Home Community News Μηκέτι αμαρτάνε

Μηκέτι αμαρτάνε

111

Κυριακή του παραλύτου

(Κατά Ιωάννην, κεφ. 5:1-15)

Επιμέλεια Κατηχήτριας κας Κόμησσας Πολυδούλη 

Η λέξη αμαρτία παράγεται από το ρήμα αμαρτάνω, το οποίον σημαίνει αποτυγχάνω του σκοπού μου, αστοχώ, χάνω κάτι, στερούμαι κάποιου, σφάλομαι. ακόμη σημαίνει ότι δεν έχω ορθή γνώμη, ότι κάνω λάθος, ότι απατώμαι. Από ηθικής όμως και θρησκευτικής άποψης, η λέξη αμαρτία σημαίνει, ότι παραβαίνω τον ηθικό νόμο, τον θείον τον νόμον και το θέλημα του Θεού. Σημαίνει το θρησκευτικό παράπτωμα, την ανομίαν, την παράβαση του θείου Νόμου, την αδικία κ.λ.π. Η αμαρτία μέσα στην Αγία Γραφή, αναφέρεται και με άλλες λέξεις, ως «αμάρτημα», «ανομία», «ανόμημα», «παράβαση», «παρακοή» κ.λ.π. Όλες, δηλαδή, οι λέξεις αυτές από ηθικής και θρησκευτικής πλευράς σημαίνουν την παράβαση του Νόμου του Θεού, όπως και η αμαρτία. Αμαρτία ακόμη σημαίνει ότι παραβιάζω και ακυρώνω και δεν τηρώ κάτι, δηλαδή την θεία εντολή, ενώ πρέπει να τηρούνται όλες οι εντολές του Κυρίου προς όφελος ψυχικό και σωματικό. Κατ’ ουσία δηλαδή αμαρτία σημαίνει την έλλειψη πίστης, εμπιστοσύνης και αγάπης στο Θεό και την προσκόλληση συνεπώς στο «εγώ μας» στη «φιλαυτία», η οποία είναι υπερβολική αγάπη του εαυτού μας, υπέρμετρος εγωισμός. Αυτή δε η φιλαυτία είναι μητέρα όλων των παθών, και τα πάθη μεγάλα ή μικρά, οδηγούν σιγά, σιγά τον άνθρωπο στην παραλυσία της ψυχής και του σώματος.

Ο παραλυτικός της Ευαγγελικής περικοπής ήταν (38) τριάντα οκτώ χρόνια ακίνητος επάνω στο κρεββάτι του. Η ηλικία του θα πρέπει να ήταν γύρω στα εξήντα. Τριάντα οκτώ όμως χρόνια θ’αναλογιζόταν τη νεότητά του. Μια νεότητα με όμορφους οραματισμούς. Να μπορούσε να γύριζε πίσω στα χρόνια εκείνα και να άρχιζε τη ζωή του από την αρχή, να σεβόταν δηλαδή τα μεγάλα δώρα του Θεού: την ζωή του, την υγεία του, την ψυχή του. Η αμαρτία γκρέμισε της ζωής του τα όνειρα, παρέλυσε το σώμα και την ψυχή, και τώρα; «Στερνή μου γνώμη να σε είχα πρώτα».  Τώρα τί γίνεται; Μετανοημένος τώρα ελπίζει στο έλεος του Θεού. Έστησε το κρεββάτι του δίπλα σε μία δεξαμενή, που το νερό έπαιρνε θεία χάρη και θεραπευτική δύναμη, όταν κατέβαινε ο άγγελος του Θεού. Ο παραλυτικός ήταν κοντά στην δεξαμενή, αλλά δεν είχε άνθρωπο για να τον βοηθήσει να τον βάλει μέσα στην κολυμβήθρα αμέσως μόλις εταράσσετο το νερό. Με παράπονο και δάκρυ στα μάτια ζητάει βοήθεια.

«Κύριε, δεν έχω άνθρωπο». Πάντως ο παραλυτικός, επίστευε, ότι εάν πρώτος έμπαινε στο νερό θα θεραπευόταν. Επίστευε, διότι τριάντα οκτώ χρόνια έβλεπε με τα μάτια του τις θεραπείες των άλλων και μέσα του κατεργαζόταν η υπομονή και μεγάλωνε η ελπίδα. Αχ και να είχε άνθρωπο, αχ και να έμπαινε πρώτος στην κολυμβήθρα. Αχ και να θεραπευόταν τελείως και να μπορούσε να περπατήσει και να πηδήσει και να τρέξει, ποτέ δεν θα γύριζε πίσω στις παλιές του κακές συνήθειες και αμαρτωλές του επιθυμίες και πράξεις. Θα ήταν πολύ ανόητος.

Ο Κύριος ως καρδιογνώστης Θεός «γνους ότι πολύν ήδη χρόνον έχειν», επάνω σε εκείνο το κρεββάτι της μετανοίας, τον ελυπήθηκε και τον εθεράπευσε. Αρκετά άλλωστε εδοκιμάσθη η πίστη του, διότι παρ’ όλο που πέρασαν τριάντα οκτώ χρόνια δεν απεμακρύνθη από τον τόπο εκείνο που γέμιζε την ψυχή του από ελπίδα. Ελπίδα στο Θεό.

Ο Κύριος εθεράπευσε τον παραλυτικό άνθρωπο και εκείνος δεν ξαναγύρισε στην αμαρτωλή ζωή του. Εάν γύριζε, ο Κύριος δεν θα τον εύρισκε, διότι ο Ιησούς δεν εσύχναζε σε αμαρτωλούς τόπους. Τον ευρήκε όμως στον Ναό του Σολομώντος «εν τω ιερώ» και εκεί ο Κύριος του έκανε τη σύσταση: «ίδε υγιής» τώρα, δηλαδή, έγινες καλά, τώρα είσαι συγχωρημένος… μη ξανά λερωθείς, μη ξαναμαρτήσεις. «μηκέτι αμάρτανε».

Και σήμερα, πολλοί άνθρωποι σωματικά και ψυχικά άρρωστοι είναι κοντά εκεί στη δεξαμενή, που λέγεται εκκλησία, μέσα στην οποία ευρίσκεται πάντα η θεία χάρη με τα άγια μυστήριά της, που εθέσπισε ο Χριστός, τα οποία έχουν θεραπευτική δύναμη, και παρ’ όλο που γνωρίζουν το πάθος τους, την ψυχική τους ασθένεια, δεν μπαίνουν μέσα σ’ αυτή την πηγή ύδατος ζωής που είναι ο Χριστός να θεραπευτούν, να γίνουν ψυχικά καλά, να συγχωρηθούν, να γίνουν υγιείς. Θέλουν να είναι μαζί με τους άλλους αρρώστους, τους ανθρώπους που περιμένουν, θέλουν να είναι μαζί με τους άλλους αμαρτωλούς, παράλυτοι ψυχή