1 Δεκεμβιου

Μα “πρέπει”…


Το έχω ξαναπεί και το έχω γράψει πολλές φορές, πως, έρχονται στιγμές που πελαγώνεις, που αισθάνεσαι “άδειος”, που δεν κατεβάζει πλέον το μυαλό απολύτως τίποτε για να γράψεις.

Κοιτάς απλούστατα σαν χάνος την οθόνη του υπολογιστή, εκείνη κοιτάζει εσένα, στο τέλος πας για ύπνο και περάσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.

«Μα “πρέπει” να γράψεις…», «Μα δε μου ‘ρχεται…», «Μα πρέπει…», «Μα θα σε περιλάβω…»

Από το να ξύνω το κεφάλι μου, κοντεύω να μείνω χωρίς μαλλιά, με ξυπόλητο κεφάλι που λένε κάποιοι. Δεν συμβαίνει και τίποτε το συνταρακτικό βρε παιδιά σ’ αυτή την παροικία που να βγαίνει πρός τα έξω οπότε τι να γράψει κανείς; Τα ίδια και τα ίδια, μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει, κακά τα ψέματα. Να είστε πολύ σίγουροι, ότι τα “πραγματικά συνταρακτικά”, όντως δεν τα βλέπει ο Ήλιος, κι αφήστε κάποιοι τα σαχλά “ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον…” και λοιπά ποιητικά κουραφέξαλα. Μια χαρά κρυπτά υπάρχουν γύρω μας που ο Ήλιος δεν τα βλέπει, κι ούτε πρόκειται να τα δει ποτέ.
Στο τέλος, το έριξα λιγάκι στη φιλοσοφία, προσπαθώντας να αναλύσω αυτό το ρημαδο-“πρέπει”, και διαπίστωσα ότι το μόνο «πρέπει» που υπάρχει στο φτωχό μου λεξιλόγιο, είναι το ότι «μια μέρα πρέπει να πεθάνω!!”». Τίποτε άλλο. Απλούστατα γιατί, “έτσι πρέπει” !!

Τώρα βέβαια, αν σταματήσω κάποια μέρα και να γράφω τελείως, είμαι σίγουρος ότι κάποιοι θα κάνουν πάρτυ. Ελπίζω να με καλέσουν κι εμένα.. Έτσι πρέπει!!

«Η κατάρα του τράγου»


Η αληθινή ιστορία του Έλληνα Σιάνη, που «καταράστηκε» την ομάδα του Σικάγο, επειδή έδιωξαν από το γήπεδο τον… τράγο του! Η διάσημη κατάρα, που κράτησε πάνω από 100 χρόνια!

Στις 6 Οκτωβρίου του 1945 ένας Έλληνας μπήκε στο στάδιο της ομάδας μπέιζμπολ του Σικάγο με έναν τράγο. Έδειξε τα δύο εισιτήρια που είχε μαζί του, βρήκε τις θέσεις που αντιστοιχούσαν στον ίδιο και το κατοικίδιό του και έκατσε να απολαύσει τον αγώνα. Λίγη ώρα αργότερα, η ασφάλεια του σταδίου του ζήτησε να φύγει, γιατί η μυρωδιά του ζώου ενοχλούσε τους θεατές.

Ο Έλληνας έγινε έξαλλος με την προσβολή. Πριν αποχωρήσει, φώναξε: «Οι Cubs δεν θα κερδίσουν ποτέ ξανά». Και πράγματι, η «κατάρα» του έπιασε. Οι Chicago Cubs έχουν να κερδίσουν πρωτάθλημα από το 1908.

Ο «πολυπράγμων» Μπίλυ Σιάνης


Ο Μπίλυ Σιάνης γεννήθηκε στον Παλαιόπυργο Αρκαδίας το 1895. Σε ηλικία 17 ετών μετανάστευσε στην Αμερική και εγκαταστάθηκε στο Σικάγο. Αμέσως καταπιάστηκε με ό,τι δουλειά έβρισκε μπροστά του. Πουλούσε τα πάντα. Εφημερίδες στα λιμάνια, λάμπες που έκλεβε από καρότσια των τεχνικών, ακόμα και χρησιμοποιημένα εισιτήρια τρένου. Έμαθε αγγλικά διαβάζοντας εφημερίδες και το 1916, αφού πήρε την αμερικάνικη υπηκοότητα, έπιασε σταθερή δουλειά σε τυπογραφείο. Όταν μάζεψε λίγα χρήματα, αγόρασε ένα μικρό μαγαζί που μετέτρεψε σε εστιατόριο. Η επιχείρηση φαλίρισε με το κραχ του ’29 και ο Σιάνης επέστρεψε στις εφημερίδες, αυτή τη φορά ανοίγοντας περίπτερο που πουλούσε και καπνά. Τον Φεβρουάριο του 1933, δύο μήνες μετά το τέλος της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ, άφησε το περίπτερο, δανείστηκε 500 δολάρια και αγόρασε ένα μαγαζί απέναντι από το στάδιο Wrigley, όπου έπαιζε η τοπική ομάδα μπέιζμπολ, οι Chicago Cubs. Όταν πήγε να επιστρέψει τα δανεικά, έμαθε ότι ο δανειστής είχε πεθάνει. Η χήρα του του είπε να κρατήσει τα χρήματα για καλή τύχη και ο Σιάνης, φυσικά, τα κράτησε.


Ο Σιάνης και ο τράγος του

Το κατσικάκι του Μπίλυ. Ένα πρωινό του 1934, ο Σιάνης βρήκε ένα κατσικάκι στο δρόμο έξω απ’ την ταβέρνα του, που είχε πέσει από ένα φορτηγό. Το μάζεψε, το τάισε με μπιμπερό και ένας δικηγόρος που έτυχε να κάθεται στο μπαρ τον συμβούλευσε να το κρατήσει για να το κάνει μασκότ του μαγαζιού. Ο Σιάνης ακολούθησε τη συμβουλή, άλλαξε το όνομα της ταβέρνας σε «Billy Goat Tavern» (billy goat στα αγγλικά σημαίνει τράγος) και φωτογραφιζόταν με το ζώο στα διασημότερα σημεία της πόλης. Πολύ σύντομα, ο τράγος του Σιάνη είχε γίνει πασίγνωστος και η ταβέρνα γέμιζε με κόσμο που ερχόταν να απολαύσει μια μπύρα μετά τους αγώνες μπέιζμπολ, αλλά και για να δει από κοντά τη χαριτωμένη μασκότ. Η «Ταβέρνα του Τράγου» έγινε το στέκι δημοσιογράφων, αθλητών και άλλων διασημοτήτων του Σικάγο και ο Έλληνας μετανάστης έκανε χρυσές δουλειές.

Η κατάρα του τράγου

Ο Σιάνης ήταν φανατικός οπαδός του μπέιζμπολ. Στις 6 Οκτωβρίου του 1945 αποφάσισε να πάει στον αγώνα τον Chicago Cubs, οι οποίοι έπαιζαν για το πρωτάθλημα εναντίον των Detroit Tigers. Πήρε μαζί και τον τράγο του με σκοπό να φωτογραφηθούν στο θρυλικό γήπεδο. Αγόρασε μάλιστα και για αυτόν ένα εισιτήριο για να είναι τυπικός. Έκατσε στη θέση του και δίπλα του κάθισε ο τράγος. Ο αγώνας κύλησε ήρεμα μέχρι τη στιγμή που τον πλησίασε η ασφάλεια του σταδίου και του ζήτησε το αυτονόητο. Να φύγει ο τράγος. Εξοργισμένος, ο Σιάνης βροντοφώναξε πως δεν θα περνούσε έτσι αυτή η προσβολή και «καταράστηκε» τους Chicago Cubs να μην ξανακερδίσουν παιχνίδι. Σύμφωνα με μία μαρτυρία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Chicago Sun, ο τράγος δεν μπήκε ποτέ στο στάδιο. Τον έδεσαν έξω απ’ το γήπεδο και ο Σιάνης είδε μόνος του τον αγώνα, αφού απείλησε ότι θα έκανε μήνυση για την προσβολή. Η οικογένεια του Σιάνη, βέβαια, υποστηρίζει πως μετά τον αγώνα, έστειλε τηλεγράφημα στον ιδιοκτήτη της ομάδας, Philip Wrigley, το οποίο έγραφε: «Θα χάσετε αυτό το πρωτάθλημα και δεν κερδίσετε άλλο πρωτάθλημα ποτέ ξανά. Δεν θα κερδίσετε γιατί προσβάλλατε τον τράγο μου».

Οι Cubs άρχισαν να χάνουν από το επόμενο κιόλας παιχνίδι. Αν και είχαν σημαντικό προβάδισμα, κατέληξαν να χάσουν το πρωτάθλημα, ύστερα από τέσσερις συνεχόμενες ήττες. Η κακοτυχία συνεχίστηκε για χρόνια και η ομάδα, τρομοκρατημένη, έφτασε στο σημείο να ζητήσει να αντιστραφεί η κατάρα. Το 1969, ο Σιάνης ανακοίνωσε πως την πήρε πίσω, αλλά η τύχη των Chicago Cubs δεν άλλαξε.


Ο Σαμ Σιάνης και ο τράγος στο γήπεδο

Μετά τον θάνατο του Σιάνη το 1970, την ταβέρνα ανέλαβε ο ανιψιός του, Σαμ, ο οποίος προσπάθησε με τη σειρά του να αντιστρέψει την κατάρα. Το ’84, το ’89, το ’94 και ξανά το ’98, ο Σαμ περπάτησε στο γήπεδο μαζί με έναν τράγο για να «εξευμενίσει» την προσβολή που είχε δεχτεί το ζωντανό το 1945. Οι προσπάθειές του ήταν μάταιες, όμως.

Το 2003, οι οπαδοί των Cubs αποφάσισαν να περάσουν στην αντεπίθεση. Αντί να αντιστρέψουν την κατάρα, προσπάθησαν να την στρέψουν προς τους αντιπάλους, τους Houston Astros, μπαίνοντας στο γήπεδο με έναν άλλο τράγο, που είχαν ονομάσει Βιργίλιο Όμηρο. Τους απαγόρευσαν να μπουν και τότε έβγαλαν μία περγαμηνή και άρχισαν να απαγγέλλουν έναν αρχαίο ύμνο, που υποτίθεται ότι θα αντέστρεφε την κατάρα. Ασφαλώς και απέτυχαν.

Το 2007, ένας νεκρός τράγος βρέθηκε κρεμασμένος έξω από το στάδιο, ενώ το 2009, άγνωστοι κρέμασαν μόνο το κρανίο του ζώου.

Έχει περάσει πλήθος ιερέων για να εξαγνίσουν το γήπεδο, χωρίς αποτέλεσμα.

Το 2011, μία ομάδα οπαδών ίδρυσε φιλανθρωπικό οργανισμό που έστελνε κατσίκια σε οικογένειες σε υπανάπτυκτες χώρες, για να τους παρέχουν φαγητό και γάλα. Ήλπιζαν ότι βοηθώντας άλλους ανθρώπους, θα βελτίωναν και τις επιδόσεις της αγαπημένης τους ομάδας.

Oι Chicago Cubs σήκωσαν το κύπελο του πρωταθλητή το 2016. Ίσως ακολούθησαν την προτροπή του Σιάνη ότι ο μοναδικός τρόπος να λυθεί η κατάρα ήταν ένας: οι ιδιοκτήτες του σταδίου να επιτρέψουν την είσοδο στα κατσίκια όχι με κάποιον απώτερο σκοπό, αλλά επειδή το επιθυμούσαν πραγματικά.

Πάντως η ομάδα του 2016 ήταν από τις πιο ταλαντούχες στην ιστορία του Σικάγο. Άλλωστε, αυτή είναι που έσπασε και την “κατάρα”… (πηγή: mixanitouxronou)

Αλήθεια λυπάμαι…


Ανήκω στη δεκαετία του ’60. Θυμάμαι ακόμη που αγοράζαμε από τον μπακάλη φαγώσιμα, δίνοντας αυγά αντί για χρήματα. Θυμάμαι ακόμα που περνούσαμε όλη μέρα παίζοντας με τους φίλους μας. Τα παιχνίδια μας ήταν χειροποίητα, συνήθως φτιαγμένα από σύρμα, ξύλο ή όποιο άλλο υλικό έπεφτε στα χέρια μας. Απλά ήταν, μα ήταν όμορφα. Χαιρόμασταν με μικροπράγματα… “τιποτένια” θα τα ονόμαζαν πολλοί σήμερα, μα για μας ήταν όλη η χαρά και το καμάρι μας. Και τι δεν θυμάμαι!

Σας βλέπω σήμερα εσάς τα νέα παιδιά και σας λυπάμαι. Λυπάμαι το ότι δεν χορτάσατε παιχνίδι, δεν χαρήκατε φίλους, δεν νιώσατε τη χαρά ενός “τιποτένιου” δώρου, απλού παιχνιδιού, φτηνών ρούχων..

Αντί να μετράτε φίλους στη ζωή, μετράτε φίλους στα (αντι)Social Media και κάνετε σαν τρελοί αν δεν σας κάνουν Like! Που αντί κοινωνικοί, γίνατε αντικοινωνικοί όσο δεν πάει άλλο. Εμάς μας μεγάλωναν παππούδες και γιαγιάδες ενώ εσάς τα Day Care, η τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Μάθαμε πώς να επιβιώνουμε στη ζωή, κάτι πολύ βασικό που εσείς δεν γνωρίζετε και που “θα πληρώσετε πολύ ακριβά” για να μάθετε. Κολλημένοι σε ένα κινητό, που μοιάζει προέκταση του χεριού σας, δείχνετε τόσο ευάλωτοι αν σας το στερήσουν έστω και για λίγη ώρα. Χάνετε με μιάς τον κόσμο κάτω από τα πόδια σας, γιατί αυτός είναι όλος ο “κόσμος” σας.

Το χειρότερο όμως όλων, είναι πως εσείς θα δείτε πολύ άσχημες ημέρες, θα ζήσετε δύσκολα χρόνια. Θα στερηθείτε πολλά. Αυτά που σήμερα θεωρείτε “παιχνίδια” και “πολυτέλειες” θα γίνουν οι δυνάστες σας, θα είναι τα μάτια και τα αφτιά, που θα παρακολουθούν και θα αναφέρουν κάθε σας κίνηση.

Αυτά που εμείς θεωρούσαμε “δεδομένα”, όπως η “ελευθερία” και τα “ατομικά δικαιώματα”, εσείς θα τα στερηθείτε. Δεν θα τολμάτε να μιλήσετε, να μοιραστείτε τις σκέψεις σας, θα φοβάστε και τη σκιά σας. Τότε θα συνειδητοποιήσετε και το πόσο μόνοι είστε. Για όλα αυτά και για άλλα τόσα, είναι που λυπάμαι. Αλήθεια λυπάμαι !!

Το ανέκδοτο της βδομάδας (με τον Νίκο Ράμμο)

Ένας νέος λέει μια μέρα στη μητέρα του, “μάνα αγαπώ μια κοπέλα και θέλω να την παντρευτώ. Λέω να σου τη φέρω να τη γνωρίσεις. Θα φέρω όμως τρείς κοπέλες μαζί, να δω αν καταλάβεις ποιά είναι αυτή που αγαπάω”. Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα, φέρνει τρείς πανέμορφες κοπέλες στο σπίτι, κάθονται στον καναπέ και συζητάνε με τη μητέρα του. Μετά από μια ώρα, σηκώθηκαν, αποχαιρέτησαν και έφυγαν. Τρέχει ο νεαρός και ρωτάει όλος αγωνία, “μάνα, κατάλαβες ποιά είναι αυτή που αγαπάω;”.

“Κατάλαβα γιέ μου, την τρίτη, Καίτη τη λέγανε θαρρώ;”. “Ναι μάνα, μα… πώς το κατάλαβες;”
“Είναι εύκολο γιέ μου. Ήταν η μόνη που δεν την χώνεψα εξ αρχής!!”.