Home Απόψεις Τα περβόλια του παραδείσου

Τα περβόλια του παραδείσου

114

Τη θάλασσα δεν τη χορταίναμε με τίποτα. Περιμέναμε πότε επιτέλους θα κλείσουν τα σχολεία για να ξεκινήσουμε τις βουτιές μας. Στις 11 το πρωί και με το σωσίβιο περασμένο στο μπράτσο για να μην το φουσκώνουμε στη θάλασσα και χάνουμε ώρα. Πήχτρα ο κόσμος στη στάση του λεωφορείου και μόλις το βλέπαμε τρέχαμε ποιος θα προφτάσει να πρωτομπεί μέσα. Σε πέντε λεπτά να και η θάλασσα, τόσο απείχε απ’ το χωριό. Αλλά όταν είσαι μικρός, πόσο τεράστιος σου φαίνεται ο έξω κόσμος. Μας φαινόταν ένα μακρυνό ταξίδι.

  Οι παραλίες τότε δεν ήταν οργανωμένες και τα βράχια σ’ αυτή την ακροθαλασσιά, και τα φύκια πιο πέρα, ήταν ο τόπος που καθόμασταν κι απλώναμε τις πεσέτες μας. Ένα μικρό καφενεδάκι στην απέναντι πλευρά, με δύο τραπεζάκια στον απογευματινό ίσκιο, ήταν μία μικρή ανάπαυλα γι αυτούς που ήθελαν να ξεδώσουν απ’ τον κάματο της μέρας.

  Μέσα η αστραφτερή θάλασσα όλο αμμουδιά, μπορούσες να δεις ακόμα και το πιο μικρό κοχύλι αν υπήρχε, ή μια μικρή πετραδούλα.

  Μετά τη βουτιά που δεν χορταινόταν με τίποτα, πολλές φορές περίμενε ένα  μικρό κολατσιό και το στέγνωμα στον ήλιο, αφού τρέμαμε σαν τα ψάρια και μελάνιαζε το στόμα μας. Στη μία αποχαιρετούσαμε την παραλία και τρέχαμε για να μην χάσουμε το μεσημεριανό λεωφορείο. Μέσα στον καυτό ήλιο του καταμεσήμερου ο ίσκιος μια συκιάς στη στάση ήταν ανάταση ψυχής. Αποχαιρετούσαμε τη θάλασσα με τη προσμονή της επόμενης μέρας. Πολλές φορές παίρναμε το λεωφορείο που πήγαινε για τη χώρα. «Στάση Καμίνια» λέγαμε και παίρναμε τον κατηφορικό δρόμο όπου η πνοή του ανέμου που ερχόταν απ’ τη θάλασσα, μας έβγαζε μπροστά της. Ο δρόμος περνούσε ανάμεσα απ’ τα περβόλια του χωριού. «Τα περβόλια του Παραδεισου». Στην άκρη του δρόμου έτρεχε ένα ρυάκι που ξενέριζε μέσα στη θάλασσα. Ήταν γεμάτο γυρίνους και βάζαμε τα χέρια μας για να τους πιάσουμε. Την εποχή που άνθιζαν οι ροδιές, γερμένες πάνω στους πέτρινους τοίχους αριστερά και δεξιά, αγκάλιαζαν τα κλαριά τους με το πράσινο και κόκκινο χρώμα του ροδιού που κρέμονταν σαν τσαμπιά.

  Οι μυρωδιές από κάθε είδους ζαρζαβατικό, οι ντοματιές που αγκάλιαζαν τα καλάμια φορτωμένες στη σειρά, οι μελιτζάνες όπου ανάμεσά τους φύτρωναν βασιλικούς, παρτέρια γεμάτα από δυόσμο, άνιθο, μαϊντανό και σέλινο. Τα περνούσες ένα απαλό χάδι με το χέρι σου και η πνοή σου γέμιζε απ’ το μοσχοβόλημά τους. Παρτέρια ασβεστωμένα γεμάτα από ένα πολύχρωμο χαλί που απλωνόταν από αφουτζέτες, μικρά κυπαρισσάκια, τσιγγάνες και ήλιους. 

  Αυλές πλακόστρωτες, σκεπασμένες με κλίματα που άφηναν μία ακτίνα του ήλιου να περάσει κλεφτά. Και στην άκρη χτισμένο το «Πυργέλι», ένα μικρό σπίτι με ένα δωμάτιο ή δύο δωμάτια που έμεναν οι περιβολάρηδες. Και τα βράδυα όταν ο ήλιος έγερνε στην πλάτη του βουνού και μας αποχαιρετούσε, έμπαιναν μπρος τα πηγάδια για να ποτιστεί το χώμα. Κι όσοι ακόμα είχαν το μαγγανοπήγαδο (το πηγάδι που βγάζει το νερό με τη βοήθεια του αλόγου που του είχαν κλειστά τα μάτια για να μπορεί να γυρίζει γύρω-γύρω και να βγάζει το νερό χωρίς να ζαλίζεται, μέσα σε μεταλλικούς κάδους, και στη συνέχεια το νερό έτρεχε στα αυλάκια), μας έφερνε λύπη να βλέπουμε την ταλαιπωρία του ζώου αλλά για να μας παρηγορήσουν μας έλεγαν ότι δεν το καταλαβαίνει.

  Τα απογεύματα πολλές φορές μία επίσκεψη σ’ ένα περβόλι την περιμέναμε με ανείπωτη χαρά, ήταν μια μικρή ανάπαυλα απ’ τη ζέστη της μέρας. Και με το σούρουπο η επιστροφή στο χωριό άρχιζε με τις τσάντες που έπρεπε να κρατά ο καθένας μας γεμάτες από τα καλά του περιβολιού και στο χέρι ένα μπουκέτο από βασιλικούς και αφουτζέτες που είχαν την τιμητική τους. Η διαφορά της θερμοκρασίας φτάνοντας στο χωριό ήταν αισθητή. Και όταν φτάναμε στη γειτονιά μας ρωτούσαν «Σε ποιο περιβόλι είχατε πάει;»

  Το πρωί στο δρόμο προς τη χώρα τα γαϊδουράκια φορτωμένα με όλα τα καλά όπου από βραδίς είχαν πλυθεί μέσα στις στέρνες έκαναν παρέλαση. Τα περβόλια προμήθευαν όλες τις γειτονιές της πόλης και κάθε γειτονιά περιμένει τον περιβολάρη της ξεχωριστά για να προμηθευτούν αυτά που η γη απλόχερα προσέφερε με κόπο και μόχθο. 

  Τα χρόνια πέρασαν, η θάλασσα νέκρωσε και μέσα και έξω. Τα βράχια της δεν φιλοξενούν πια ανθρώπους αλλά παρέμειναν μόνο κυματοθραύστες. Τα περβόλια μας εκτός από λίγα χάθηκαν μέσα στον ανεμοστρόβιλο του πολιτισμού, τα πυργέλια έγιναν βίλες, τα γαϊδουράκια είναι πια είδος προς εξαφάνιση και το νησί από εκεί που ήταν αυτάρκες και στην κατοχή η μεγάλη πείνα πέρασε όσο γινόταν πιο ανώδυνα, τώρα περιμένουμε το καράβι να μας προμηθεύσει αυτά τα καλά κι όταν το χειμώνα έχει κακοκαιρία και το καράβι δεν φαίνεται, αλίμονό μας. Το αγνάντεμα της γαλανής μας αιγαιοπελαγίτικης θάλασσας και η αύρα της μ’ έφεραν στο νου αυτές τις 

ειδυλλιακές εικόνες.

  Κάποιοι που δυστυχώς δεν τα έχουν ζήσει, ίσως μας πουν τρελούς, άλλοι ρομαντικούς, κι άλλοι πάλι ανόητους γιατί σήμερα η ζωή μας προσφέρει τόσες ανέσεις, αλλά όσοι από εμάς έχουν ζήσει αυτές τις στιγμές που ξέρουμε ότι δεν θα ξαναγυρίσουν θα καταλάβουν γιατι σήμερα την ώρα που διαβάζονται αυτές οι σειρές αφήνουν στο λαιμό έναν κόμπο, και στα μάτια μια θολούρα που τα κάνει να λάμπουν.