Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ «…ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ ΣΩΣΑΙ ΩΝ ΠΡΩΤΟΣ ΕΙΜΙ ΕΓΩ»

«…ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ ΣΩΣΑΙ ΩΝ ΠΡΩΤΟΣ ΕΙΜΙ ΕΓΩ»

74

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Προς Τιμόθεον Α΄ 1: 15-17)

Επιμέλεια Κατηχήτριας κας Κόμησσας Πολυδούλη

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ

Ο απ. Παύλος κινείται ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες. Η πρώτη είναι ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς. Αυτή είναι η ακλόνητη βεβαιότητά του. Γι’ αυτό ονομάζει τον «λόγο» αυτό, «πιστό», δηλαδή αληθινό και «πάσης αποδοχής άξιον». Η ενανθρώπηση του Θείου Λόγου και η φανέρωσή Του στον κόσμο είναι για τον Απόστολο η πλέον αναμφισβήτητη πραγματικότητα, η πλέον αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Η είσοδος δε στην ιστορία του Θεανθρώπου Λυτρωτή μας είναι η πηγή κάθε χαράς κι ελπίδας. Διότι ήλθε να σώσει αμαρτωλούς. Πόση παρηγοριά γεννά αυτή η ομολογία. Ήλθε να σώσει όλη την ανθρωπότητα, διότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε αμαρτωλοί. Σώζει όμως όλους αυτούς, που συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους, και ποθούν τη σωτηρία. Ο ίδιος ο Χριστός μας είπε, ότι δεν «ήλθε καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9:13), που σημαίνει πως δεν ήλθε να καλέσει αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς των δικαίους αλλά όσους έχουν συνείδηση της πνευματικής αρρώστιας τους και ζητούν τη θεραπεία.

Η δεύτερη πραγματικότητα εκφράζεται με τα λόγια του Παύλου: «ων πρώτος ειμι εγώ». Είναι η έκφραση του αυτοσυναισθήματός του, της γνώμης δηλαδή, που είχε ο Παύλος για τον εαυτό του. Αυτός θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον τελευταίο απόστολο και ως μη ικανό να καλείται απόστολος (Α΄Κορ. 15:9), αυτός που δεν θα διστάσει να ονομάσει τον εαυτό του «έκτρωμα» (Α΄ Κορ. 15:8), δεν είναι περίεργο να πιστεύει, παρά την αγιότητά του και τις θεοπτικές εμπειρίες του, ότι είναι ο πρώτος και μεγαλύτερος από τους αμαρτωλούς. Είναι σαν να μας λέγει: έχετε πίστη κι ελπίδα. αφού εσώθηκα εγώ, ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, πόσο μάλλον θα σωθείτε εσείς… Αναγνωρίζει δε την αμαρτωλότητά του, όχι μόνο γιατί είναι άνθρωπος, και έχει κληρονομήσει μια φθαρμένη φύση, αλλά και για ένα σπουδαιότερο, καθαρά προσωπικό του λόγο. Ποτέ δεν μπορεί να λησμονήσει, ότι εδίωξε την Εκκλησία, εδίωξε τον Χριστό (Α΄Κορ. 15:9). Στη δική του λοιπόν περίπτωση μπορεί καθαρότατα να διακρίνει τη χάρη, την αγάπη του Θεού.

Βλέπομε, λοιπόν, ότι η ορθή αυτοσυνειδησία του Παύλου τον οδηγεί σε μια ζωή «χριστοκεντρική», στην οποία δηλαδή ο Χριστός είναι το απόλυτο κέντρο, το Α και το Ω. Πιστεύει ότι όλα τα οφείλει στον Χριστό. Δεν έχει τίποτε δικό του, που να μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό. Αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο. «Τι έχεις ο ουκ έλαβε; -θαδιακηρύξει- ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών»; (Α΄Κορ. 4:7). Αυτός, ο Παύλος, όπως και κάθε άνθρωπος, μόνος, είναι άρρωστος και αδύναμος. Όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Ό,τι καλό υπάρχει σ’ αυτόν είναι του Χριστού. «Χάριτι Θεού» είναι αυτό που είναι, δηλαδή απόστολος (Α΄Κορ. 15:10). Στη σημερινή περικοπή λέγει, ότι «ηλεήθη». Αισθάνεται ως ο περισσότερο ηλεημένος από την χάρη του Θεού. Ζει μέσα στον ωκεανό του θείου ελέους. Νοιώθει να τον αγκαλιάζει η άπειρη αγάπη του Χριστού, που είναι η μοναδική του ελπίδα, η μοναδική του καύχηση. Έτσι καταλαβαίνουμε, πως -σε κάποιο παρόμοιο ξεχείλισμα ευγνωμοσύνης προς τον Χριστό- θα συνθέσει ο Παύλος τον μεγαλειωδέστερο ύμνο για την αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο και που βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του (κεφ. 8:35 ε.ε.).

Μέσα σ’ αυτή την διπολική πραγματιότητα ζει και κινείται στον κόσμο αυτόν όλη η Εκκλησία. Η μαρτυρία και ομολογία της στον κόσμο προσδιορίζεται πρώτα από την αδιάσειστη βεβαιότητα, ότι «ο Χριστός ήλθε». Γι’ αυτό από τα πρώτα βήματά της αγωνίστηκε η Εκκλησία να διαφυλάξει την πίστη στην αλήθεια αυτή και απέκρουσε κάθε αιρετική πλάνη, που ήθελε να αρνηθεί το γεγονός της σαρκώσεως (π.χ Δοκητισμός). Για την Εκκλησία, τους Αποστόλους και Αγίους, είναι «αντίχριστος» αυτός, που δεν ομολογεί, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, έγινε θεάνθρωπος (για τη σωτηρία μας) (Α΄Ιωαν. 4:3). Ο Θεάνθρωπος Χριστός, θα είναι πάντα εκείνο, που θα διαφοροποιεί ριζικά και αμετάκλητα την Εκκλησία από κάθε θρησκευτική ομάδα, από κάθε μονοθεϊσμό ακόμη και από κάθε «ουμανισμό». Ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο σαρκωθείς και αναστάς, είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, η αρχή και το τέλος της ζωής και του αγώνα όλων των Αγίων.

Αλλά και το άλλο σκέλος του φρονήματος του Παύλου δεν παύει να είναι η συνείδηση και όλων των Αγίων. Είναι η συναίσθηση της αναξιότητος και αμαρτωλότητός μας. Πολλές φορές στην λατρεία μας -και κατ’ εξοχήν στη Θεία Λειτουργία, επαναλαμβάνουμε τον λόγο του τελώνη: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ο λόγος αυτός έθηκε στη λατρεία μας από Αγίους Πατέρες, διότι με αυτό τον τρόπο ομολογούν πρώτοι εκείνοι την αναξιότητά τους ενώπιον του Θεού, από το έλεος του Οποίου εξαρτούν τη σωτηρία τους. Το ίδιο περιεχόμενο έχει και η «ευχή» του Ιησού, που εν αγίω Πνεύματι γίνεται μόνιμος «αλάλητος – αγιοπνευματικός – στεναγμός» (Ρωμ. 8:26) στην καρδία των εν Χριστώ ασκουμένων: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν…». Οι Άγιοί μας, ενώ έχουν απτά δείγματα της ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος, μέσα τους (θαύματα, χαρίσματα κ.λ.π.) μιλούν συνεχώς για την αμαρτωλότητά τους και για το έλεος του Θεού. Η έννοια «καλός άνθρωπος», που τόσο συχνά ακούεται στην ηθικίζουσα ευσεβιστική κοινωνία μας, τους είναι ολότελα ξένη. Αυτό συμβαίνει, γιατί αντί να ζούμε μέσα στην ταπείνωση, που γεννά η συνείδηση της αμαρτωλότητός μας, μάθαμε να βλέπουμε τις «αρετές μας, και να καυχώμαστε μάλιστα γι’ αυτές. Γιατί ζώντας σε ένα κλίμα ξένο προς εκείνο των Αγίων μας, συνηθίσαμε να πιστεύουμε στην ηθική αρτιότητά μας, και να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα την οντολογική βάση της σωτηρίας μας, τη χάρη του Θεού. Να γιατί ο Απ. Παύλος είναι και στο σημείο αυτό πρωτοπόρος και γνήσιος δείκτης της αληθινά κατά Χριστόν πορείας.