Home Απόψεις «Έτσι έγραψα το Αξιον Εστι»

«Έτσι έγραψα το Αξιον Εστι»

214

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (ΝΟΜΠΕΛ 1979)

Για την εισαγωγή και μεταφορά: Πλάτων Ρούτης  proutis0107@rogers.com

Εισαγωγή 

Στην εφημερίδα «Ελληνικός Τύπος» την περασμένη εβδομάδα με την ευκαιρία τα γεγονότα στις ΗΠΑ έθεσα το ερώτημα «για ποια δημοκρατία μιλάνε;» στο άρθρο μου «Δημοκρατία made in USA». 

 Σε αυτή την έκδοση θεώρησα καθήκον μου να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα και να  αντικρούσω αυτό που δήλωσαν οι «Δημοκρατικοί» μετά την εισβολή των οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο. Δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο να αποκατασταθεί το γόητρο της Αμερικής σαν «ο φάρος της δημοκρατίας στον ελεύθερο κόσμο». Αν και απάντησα στην περασμένη έκδοση, θα ήθελα να δώσω τη δική αντίληψη για το τι είναι δημοκρατία. Χωρίς φυσικά να μονοπωλώ την αποκλειστικότητα σε αυτό το μεγάλο θέμα και μακριά από κάθε εθνικιστική και σοβινιστική θέση, επιλέγω να απαντήσω με το ποιητικό μεγαλείο του «Αξιον Εστί» του δικού μας Οδυσσέα Ελύτη που έγραψε για τον Ελληνικό πολιτισμό και δημοκρατία. 

Όταν οι Έλληνες έβγαζαν λόγους και έγραφαν για την δημοκρατία οι ΗΠΑ δεν υπήρχαν ακόμα στο χάρτη,  (δεν θα αναλωθώ σε ευχολόγια τώρα και ούτε ελπίζω ότι με τον νέο πρόεδρο τους οι ΗΠΑ θα  αλλάξουν πορεία για μία γνήσια δημοκρατία, αυτό είναι δική τους δουλειά αλλά ας αφήσουν τις άλλες χώρες να διαλέξουν τον δικό τους τρόπο ζωής.)

Η Ελλάδα είναι μικρή σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική της έκταση, αν συγκριθεί με άλλες πολύ μεγαλύτερες χώρες. Εντούτοις η προσφορά της στον πνευματικό και πολιτιστικό τομέα είναι μεγάλη.     Η χώρα αυτή που έχει γεννήσει την έννοια της Δημοκρατίας και έχει αναπτύξει την επιστήμη της φιλοσοφίας κι έχει προσφέρει κορυφαίους πνευματικούς δημιουργούς, όπως είναι ο Όμηρος, ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης και τόσους άλλους, δεν μπορεί παρά να εκλαμβάνεται ως σπουδαία και σημαντική. Το αίτημα ελευθερίας που αναδείχτηκε μέσα από τους αγώνες του λαού μας που μας περιγράφει ο ποιητής ρίζωσε πολύ γερά σε αυτόν τον τόπο. Μη ξεγελαστούμε να θεωρήσουμε ότι οι ΗΠΑ είναι ο «φάρος της δημοκρατίας».

Το Αξιον Εστι, αυτό το τεράστιο έργο του Ελύτη, δίνει το στίγμα στα γεγονότα, κάνει εγκάρσιες τομές στην ιστορία του Ελληνισμού που πρέπει να γίνουν κτήμα όλων μας. Το ποίημα ενσαρκώνει τις μεγάλες αξίες της ανθρωπότητας και τιμά τους αγώνες του λαού μας. Αγώνες για τις ανθρώπινες αξίες, για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.  Τον αγώνα της Ελληνικής φυλής να ορθοποδήσει να σηκωθεί από τον πρωτόγονο άνθρωπο στα δύο του πόδια και να μεγαλουργήσει. 

Με την ενότητα «Ιδού εγώ λοιπόν» περιγράφει τον Έλληνα που δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για την Ζωή και την Ελευθερία στη χώρα του αλλά και στην οικουμένη. Αριστουργήματα που ξεπερνάνε τα όρια της χώρας και ανήκουν στην κληρονομιά της ανθρωπότητας!! Ας ακούσουμε τους ποιητές μας, ας διαβάσουμε την ιστορία μας, ας μάθουμε για τους αγώνες του λαού μας για την αξιοπρέπεια που πολλές φορές αποπειράθηκαν να του την καταργήσουν. Ας δούμε τους αγώνες των Ελλήνων σε συνδυασμό με τους αγώνες άλλων λαών σε όλη τη γη. Αγγίζει την Τελειότητα!!!!!


Από αριστερά: Θεόδωρος Δημήτριεφ, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Κατράκης & Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται πως γνώρισε το έργο του Ποιητή. 

«Όλη η ιντελιγκέντσια πήγαινε στο καφέ το Λουμίδη νωρίς, στη Σταδίου, απέναντι από την Κλαυθμώνος (…) Εκεί λοιπόν έπινα τον καφέ μου και ήρθε και με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης, τον οποίο ήξερα. Μου λέει: ‘Μόλις τελείωσα μια ποιητική σύνθεση, το Άξιον Εστί, τη γράφω πολλά χρόνια και θα κυκλοφορήσει αυτόν τον καιρό. Πιστεύω ότι είναι ένα ποίημα που θα σας οδηγήσει να κάνετε κάτι άλλο, πιθανώς μια λειτουργία, ένα ορατόριο, θα σας εμπνεύσει. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό, γιατί απ’ ό,τι άκουσα από τα άλλα έργα σας, νομίζω ότι του ταιριάζει πολύ η μουσική σας»

Ο Θεοδωράκης τον ευχαρίστησε και του έδωσε τη διεύθυνσή του στο Παρίσι , όπου θα έμενε για κάποιο διάστημα.

«Σε λίγες μέρες ο ταχυδρόμος μού έφερε το βιβλίο του, το οποίο καταβρόχθισα και άρχισα να γράφω τη μουσική. Δεν προλάβαινα στο πεντάγραμμο, τα περισσότερα τα έγραψα στο πλάι. Σε μια εβδομάδα είχα τελειώσει όλο το έργο, πλην του φινάλε, του δοξαστικού. (…)

» Τους μελοποίησα [τους στίχους] αμέσως κι άρχισα πάλι να τους τραγουδώ προς μεγάλη χαρά της μικρής κόρης μου Μαργαρίτας και απελπίζοντας τη Μυρτώ μέσα σε κείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, στο οποίο έπρεπε να τα κάνουμε όλα. Να τρώμε, να ταΐζουμε τα παιδιά, να μελετάμε, να γράφω μουσική.

»Αλλά δεν ήξερα τι να το κάνω. Να κάνω ένα έργο για τις συναυλίες πάλι, ορχήστρες και λοιπά, ή έπρεπε να κάνω ένα έργο λαϊκό; (…) Οπωσδήποτε έπρεπε να χρησιμοποιήσω μέσα και συμφωνική ορχήστρα και χορωδία και λόγιο τραγουδιστή. Όλα αυτά έπρεπε να τα συνδυάσω, ήταν τελείως πρωτόγνωρα.

»Έπρεπε να βρω μια ισορροπία, ώστε το έργο αυτό να μην είναι μακριά από την ευαισθησία του κόσμου. Ήξερα ότι ο κόσμος είναι ανώριμος ακόμη στο συμφωνικό ήχο, όπως και στο χορωδιακό, ότι ήθελε λαϊκά όργανα, λαϊκή φωνή. (…)

»Ήθελα να μιμηθώ απολύτως το εκκλησιαστικό ύφος, αλλά και ο Ελύτης δεν είχε αντίρρηση, διότι μιλούσε πάντα για μια λαϊκή λειτουργία. Είχαμε λοιπόν τον ψάλτη, είχαμε το λαϊκό τραγουδιστή είχαμε και τον ευαγγελιστή, ο οποίος θα διάβαζε»

»Έμενε ο Αναγνώστης. Για μένα δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη : Μάνος Κατράκης. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η άποψη του Ελύτη. Ίσως κι αυτός συμφώνησε απ΄την αρχή. Είχε και αυτός τις φιλίες και τις προτιμήσεις του. Κι ας μην ξεχνάμε πως ο Κατράκης τότε ήταν κόκκινο πανί. Πόσοι άλλοι άραγες ηθοποιοί και καλλιτέχνες είχαν πάει στο Μακρονήσι;

»Περάσαμε ώρες πολλές ο Ελύτης, ο Κατράκης κι εγώ, στο στούντιο της Κολούμπια, έως ότου βρεθεί το σωστό ύφος, που να ταιριάζει με την ποίηση αλλά και με τον γενικό ήχο του έργου». Αντίστοιχες δυσκολίες συνάντησαν και οι προσπάθειες του Μίκη Θεοδωράκη να παρουσιάσει ζωντανά το έργο στο ελληνικό κοινό.

Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Οδυσσέας Ελύτης υπέβαλαν πρόταση να παρουσιαστεί το Άξιον εστί, στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών του 1964. Υπήρξαν όμως σθεναρές αντιρρήσεις από τη διοίκηση του Ε.Ο.Τ.  που είχαν να κάνουν με την εμφάνιση ενός λαϊκού τραγουδιστή, όπως ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στη σκηνή του Ηρωδείου.

Ασκήθηκαν μεγάλες πιέσεις στον Θεοδωράκη για να αντικαταστήσει τον Μπιθικώτση, ο συνθέτης όμως δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί. Αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος τα υπέρογκα έξοδα της παραγωγής και να παρουσιάσει το μουσικό του έργο. Στις 19 Οκτωβρίου 1964, στην σκηνή του θεάτρου Rex – Μαρίκα Κοτοπούλη, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ζωντανά το σημαντικότερο έργο στην ελληνική μουσική Ιστορία, το λαϊκό ορατόριο για βαρύτονο, λαϊκό τραγουδιστή, αφηγητή, λαϊκή ορχήστρα, συμφωνική ορχήστρα και χορωδία «Άξιον εστί».

 Η μεγάλη πρεμιέρα προγραμματίστηκε για τις 19 Οκτωβρίου.  Η παράσταση στον παρακάτω σύνδεσμο είναι από το 1977.

Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Άξιον Εστί.

«Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στον πόλεμο στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

«Το ‘Άξιον εστί’ έχει μιάν απολύτρωση. Είναι ο Ύμνος της Ελλαδός μέσα από τα τρία πρόσφατα πάθη μας: Το αλβανικό έπος. Την αντίσταση. Τον εμφύλιο σπαραγμό. Και καταλήγει στην λύτρωση. Στο «Χαίρε». 

Είναι αδύνατο να μην ανατριχιάσει κανείς διαβάζοντας τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο επικό Αξιον Εστί, να ανατριχιάσει όχι μόνο για την ποιητική δεινότητα όσο για την απίστευτη επικαιρότητα. Όταν δε, ακούσει το έργο όπως το μελοποίησε με θυελλώδη ορμή ο Μίκης Θεοδωράκης, το  αφηγήθηκε ο Μάνος Κατράκης, το τραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η αίσθηση του μεγαλείου και της διαχρονικότητας είναι περισσότερο εμφανή από ποτέ. Αυτή η διάσταση αναδεικνύεται στις συναυλίες της Καμεράτας στις 20 και 21 Νοεμβρίου με το Αξιον Εστί.

Ο Ελύτης ,το Αιγαίο, τα νησιά,  δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από Ελλάδα και μόνον Έλληνας θα ήταν δυνατόν να νοιώσει ,να εμπνευστεί και να εμπνεύσει με αυτόν τον σχεδόν μαγικό και κλασικά ελληνικό τρόπο. Που ενώ μιλάει για βία δεν επιθυμεί το μίσος.. Με τον πόλεμο παρόντα να οραματίζεται την ειρήνη και τα όνειρα που θα πάρουν εκδίκηση, και τα λόγια τα ελληνικά που ψιθυρίζει στις φώκιες τις μικρές ,που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα..  Τα δικά μας βάσανα..

Ανάλυση, σύνθεση, αισθητική, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης. Η απόδειξη πως το ελληνικό πνεύμα δεν πέθανε.