν» για να τον εξευμενίσουν, να τον καλοπιάσουν, γιατί ήταν «άξεινος» δηλαδή αφιλόξενος.

H παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Γύρω στα 1.000 π.X. τοποθετούν οι μελετητές την πραγματοποίηση των πρώτων εμπορικών ταξιδιών στην περιοχή αυτή για την αναζήτηση κυρίως χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων. H οργανωμένη αποστολή του Iάσονα και των Αργοναυτών στην Κολχίδα, οι περιπλανήσεις του Ορέστη στη Θοανία του Πόντου, οι περιπέτειες του Οδυσσέα στη χώρα των Kιμμερίων, η τιμωρία του Προμηθέα από το Δία και η εξορία του στον Kαύκασο, το ταξίδι του Hρακλή
στον Πόντο, καθώς και άλλοι γοητευτικοί ελληνικοί μύθοι, που αναφέρονται ειδικά σ’ αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη των πανάρχαιων αυτών εμπορικών δρομο-
λογίων.
Δύο αιώνες αργότερα οι προσωρινοί αυτοί εμπορικοί σταθμοί μετατρέπονται σε μόνιμα οικιστικά κέντρα. Πρώτη η Mίλητος εγκαινίασε την αποικιακή πολιτική στον Eύξεινο Πόντο ιδρύοντας τη Σινώπη. H Σινώπη με τη σειρά της ίδρυσε το 756 π.X. την Tραπεζούντα, την Kρώμνα, το Πτέριον, την Kύτωρο κ.ά . Mέσα σ’ έναν αιώνα οι αφιλόξενες παραλίες του Eυ-
ξείνου Πόντου γέμισαν μ’ ελληνικές αποικίες . Οι συμπληγάδες πέτρες σταμάτησαν να κλείνουν το Bόσπορο και η θαλάσσια περιοχή έγινε θάλασσα φιλόξενη, ελεύθερη και ελληνική.
Το ελληνικό εμπόριο και ο πολιτισμός κυριάρχησαν παντού. Οι πλουτοφόρες περιοχές έγιναν η κύρια πηγή του ελληνικού εισαγωγικού εμπορίου. Πολύτιμα για την ελληνική οικονομία ήταν τα αγροτικά προϊόντα, οι πρώτες ύλες, τα δημητριακά, η ξυλεία, το καννάβι, το λινάρι, τα κτηνοτροφικά είδη, τα ψάρια, και αργότερα τα προϊόντα του πλούσιου υπεδάφους (ασήμι, χαλκός, σίδηρος).
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ελληνικών πόλεων στην πολιτική ζωή της περιοχής αποδεικνύει η αβίαστη υιοθέτηση από πλευράς γηγενών, του ελληνικού πολιτισμού και της
ελληνικής σκέψης. Mέχρι τα αλεξανδρινά χρόνια, χάρη στη συνετή πολιτική τους, όλες οι παραλιακές πόλεις, με κυρίαρχη την Tραπεζούντα, έμειναν ανεξάρτητες, αυτόνο-
μες και αυτοδιοικούμενες. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα,
ποτέ δεν υποδουλώθηκαν ουσιαστικά στους Πέρσες. Επί Mεγάλου Αλεξάνδρου η Τραπεζούντα συμμετείχε στην εθνική δόξα των Ελλήνων. Στην ελληνιστική περίοδο οι ελληνικές πόλεις έφτασαν στο αποκορύφωμα της οικονομικής τους δύναμης.
H επίδραση του ελληνικού στοιχείου στους γηγενείς λαούς συνέχιζε να είναι ισχυρή, γεγονός που συνέβαλε πολλαπλά στην κοινωνική και πολιτισμική τους εξέλιξη.
H ελληνική γλώσσα καθιερώθηκε στο βασίλειο του Πόντου ως επίσημη γλώσσα επικοινωνίας των πολυάριθμων, άρα και πολύγλωσσων εθνοτήτων της Mικράς Aσίας. Το δωδεκάθεο του Ολύμπου ειρηνικά αφομοίωσε τις περισσότερες περσικές και ντόπιες εθνότητες. H ελληνική θρησκεία και λατρεία  κυριάρχησαν παντού. Το πάντρεμα του ελληνικού πνεύματος με την ανατολίτικη σοφία μόνο θετική προσφορά είχε στο βασίλειο αλλά και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η οικονομική, εμπορική και πολιτική ακμή του Πόντου, δεν ανατράπηκε ούτε μετά το 63 π.X., όταν ο Ρωμαίος ύπατος Πομπήιος κατέλαβε την Τραπεζούντα. Οι Έλληνες συνέχισαν για πολλές δεκαετίες κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων, να απολαμβάνουν την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους. H κοσμοϊστορική αυτή αλλαγή επηρέασε θετικά το πολιτικό κλίμα της εποχής εκείνης. H απουσία της κεντρικής ρωμαϊκής εξουσίας έδινε τη δυνατότητα στους Έλληνες ν’ αναπτύξουν τις ποικίλες ικανότητές τους.

Στα βυζαντινά χρόνια τα φρούρια, τα κάστρα και τα ισχυρά τείχη των πόλεων του Πόντου μαρτυρούν τη σημαντική στρατηγική σημασία του τόπου κατά τη Βυζαντινή εποχή. Επί μία χιλιετία περίπου ο Πόντος στάθηκε το ακριτικό οχυρό, ο προπυλώνας της αυτοκρατορίας ενάντια στους πολυπληθείς εχθρούς της – αρχικά τους Πέρσες και αργότερα τους Άραβες και τους Σελτζούκους – με μια ιστορία γεμάτη πολέμους και επελάσεις εχθρικών λαών, που βάδιζαν προς τη Βασιλεύουσα.
Η φήμη των ακριτών του Πόντου, που ήταν πολεμιστές και ιδιοκτήτες γης μαζί, διαδόθηκε σε όλη την αυτοκρατορία μέσα από τα τραγούδια και τα ακριτικά έπη που διηγούνται τα
κατορθώματά τους και εξυμνούν την άφταστη ανδρεία τους. Με την κατάλυση του βυζαντινού
κράτους από τους σταυροφόρους (1204) οι αδελφοί Αλέξιος και Δαβίδ, απόγονοι της αυτοκρατορικής δυναστείας των Κομνηνών, ίδρυσαν στην περιοχή του Πόντου ανεξάρτητο βασίλειο, γνωστό και ως «Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας». Στα 257 χρόνια της, ο Πόντος γνώρισε μεγάλη οικονομική ευμάρεια και πολιτιστική ακμή. Οι Μεγαλοκομνηνοί διατήρησαν την αυτοκρατορία τους ως το 1461, οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οπότε υπέκυψε και ο Πόντος στους Οθωμανούς.

Κατά την οθωμανική κυριαρχία η ελληνική κοινωνία του μικρασιατικού Πόντου θα σημαδευτεί – όπως και κάθε άλλο μέρος του ελληνικού κόσμου- από τον εξισλαμισμό και την εμφάνιση του κρυπτοχριστιανικού φαινομένου.

Από τα τέλη του 17ου αιώνα θα ξεκινήσει η εκπαιδευτική κίνηση στον Πόντο όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Η Τραπεζούντα θα εξελιχθεί σε κέντρο των ελληνικών γραμμάτων. Το πρώτο σχολείο που λειτούργησε ήταν το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682. Κατά το 19ο αιώνα εκατοντάδες ελληνικά και αλληλοδιδακτικά σχολεία ιδρύθηκαν στον Πόντο.

Στον Πόντο μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1856 με το σουλτανικό διάταγμα « Χάττι Χουμαγιούν» βελτιώνεται η θέση των υπόδουλων Ελλήνων της περιοχής και αρχίζει η οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Στις αρχές του 1900, το εμπόριο σ’ ολόκληρο τον Πόντο  είχε περάσει στα χέρια των Ελλήνων και εν μέρει των Αρμενίων. Το ενδιαφέρον της γερμανικής πολιτικής για την Ανατολή και τα οικονομικά της σχέδια γι’ αυτή την περιοχή αποτελούν τον καταλύτη που μεταβάλλει το σκηνικό. Οι Γερμανοί ως μοναδικό εμπόδιο στα σχέδιά τους για οικονομική διείσδυση στο οθωμανικό κράτος έβλεπαν τους Έλληνες και τους Αρμένιους, που στα χέρια τους βρισκόταν ο έλεγχος της οικονομικής ζωής της χώρας, γι’ αυτό και παρακινούσαν τους Τούρκους με κάθε μέσο να στραφούν εναντίον τους. Από κάθε γωνιά του Πόντου και της Μ. Ασίας έρχονται καταγγελίες για βιαιοπραγίες των Τούρκων. Στις 30 Μαΐου 1911 ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης καταγγέλλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τις βαρβαρότητες οργάνων της τουρκικής κυβέρνησης στην περιοχή του. Οι Νεότουρκοι κηρύττουν οικονομικό πόλεμο σε καθετί ελληνικό. Απαγορεύουν τα ελληνικά προϊόντα και δεν επιτρέπουν στα ελληνικά πλοία να αγκυροβολούν σε τουρκικά λιμάνια. Αυτό το εμπορικό μποϊκοτάζ πραγματοποιείται σ’ ολόκληρη την Τουρκία και φυσικά και στον Πόντο. Η μισαλλόδοξη πολιτική των Νεότουρκων οδηγεί στους βαλκανικούς πολέμους, με ενωμένες τις χώρες της Βαλκανικής εναντίον τηςΟθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι διωγμοί αυξήθηκαν. Στην Τραπεζούντα, οι Τουρκικές εφημερίδες παρακινούσαν τους αναγνώστες ν’ αρχίσουν τους διωγμούς και τις σφαγές. Οι σποραδικές δολοφονίες αρχίζουν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι. Οργανωμένες τουρκικές συμμορίες, κατά τη διάρκεια της νύχτας, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά. Οι διωγμοί εκδηλώθηκαν αρχικά με τη μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών. Φαίνονταν σαν να προέρχονταν από ανεύθυνα κυρίως στοιχεία. Πολύ γρήγορα, όμως, έγιναν πιο συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο και κατά των Αρμενίων.
Σε εφαρμογή αυτής της πολιτικής, όχλοι ατάκτων καθοδηγούμενοι από τις αρχές και αφιονιζόμενοι από μια συστηματική προπαγάνδα μίσους, ανάγκασαν χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες. Αλλά οι Τούρκοι δεν περιορίζονταν στους ομαδικούς
εκτοπισμούς και τις απελάσεις. Στις ελληνικές περιοχές έφερναν τον όλεθρο και τη συμφορά έκαιγαν και κατάστρεψαν χωριά και κωμοπόλεις, έσφαζαν τους κατοίκους τους, λεηλατούσαν
τις περιουσίες τους, βίαζαν τις γυναίκες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε σε ένδειξη πένθους να κλείσει στις 15 Μαΐου 1914 όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία και να καταγγείλει στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς. Δεν κατάφερε, όμως τίποτε γιατί κηρύχθηκε στο μεταξύ ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο η Τουρκία έλαβε μέρος ως σύμμαχος της Γερμανίας, έχοντας πια την ευχέρεια να εφαρμόσει πλήρως το παλαιότερο σχέδιο της εξόντωσης των χριστιανών. Οι Νεότουρκοι είχαν πεισθεί πως μόνο με τη φυσική εξόντωση των γηγενών λαών, των Ελλήνων και των Αρμενίων, θα κάνανε πατρίδα τους τη Μικρασία. Στις 20 Ιουλίου 1914 κηρύχτηκε γενική επιστράτευση όλων των εθνών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Τους χριστιανούς στρατιώτες τους έστειλαν στα τάγματα εργασίας τα  γνωστά «αμελέ ταμπουρού», για να σπάζουν πέτρες, να ανοίγουν δρόμους στα βουνά, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, βροχές, χιόνια κλπ. Τόσο άθλιες ήταν οι συνθήκες της ζωής τους, τόσο λίγη η τροφή και τόση η κακομεταχείρισή τους ώστε ελάχιστοι απ’ αυτούς επέζησαν. Τα
«αμελέ ταμπουρού» ήταν στην πραγματικότητα τάγματα εξόντωσης των  στρατευμένων χριστιανών. Το 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ προωθεί την πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 , τα θύματα της γενοκτονίας ξεπέρασαν τις 200.000. Πηγές μάλιστα αναφέρουν πως ο αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε τις 350.000! Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν, με τραγικές συνθήκες, πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 έφτασαν στην Ελλάδα.
Ο επίλογος του δράματος τόσο των Ποντίων όσο όλων των Χριστιανών κατοίκων της Μικράς Ασίας υπογράφεται στη Λωζάνη με τη “Σύμβαση Περί Υποχρεωτικής Ανταλλαγής Ελ-
ληνικών και Τούρκικων Πληθυσμών”.
Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης της γενοκτονίας και του ξεριζωμού του ποντιακού ελληνισμού, μιας μελανής σελίδας στην παγκόσμια ιστορία. Μα παράλληλα, στις δύσκολες στιγμές που διανύουμε, οφείλει να είναι και μέρα παραδειγματισμού. Οι Πόντιοι κράτησαν κατάσαρκα δεμένη πάνω τους σα φυλαχτό τη μνήμη της γης που τόσο άδικα αναγκάστηκαν
να εγκαταλείψουν. Εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία με δύναμη και θέληση για ζωή και δημιουργία. Προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες και πάλεψαν.
Όπως οφείλουμε να κάνουμε όλοι μας. Δυσκολίες θα υπάρχουν πάντα. Το σημαντικό είναι να μη μας αποθαρρύνουν αλλά να μας οπλίζουν με πείσμα, επιμονή κι υπομονή ώστε να δημιουργήσουμε. Έχουμε χρέος να παραδώσουμε στα παιδιά μας έναν κόσμο που δε θα ΄ναι κατ’ ανάγκη πλούσιος σε υλικά αγαθά μα σε αξίες

One comment

  1. Exete kanei to kalytero afierwma sti paroikia. Sas eyxaristoyme poy timate tous adikoxamenous paterades kai miteres mas.
    Agnwstos Pontios

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *