8 – 15 Σεπτεμβρίου

Νά ‘μαστε και πάλι μαζί

Μετά λίγες ημέρες, ανασυντάσσεται η ομάδα του Ελληνικού Τύπου και η σημερινή έκδοση είναι η πρώτη μετά τις ολιγοήμερες διακοπές του Αυγούστου. Η συντακτική ομάδα του Ελληνικού Τύπου σας εύχεται καλό φθινόπωρο! 

Τι έχεις Γιάννη; τι είχα πάντα!

Κάποτε, δύο δεκαετίες πρίν, τραγουδούσα στη Θεσσαλονίκη. Στο ίδιο κτήριο, υπήρχαν δύο μαγαζιά, αυτό που τραγουδούσα, ένα λαϊκοχορευτικό κέντρο με φαγητό και ποικίλη μουσική, και ακριβώς δίπλα ένα μικρό μαγαζί -“καθαρά” μπουζουξίδικο- ο “ΖΥΓΟΣ”. Βασικά, το έλεγες και “σκυλάδικο” αν ήθελες.
Στον Ζυγό έφερναν συχνά-πυκνά, “παλιά” ονόματα που ακόμα τραγουδούσαν, όπως ο Ζαγοραίος, ο Πόλυς Κερμανίδης, η Φωτεινή Μαυράκη (μια από τις πολύ μεγάλες λαϊκές “φωνές” της εποχής της) καθώς και ακόμα πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Ο “μόνιμος” πάντως τραγουδιστής του, ήταν ο φίλος μου ο Γιώργος ο Ξανθιώτης (“Τσικουλάτα”)
Τα μαγαζιά κατάμεστα από κόσμο κάθε βδομάδα, σε σημείο να μη βρίσκεις τραπέζι αν δεν έκανες κράτηση μέρες πρίν.

Θυμάμαι πως τότε είχα πει μια μέρα: “Αν ποτέ κλείσει ο Ζυγός, θα έχει τελειώσει το επάγγελμα για όλους μας”.
Σωστά μαντέψατε! Και ο Ζυγός έκλεισε, όπως έκλεισαν σχεδόν όλα τα τότε γνωστά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, αλλά και σε όλη την επικράτεια. Άνοιγαν άλλα, μα όλα είχαν σύντομη ημερομηνία λήξης. Δεν ξέρω τι έφταιγε, δεν γνωρίζω τα οικονομικά ζητήματα των επιχειρηματιών. Το μόνο που ξέρω σίγουρα, είναι πως, ενώ τότε ζούσαμε από το νυχτοκάματο, σήμερα επήλθε ευτελισμός των πάντων. Αν δεν κάνεις άλλη δουλειά, δεν επιβιώνεις.

 

Το χειρότερο όμως όλων, είναι η απαξίωση και η λατρεία της μετριότητας. Μια τάση που κατάντησε να είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση.
Τραγουδίστριες, πολλές κάτω του μετρίου και άλλες εντελώς άφωνες, να προωθούνται από κυκλώματα λόγω εμφάνισης και μόνο, ή λόγω “χαμηλών απαιτήσεων για φτηνό μεροκάματο”, ενώ το μόνο που μπορούν και ξέρουν να κάνουν, είναι να δείχνουν σε κοινή θέα γυμνή σάρκα, πρός τέρψιν κάποιων “νηστικών “, εξευτελίζοντας, και το τραγούδι και το επάγγελμα και τους συναδέλφους τους και το γυναικείο φύλλο. Αν όμως τις ακούσεις να μιλάνε για τον εαυτό τους, η έπαρση και το ψώνιο τους, είναι άνω ποταμών, ποιά Αλεξίου, ποιά Πρωτοψάλτη, ΕΓΩ και καμία άλλη..  Αλλά την “ανύπαρκτη αξία τους ως φωνές”, θέλει μεγάλη φαντασία για να τη δεί κανείς. “Ο έχων ώτα, ακούειν και φευγέτω τρέχοντας!!”.
Οι πραγματικές “φωνές” και οι “σεμνές” πάντως, έμειναν στα ράφια των αζήτητων.

Έχεις παραπανίσσια κιλά, δεν μας κάνεις. Σοβαρά ε; Πάρτε το κορμί τότε να σας τραγουδήσει καλύτερα, αφού «από κορμί φωνή, κι από φωνή Λεβαδειακός Τρίκαλα 0-2 με πέναλτι….».
Τα μεροκάματα, αντί με την πάροδο των χρόνων να αυξάνονται (ή έστω να παρέμεναν στα ίδια επίπεδα με το “τότε”) κατάντησαν πλέον προσβολή της αξιοπρέπειας του κάθε καλλιτέχνη. Να δείς που θα έρθει μέρα, που για να τραγουδήσει κάποιος, θα πρέπει να πληρώνει αυτός τους μαγαζάτορες.
Δεν υπάρχει σεβασμός στον καλλιτέχνη από τους Έλληνες πελάτες και μαγαζάτορες, παλιούς και νέους, άντρες και γυναίκες. Οι τραγουδίστριες θεωρούνται “φτηνές”, κι οι τραγουδιστές “λικνιστοί”. Σίγουρα υπάρχουν και τέτοια φαινόμενα, αλλά δεν είναι όλοι.
Ο άλλος με το που έπαιρνε τις τραγουδίστριες από το αεροδρόμιο, το πρώτο πράγμα που τις έλεγε, ήταν: “να φοράς κοντά φουστάνια να βλέπουν οι πελάτες τα μπούτια σου και να έρχονται στο μαγαζί να πετάνε λουλούδια”. Δεν είναι εξευτελισμός αυτό άραγε; Ανθοπωλείο έχεις ή χασάπικο και πουλάς κρέατα; Θα μπορούσε να ήταν εγγονή σου, σοβαρέψου επί τέλους ογδόντα χρονών άνθρωπος!
Κι όμως… Σε ολόκληρο Τορόντο, με τόσο ελληνισμό, είναι κρίμα να μην υπάρχουν αρκετά αξιόλογα μαγαζιά για ελληνική διασκέδαση, όπου θα υπάρχει αλληλοσεβασμός, ασφάλεια, καλή μουσική και ήθος, όπου να μπορεί να πάει ο κάθε οικογενειάρχης με τη γυναίκα του να περάσει ήσυχα κι όμορφα.
Που είναι τα ταβερνάκια, με τις παρέες φίλων να διασκεδάζουν αντάμα, με τους μεζέδες τους, το κρασάκι, με τις λογικές τιμές να μπορεί να πάει κι ο κάθε πικραμένος, με τοπικούς καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν βρε αδερφέ και πέντε φίλους που έρχονται να τους ακούσουν;

Μείναμε “εμείς κι εμείς”, δυό τρία εστιατόρια με μουσική όλο κι όλο. Τα ίδια και τα ίδια.
Τι έχεις Γιάννη; τι είχα πάντα!

 

Γονείς, μην καταριέστε, μόνο να εύχεστε!

Ήταν μια ιστορία που μου την είπε ο παππούς και που πάντα θα την θυμάμαι. Θα ήθελα να σας την διηγηθώ, αν μου το επιτρέπετε..

Ήταν ένα αντρόγυνο, δύο γεροντάκια, σκυφτά απο το βάρος των χρόνων κι απο τους πόνους. Περπατούσαν στο σκοτεινό δρόμο, ανηφορίζοντας πρός την πλατεία. Χτύπησαν δειλά την πόρτα ενός σπιτιού στην άκρη του χωριού. Εκεί έμενε ένας παπάς εξομολόγος και αυτόν πήγαν να δούν.

Τους έμπασε μέσα καλοσωρίζοντάς τους ήρεμα και απλά. Μπήκαν σκουπίζοντας τα πόδια στο χαλάκι έξω απο την πόρτα..

_Πές τε μου, τι μπορώ να κάνω για σας, είπε καλοσυνάτα ο ιερέας. Μετά απο κάποιο δισταγμό, και μη μπορώντας ο γέροντας να μιλήσει απο το κλάμα, μίλησε η ηλικιωμένη γυναίκα.

_Πάτερ, ήρθαμε γιατί κάναμε μια πολύ μεγάλη αμαρτία, έχουμε τύψεις, δεν το χωράει η ψυχή μας το κακό που κάναμε, είπε με συντριβή η γυναίκα, ενώ δίπλα της ο γέροντας έκλαιγε απαρηγόρητος σιωπηλά, όλη την ώρα.

Απόρησε ο παπάς. Συνήθως τις μεγάλες αμαρτίες τις κάνουμε νέοι, τότε που είμαστε ανέμελοι, περίεργοι, γεμάτοι πάθος για ζωή και με ανύπαρκτη πείρα. Δυο άνθρωποι σε τέτοια ηλικία, τι μεγάλη αμαρτία άραγε θα μπορούσαν να κάνουν; Απο τις σκέψεις του τον έβγαλε η γυναίκα, που συνέχισε..

_Έπιασα κάποτε παιδί. Μα δεν μας αξίωσε ο Θεός να το χαρούμε. Μας το πήρε. Προσπαθήσαμε άλλες δύο φορές, τα ίδια, απέβαλα ξανά. Στην τελευταία μας προσπάθεια, μας χάρισε ένα αγόρι, έζησε και ήταν γερό. Όλη μας η φροντίδα και αγάπη, έπεσε πάνω σ’ αυτό το παιδί. Κάναμε τα πάντα μη μας πάθει κακό, στερηθήκαμε τα πάντα να μεγαλώσει, και μετά ξανά, πάλι στερήσεις να σπουδάσει.

Σπούδασε, έγινε γιατρός, χειρούργος, και πολύ καλός μάλιστα..άρχισε να βγάζει πάρα πολλά χρήματα.

Έφυγε απο το φτωχόσπιτό μας το πατρικό, και αγόρασε μια έπαυλη. Εμείς το βλέπαμε και καμαρώναμε, χαιρόμασταν για την προκοπή του και για τα αγαθά που απόκτησε, που δεν ζούσε στην μιζέρια και τη φτώχεια, όπως εμείς όλα μας τα χρόνια. Πηγαίναμε, τον επισκεπτόμασταν, ερχόταν κι εκείνος μας έβλεπε τακτικά..

_Όλα όσα μου λέτε, είναι ωραία και καλά, ποιό είναι το πρόβλημά σας όμως, πέστε μου γιατί δεν βλέπω τον λόγο που κλαίτε με τόσο πόνο τόση ώρα εσείς και ο σύζυγός σας, δεν βλέπω να κάνατε κάτι κακό.

_Πάτερ, όλα ήταν όμορφα, μέχρι που γνώρισε μια κοπέλα πλούσια, αυτές που λένε “της ψηλής κοινωνίας, απο τζάκι”. Δεν καταδεχόταν να μπεί στο φτωχικό μας. Και δεν έφτανε αυτό, δεν άφηνε και το παιδί μας να έρχεται. Κάθε φορά που ερχόταν, κατόπιν είχε φασαρίες σαν γυρνούσε στο σπίτι του.

Εμείς κάναμε πίσω, μη θέλοντας να είμαστε η αφορμή να μαλώνουν, δεν το θέλαμε. Αφού αυτήν διάλλεξε, ας τα έχει καλά μαζί της, εμείς έχουμε λέγαμε ο ένας τον άλλο, και τα χρόνια μας λίγα, ας μην γινόμαστε βάρος στα παιδιά.

Κάποτε, ήρθε η γιορτή του, ήταν του Άη Σπυρίδωνα, Σπύρο το λένε το παιδί μας πάτερ.. και έβαλε ξανά τα κλάματα με αναφυλλητά.

Ο ιερέας άρχισε να διαισθάνεται κάτι πολύ δυσάρεστο στην ατμόσφαιρα, ένοιωσε πως θα ακούσει κάτι πολύ βαρύ, μα δεν μπορούσε να φανταστεί τι.. Μόλις ηρέμησε κάπως η ηλικιωμένη γυναίκα, συνέχισε.

_Είπαμε με τον πατέρα του, ας πάρουμε λίγα κουλουράκια που του έφτιαξα και που τόσο πολύ αγαπούσε, και ας πάμε να τον επισκεφτούμε για λίγη ωρίτσα και να του ευχηθούμε στη γιορτή του. Είχαμε μήνες να τον δούμε βλέπεις, και είπαμε, ευκαιρία είναι, ας πάμε. Μόλις φτάσαμε, χτυπήσαμε το κουδούνι και περιμέναμε να μας ανοίξουν.

Άνοιξε η γυναίκα του, μα μόλις μας είδε, αντί να πεί έστω και μια καλησπέρα, μας είπε ‘περιμένετε μια στιγμή’ κλείνοντας μας καταπρόσωπο πάλι την πόρτα.

Δεν το κάναμε θέμα, είπαμε, ας είναι, νέα είναι, άπειρη είναι, σιγά-σιγά ίσως αλάξει. Μετά απο λίγο άνοιξε πάλι η πόρτα, ήταν ο γιός μας.

_”Μητέρα; πατέρα;” μας είπε, “δεν σας περίμενα..”

_Παιδί μου, γονείς σου είμαστε, το παιδί μας γιορτάζει, τι να μας περίμενες; είπαμε να έρθουμε μισή ωρίτσα απλά να σε δούμε και να σου ευχηθούμε. Να, σου έφερα και κουλουράκια που σ’ αρέσουνε, και.. Και έκανα να του τα δώσω, έξω εκεί στην πόρτα, μα με σταμάτησε..

_”Ξέρετε, σήμερα έχω κόσμο και περιμένω καλεσμένους, κάποιους συναδέλφους.. ελάτε μια άλλη φορά, αντίο, τα λέμε..” και μας έκλεισε κι εκείνος την πόρτα..

Ο πατέρας του δεν άντεξε, κάθισε στα σκαλιά, και άρχισε να κλαίει, τον πήρε το παράπονο παπά μου.. άνθρωπος είναι, λύγισε..

_Να μην μας βάλει στο σπίτι του; το ίδιο μας το μοναχοπαίδι; τι του κάναμε; γιατί δεν έχουν αξία η μάννα και ο πατέρας που τον ανάθρεψαν τόσα χρόνια, που με στερήσεις τον σπούδασαν, και τώρα μας κλείνει την πόρτα σαν να ‘μαστε δυό ξένοι;

Τότε βγήκε πάλι ο γιός μας, που φαίνεται μας άκουσε, και με απότομο τρόπο έπιασε τον γέροντα πατέρα του απο το μπράτσο, σπρώχνοντάς τον βίαια και λέγοντας με υψωμένο τόνο, “πάτε να με ρεζιλέψετε στους καλεσμένους και στην γυναίκα μου και μυξοκλαίτε σαν μωρά στις σκάλες; φύγετε σας παρακαλώ..” και έσπρωχνε τον πατέρα του και μένα να κατέβουμε τις σκάλες.

Τότε πάτερ μου, έγινε το κακό.. Γύρισε ο πατέρας του, και του είπε με πίκρα και απογοήτευση, “Τα χέρια αυτά, που έφτασαν να σπρώχνουν και να διώχνουν πατέρα και μάννα σαν σκυλιά, δεν είναι ευλογημένα… να ξεραθούνε”..!!

Το βράδυ εκείνο, ο γιός μας έπαθε κάτι σαν εγκεφαλικό, και τα χέρια του είναι πλέον παράλυτα τελείως.. Πάτερ, έγκλημα κάναμε!

Τότε μόνο κατάλαβε πλέον ο ιερέας το δράμα που περνούσαν, τον πόνο της ψυχής τους, τότε μπόρεσε και ένοιωσε το βάρος του σταυρού που κουβαλούσαν..

Γονείς, μην καταριέστε, μόνο να εύχεστε..! 

Άλλα τα μάτια του λαγού, κι άλλα της κουκουβάγιας!

Γάμοι, χοροί, εκδηλώσεις, με DJ.  Με τη φόρα που πήραν οι Ντιτζέηδες, θα τους δούμε καμιά μέρα να είναι οι μόνοι που θα έχουν δουλειά. Πόσα ζητάτε σαν ορχήστρα; σε ρωτάνε. Τους λές ένα ποσό. Α, μπα… πολλά είναι. Και μαθαίνεις τελικά, ότι πήραν DJ.. Το παλαβό δεν είναι εκεί. Είναι ότι ο DJ ζήτησε πιό πολλά, κι όμως, του τα έδωσαν!!! Αφερίμ, να χαρώ εγώ!

Δεν τα ‘χω με τους DJ. Τα έχω με τη νοοτροπία ορισμένων, που δεν θέλουν να καταλάβουν, πως, άλλη η δουλειά του ενός, κι άλλη μιας ορχήστρας δύο, τριών και περισσότερων ατόμων. Άλλο οι μουσικοί που “ παίζουν”, κι άλλο τα καραόκια. Για το σπίτι η για χαβαλέ, καλά είναι, αλλά ως εκεί. Επί τέλους, μην τα ισωπεδώνουμε όλα!

Νομίζω πως το φταίξιμο είναι των καλλιτεχνών (μουσικών και τραγουδιστών). Πόσα παίρνατε μέχρι χτες; (Παράδειγμα) διακόσια τη βραδιά; Όταν σας ξαναρωτήσουν, ζητήστε τετρακόσια. Έτσι κι αλλιώς πάλι DJ θα φωνάξουν, τουλάχιστον να μπορείτε να λέτε “δεν με φωνάζουν “γιατί είμαι ακριβός”, κι όχι, “δεν με φωνάζουν γιατί, ανάλογα με την αξία μου κι ο μισθός μου”, άρα μικρής αξίας. Ολούρμου;

Βαρέθηκα να ακούω και να διαβάζω συνεχώς λέξεις και φράσεις που με κάνουν να αισθάνομαι σκύλος. Και, αν και λατρεύω γενικά όλα τα ζώα, θεωρώ πως μόνο αυτά έχουν “αφεντικά”.

Ο άνθρωπος, “ο κάθε άνθρωπος”, είναι “αφεντικό του εαυτού του“.

Στο χώρο εργασίας για παράδειγμα, δεν θεωρώ ότι έχεις “αφεντικό” αλλά “εργοδότη”.

Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο.

Στο χώρο της πολιτικής όμως, πάει ακόμα πιο πέρα το ζήτημα. Εκεί πλέον δεν έχουμε “αφεντικά” αλλά “υπαλλήλους”, που μας ζήτησαν να τους εμπιστευθούμε με την ψήφο μας.

Η δύναμη όμως πάντα, είμαστε εμείς, ο λαός. Αυτοί, για όσο θα λαδώνουν το άντερό τους πάνω σε καρέκλες και απολαμβάνοντας πρόσκαιρα αξιώματα, υπάλληλοι δικοί μας θα είναι, υπάλληλοι και μόνο υπάλληλοι θα θεωρούνται, κι ως υπάλληλοι (και τίποτε περισσότερο) πρέπει να αντιμετωπίζονται. Δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους; Δρόμο!

 

Οπότε, το ότι καθόμαστε “κλαρίνο” μπροστά στον υπάλληλό μας, είτε λέγεται πρωθυπουργός, είτε υπουργός, είτε δήμαρχος, είτε κλητήρας, ακόμα δεν μπόρεσα να το χωνέψω.

Αυτοί δεν είναι που κάθε τετραετία έρχονται όλοι τους ένας ένας και σε παρακαλάνε και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια, ζητιανεύοντας (κυριολεκτικά) την ψήφο σου;

Γιατί λοιπόν όλη αυτή η δουλικότητα Έλληνα; Τόσο ραγιάς κατάντησες;

Άλλο σεβασμός, κι άλλο δουλοπρέπεια, άκου με, δεν είναι το ίδιο!

Το ανέκδοτο της εβδομάδας (με τον Νίκο Ράμμο)

-Κωστή παιδί μου;

-Ναι μάνα;

-Αυτή η “κοντή” που σας είδα μαζί το μεσημέρι, ποιά είναι;

-Η κοπέλα μου μάνα, η Μαρία, αγαπιόμαστε, θα τη ζητήσω από τον πατέρα της.

-Να του πείς να σου δώσει και την υπόλοιπη…!!