Εγω σου τα λεγα

5 Μαΐου 2017

Γράφει ο Νίκος Ράμμος

Δυο λόγια

Ο μεγαλύτερος εχθρός για έναν αρθρογράφο, είναι η έλλειψη έμπνευσης. Το να «πρέπει» να γράψεις δε, το κάνει ακόμη χειρότερο. Και όταν τέλος, το μέσον, στο οποίο θα γράψεις, έχει τη βαρύτητα και τη σοβαρότητα «έντυπου μέσου ενημέρωσης» δηλαδή, μιας σοβαρής εφημερίδας, τότε έρχεται το αίσθημα ευθύνης, ανάκατο με αγωνία και σου εξαφανίζουν κάθε ίχνος έμπνευσης που σου είχε απομείνει. Θεωρώ τιμή και εύσημο, το να με θεωρεί μέλος της μια ομάδα σοβαρών δημοσιογράφων, οι οποίοι ις αξιόλογες ελληνικές εφημερίδες του Τορόντο, όπως ο «Ελληνικός Τύπος». Ελπίζω να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης τους και τους ευχαριστώ ταπεινά, για την τιμή που μου έκαναν!

Τα καλά και συμφέροντα..

Θα μου πει  ίσως κάποιος, δε μου λες Ράμμο, μόνο καλά βλέπεις; τίποτε στραβό δεν είδες; Σίγουρα υπάρχουν και «στραβά» και τα βλέπω, «κιόρης» (στραβός) σίγουρα δεν είμαι. Αλλά, μην με το που αρχίσω να γράφω, να αρπάξω την πένα μου σας κάποιους άλλους (όνομα και μη χωριό) να αρχίσω να παριστάνω τον δικαστή και τιμωρό των κακώς κειμένων; Δε λέει. Και άλλο το να επισημαίνει κάποιος κάποια στραβά, να τα φέρνει στο φως και να ενημερώνει το αναγνωστικό του κοινό για το τι συμβαίνει γύρω του ή δίπλα του, κι άλλο να παριστάνει τον δικαστή. Δικαστής είναι αποκλειστικά ο κόσμος, που αφού ενημερωθεί κι αφού διασταυρώσει τις πληροφορίες που του παρέχονται, θα βγάλει και την όποια ετυμηγορία του και – όπως είδαμε ως σήμερα – ο κόσμος ξέρει και να κρίνει και να τιμωρεί κατά πώς πρέπει. Θα γράψω όμως σίγουρα.. και δυστυχώς δεν θα ‘ναι λίγα, με ξέρετε καλά άλλωστε!

Αγαπητοί μου συμπατριώτες Έλληνες και Ελληνίδες εν Ελλάδι αλλά και στο εξωτερικό, πέρασε και το Άγιο Πάσχα, η γιορτή της «απόλυτης Θεϊκής αγάπης». Πόσο όμως μας άγγιξε;

Σας ακούω (ή διαβάζω) να χρησιμοποιείτε (πολλοί από εσάς) εκφράσεις, οι οποίες παραπέμπουν στο γνωστό σε όλους μας: «δε μιλάς για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου». Να σας εξηγήσω αμέσως τι εννοώ μ’ αυτό, και αν διαφωνείτε πείτε μου ελεύθερα να δω το λάθος μου.

Χρησιμοποιείτε για παράδειγμα τη φράση «λαθρομετανάστες», οι οποίοι εργάζονται παράνομα, απολαμβάνουν προνόμια χωρίς να τα δικαιούνται, επιδόματα και νοσηλευτικά οφέλη, εργασία και πολλά άλλα. Ωραία. Γιατί τους αποκαλείτε όμως «λαθρομετανάστες;»

Όλοι εκείνοι που ξενιτεύτηκαν λόγω κρίσης από την Ελλάδα, μήπως δεν έκαναν όλα τα παραπάνω στις χώρες που πήγαν; Ας πάρουμε τον Καναδά σαν παράδειγμα. Ήρθε κανένας εδώ, λέγοντας στις αρχές ότι έρχεται να μείνει μόνιμα; Ότι ήρθε να ψάξει για δουλειά, κι ότι αν βρει, θα εργαστεί ακόμα και χωρίς άδεια εργασίας και με λιγότερα χρήματα, αρκεί να βρει κάτι; Δε νομίζω.

Όλοι, εκτός λίγων εξαιρέσεων, ήρθαμε σαν τουρίστες. Λοιπόν; Ψάξτε το λίγο και θα δείτε κι οι ίδιοι, ότι δε διαφέρουμε και τόσο πολύ απ’ όσο πιστεύαμε, από όλους εκείνους που ήρθαν στην Ελλάδα, τους «δικούς» μας μετανάστες. Και εκείνοι, αν τους ρωτήσετε, θα σας πουν ένα σωρό δικαιολογίες και οι μισές θα είναι πέρα για πέρα αλήθεια, όπως το ότι πεινούσαν, ότι δεν έβλεπαν προοπτική για τους ίδιους ή και τα παιδιά τους, ότι ζούσαν σε χώρες που η εκμετάλλευση και η διαφθορά, ο φόβος, οι πόλεμοι, τους έσπρωξαν να πουλήσουν ό,τι έχουν -όσοι είχαν- και να χαθούν στο δρόμο, στις θάλασσες, τόσες ψυχές, όπως του μικρού Aryan..

Η πείνα και ο φόβος, είναι οι μεγαλύτεροι δυνάστες αγαπητοί μου συμπατριώτες. Το δικαίωμα της εργασίας και της επιβίωσης είναι «αναφαίρετα» για κάθε άνθρωπο, άσχετα από την καταγωγή, το χρώμα και το τι πιστεύει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *