Home Greek News Αντίο Μίκη

Αντίο Μίκη

199

Έφυγε τιμημένος, θα μείνει αθάνατος

Γράφει ο Πλάτων Ρούτης – Proutis0107@rogers.com

Έφυγε από κοντά μας ένας ογκόλιθος της Ελληνικής μουσικής, ένας μοναδικός άνθρωπος που έχει αφήσει το γερό αποτύπωμα του στην πολιτιστική, κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Ένας αγωνιστής πατριώτης που κυνηγήθηκε όσο λίγοι για τον αγώνα τους για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για να γίνει ο άνθρωπος πιο ανθρώπινος και να ανέβει μερικά σκαλιά ψηλότερα. Ο Μίκης Θεοδωράκης αφιέρωσε τη ζωή του στην μουσική και στον αγώνα. «Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας κάτω από τις αφίσες, ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα»

Στις 2 του Σεπτέμβρη του 2021 ο Μίκης Θεοδωράκης σε ηλικία 96 χρόνων πέρασε στην αθανασία, χωρίς θρήνους αλλά με τραγούδια όπως θα ήθελε ο ίδιος. Ο ίδιος προαισθανόμενος το τέλος της ζωής του, είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, δίνοντάς του το στίγμα των τελευταίων του επιθυμιών. Πριν από ένα περίπου χρόνο είχε δώσει στον σύντροφό του τον Δημήτρη Κουτσούμπα Γενικό γραμματέα του ΚΚΕ μία επιστολή που ο Κουτσούμπας διάβασε στην βουλή.

«Με βαθιά συγκίνηση κι ένα ακατάπαυστο χειροκρότημα αποχαιρετούμε τον Μίκη Θεοδωράκη, αγωνιστή-δημιουργό, οδηγητή και πρωτεργάτη μιας νέας, μαχόμενης τέχνης στη μουσική». Έτσι άνοιξε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Κουτσούμπας την ομιλία του στη βουλή.  

Όλοι εμείς θα θυμόμαστε στα δικά μας χρόνια ένα Θεοδωράκη ορμητικό εμπνευσμένο και φλεγόμενο από το πάθος της προσφοράς του στο λαό. Κατόρθωσε να χωρέσει στο μεγαλειώδες έργο του όλο το έπος της λαϊκής πάλης του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Άλλωστε, μέρος αυτού του έπους υπήρξε και ο ίδιος. Σε μία καλλιτεχνική αναλαμπή στα χρόνια της Χούντας, πέρασε από το Τορόντο σε συναυλία στο Massey Hall. Η αντιδικτατορική οργάνωση που συναντήθηκε μαζί του είχε οργανώσει πορεία για την κατάθεση στεφάνου στο ηρώο εμπρός από το παλιό δημαρχείο του Τορόντο. Ένας Μίκης Θεοδωράκης τεράστιος να ξεχωρίζει στην πρώτη γραμμή της πορείας και να τον ακολουθούμε όλοι μας τραγουδώντας τα τραγούδια του προς το δημαρχείο όπου κατάθεσε το στεφάνι. Η συναυλία του ήταν μια μυσταγωγία. Διψασμένοι όλοι για την μουσική του Μίκη στα μαύρα χρόνια της Χούντας τον ακούγαμε και τραγουδούσαμε μαζί του και ταυτόχρονα φωνάζαμε τα συνθήματα ενάντια στην δικτατορία.

Ένας ξεχωριστός και σπάνιος άνθρωπος είναι ο Μίκης και αυτό το βλέπουμε σε όλη του την καλλιτεχνική αλλά και την αγωνιστική ιστορία του. Από νεαρός 17 κιόλας χρονών οργανώθηκε στο ΕΑΜ και λίγο μετά στο ΚΚΕ, παίρνοντας μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Τον Δεκέμβρη του ‘44 πολέμησε στη μάχη της Αθήνας, που πνίγηκε στο αίμα και μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού μοιράστηκε με τους συντρόφους του τις άγριες διώξεις του αστικού κράτους ως εξόριστος στην Ικαρία και τη μαρτυρική Μακρόνησο, όπου βασανίστηκε άγρια. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε μέσα από την ΕΔΑ και τους Λαμπράκηδες για την πολιτιστική αναγέννηση, ενώ «πλήρωσε» με νέες δοκιμασίες, φυλακές και εξορίες, την παράνομη δράση του ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967. Συγκλονιστικές ήταν οι συναυλίες που έδινε στο εξωτερικό μέχρι την πτώση της δικτατορίας και στη συνέχεια σε όλη την Ελλάδα. Το 1978 ήταν υποψήφιος δήμαρχος του ΚΚΕ στην Αθήνα, ενώ το 1981 και το 1985 εκλέχτηκε βουλευτής του Κόμματος. «Τα πιο δυνατά και όμορφα χρόνια μου τα έζησα στις γραμμές του ΚΚΕ» είχε δηλώσει στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Κόμμα για να τιμήσει τα 90 χρόνια της καλλιτεχνικής και κοινωνικής προσφοράς του.

Πράγματι ο Θεοδωράκης δεν ξέχασε ποτέ τα ιδανικά της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που έμειναν ανεκπλήρωτα. Το έργο του είναι μια διαρκής αναμέτρηση με την αδικία και την ηττοπάθεια, ένα σάλπισμα πάλης, νέων αγώνων, αντίστασης, ανάτασης κι ελπίδας. «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις… εκεί που πάει να σκύψει… να την πετιέται από ξαρχής» είναι η απάντησή του στην πίκρα και την απογοήτευση ενός λαού, που τα όνειρά του δεν πήραν ακόμα εκδίκηση.

Τους κομμουνιστές τους εξυμνούν όταν πεθάνουν αλλά τους βασανίζουν και τους κατατρέχουν όσο ζουν.  Έτσι και τον κομμουνιστή Θεοδωράκη τον επαινούν μετά τον θάνατό του χωρίς ίχνος ντροπής.  Πρόσωπα της κυβέρνησης μιλούν για την απώλεια του μεγάλου μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη και αγνοούν ότι ο Μίκης δεν ήταν μόνο μουσικός αλλά ήταν ένας ιδεολόγος επαναστάτης, ένας κομμουνιστής. Καμία λέξη για τον Θεοδωράκη τον αντιστασιακό της Χούντας, τον αγωνιστή τον οικουμενικό, την παγκόσμια προσωπικότητα  και ήταν αυτός που όπου αυτοί οι κύριοι έγλυφαν το κατεστημένο, αυτός το έφτυνε και το πολεμούσε. Αυτοί οι αρχιερείς της οπισθοδρόμησης ήταν που απαγόρευαν για πολλά χρόνια τα τραγούδια του και πολλοί Έλληνες νεολαίοι οδηγήθηκαν στα αστυνομικά τμήματα και τους συνόδευε και ένας φάκελος κοινωνικών φρονημάτων. Ποια παράταξη τον καταδίωξε για δεκαετίες με φυλακίσεις και εξορίες; Η δεξιά δεν ήταν; Τώρα θέλουν και συγχωροχάρτι και άφεση αμαρτιών; Αλλά δεν θα τους το δώσει ο λαός, γιατί ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά.

Η μουσική του Μίκη είναι ζυμωμένη και πλασμένη με όλα εκείνα τα υλικά που φτιάχνουν τη μεγάλη τέχνη, την τέχνη που συλλαμβάνει τον σφυγμό της εποχής της και προαισθάνεται το επερχόμενο. Το αίσθημα, το φρόνημα, η μνήμη οι αγώνες και η πείρα του λαού που αγωνίζεται, είναι η πηγή της έμπνευσής του. «Ό,τι φτιάξαμε το πήραμε από το λαό και στο λαό το επιστρέφουμε» έλεγε και αυτό δεν ήταν σεμνοτυφία. Ο Θεοδωράκης είχε βαθιά συνείδηση ότι για το προσωπικό του καλλιτεχνικό κατόρθωμα σπουδαίο ρόλο έπαιξε η εποχή του. Είχε απόλυτη επίγνωση ότι στον ιδιαίτερο τρόπο και τον δυναμισμό της τέχνης του αντανακλούσαν οι πράξεις του λαού κι ότι η δική του συμμετοχή στη λαϊκή δράση, παρότι τον αποσπούσε σε κάποιο βαθμό από τη δημιουργία του, ήταν το οξυγόνο της. «Ο καλλιτέχνης που ζει και δημιουργεί μέσα στην πάλη, εξασφαλίζει ξεχωριστή θέση για το έργο του» δήλωνε. Το έργο του είναι λαμπρή απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη είναι πάντα πολιτική είτε το επιδιώκει είτε δεν το επιδιώκει ο δημιουργός της.

Ο Θεοδωράκης είχε και εμπιστοσύνη στο λαό. Πίστευε ότι ο λαός έχει τη δύναμη να κατακτήσει ό,τι πιο υψηλό και όμορφο δημιουργεί ο άνθρωπος στην ιστορία του. Γι’ αυτό και με ιερή αφοσίωση καλλιέργησε μια τέχνη που ανυψώνει το λαό. Ο Μίκης δεν μελοποίησε μόνο έξοχα τον ποιητικό λόγο χωρίς να τον προδίδει, τον αναδημιούργησε και τον παρέδωσε με εκείνη τη μορφή που μπαίνει κατευθείαν στη λαϊκή καρδιά. «Έφερε την ποίηση στο τραπέζι του λαού, πλάι στο ποτήρι και το ψωμί του», όπως έγραφε γι’ αυτόν ο Ρίτσος. Δεν είναι μόνο η ανεπανάληπτη στην ιστορία συνομιλία της μουσικής του με την ποίηση του Ρίτσου στον «Επιτάφιο», που μέσα και από τις συγκλονιστικές ερμηνείες του Μπιθικώτση και του Χιώτη έγινε ένας διαχρονικός λαϊκός θρήνος και ύμνος μαζί στον θάνατο που γονιμοποιεί το μέλλον. Ο Θεοδωράκης πέτυχε να μιλήσει με την ποίηση του στη λαϊκή ψυχή, ακόμα και μέσα από απαιτητικές και ασυνήθιστες στο λαϊκό αυτί μουσικές φόρμες, όπως αυτές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη, στο «Επιφάνεια-Αβέρωφ» του Σεφέρη, στο «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού κ.ά.

Στον ποταμό του έργου του συνυπάρχουν σχεδόν όλα τα είδη μουσικής: Οι λαϊκοί δρόμοι και το δημοτικό τραγούδι, αλλά και η αρχαία τραγωδία, το βυζαντινό μέλος, το κλασσικό τραγούδι, η συμφωνική μουσική, τα ορατόρια. Πολύπλευρος και πολυτάλαντος, διανοούμενος καθώς ήταν, είχε και ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Στην περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη συναντήθηκε η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα με μια προσωπικότητα ανήσυχη, άγρυπνη και δημιουργική, που ένοιωθε πάντα την ανάγκη να ξεπερνά τον εαυτό της. Η μουσική του έσπασε τα σύνορα της χώρας, καθώς η γλώσσα της έχει την οικουμενικότητα από τα κοινά βάσανα, τις ελπίδες, τα οράματα που μοιράζονται όλοι οι λαοί, όλοι οι ταπεινοί της γης. Η παγκόσμια αναγνώριση της καλλιτεχνικής και κοινωνικής προσφοράς του επισφραγίστηκε με το βραβείο Λένιν για την ειρήνη. Και αύριο με τη δική του μουσική θα τραγουδήσουμε μαζί οι λαοί στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, παντού στη γη, το τραγούδι της ειρήνης.

Στον Μίκη άρεσε να περπατά, να αναπνέει «στους μεγάλους δρόμους, κάτω απ’ τις αφίσες». Και εκεί η μουσική του θα συνεχίζει να ακούγεται, να εμπνέει, να παρακινεί, να διαπαιδαγωγεί. Με τη μουσική του Μίκη θα συνεχίζουμε να πορευόμαστε ώσπου… «να σημάνουν οι καμπάνες» της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αλλά και όταν «τελειώσει ο πόλεμος» δεν θα τον ξεχάσουμε… Θα είναι μαζί μας και όταν «κοκκινίζουν τα όνειρα». Ο λαός με τη μουσική του Μίκη θα συνεχίζει να πορεύεται ώσπου… «να σημάνουν οι καμπάνες» της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Ο κομμουνιστής Θεοδωράκης ήταν διεθνιστής και το έργο του εκτιμήθηκε και τραγουδήθηκε σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό και η μουσική του έχει διεθνή διάσταση, έχει παγκόσμια διάσταση, τον ακούνε εξίσου και τον τραγουδάνε και χορεύουν με τα τραγούδια του και στη Λατινική Αμερική και στη Βόρεια Αμερική, σε όλη την Ευρώπη, στην Αφρική, στη Ρωσία, στην Ασία και εδώ στη γειτονιά μας στην Τουρκία, στην Κύπρο, στη Μέση Ανατολή. Έχει μια διεθνή διάσταση, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, γιατί εκφράζει τους πόθους, τους καημούς, τα προβλήματα, τους αγώνες και τη θέληση των λαών για έναν καλύτερο κόσμο, για έναν δίκαιο κόσμο.

Επισκέφτηκε την Κούβα το 1952 μετά την νικηφόρο επανάσταση του Κουβανικού λαού και συναντήθηκε με τον Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα.

Η ιστορική συναυλία στην Κούβα – Η συνάντηση και το απρόοπτο με τον Φιντέλ Κάστρο. “Πιστεύω ότι η μουσική είναι ακόμα πιο δύσκολη από την πολιτική, είπε τότε ο Κάστρο και η απόδειξη είναι ότι υπάρχουν περισσότεροι πολιτικοί στον κόσμο και λιγότεροι μουσικοί. Υπάρχουν, όμως, ακόμα λιγότεροι επαναστάτες καλλιτέχνες, αν και οι καλλιτέχνες γενικά εύχονται την επανάσταση. Υπάρχουν πολλοί πολιτικοί που δεν είναι επαναστάτες. Έτσι, το ποσοστό των επαναστατών καλλιτεχνών είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό των πολιτικών” Fidel Castro:

Το 1981 ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε μια ιστορική συναυλία μπροστά στον καθεδρικό ναό της Αβάνας, στην Κούβα. Ο Φιντέλ Κάστρο εμφανίστηκε απρογραμμάτιστα στην τελευταία συναυλία, όπου συνεχάρη και ασπάστηκε τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο τους συνέδεε μια σχέση φιλίας. Η συναυλία του Θεοδωράκη στην Αβάνα έμελλε να μείνει στην ιστορία για ένα απρόοπτο που είχε σκαρώσει ο ίδιος ο εμβληματικός μουσικοσυνθέτης. Στην κεντρική πλατεία υπήρχε ένα καθεδρικός ναός ο οποίος παρέμενε κλειστός από την εποχή της επανάστασης. Ο Θεοδωράκης είχε ζητήσει σαν προσωπική χάρη από τον δήμαρχο της πόλης να ανάψει για πρώτη φορά τους πολυελαίους, αλλά και να χτυπήσουν οι καμπάνες στο τέλος της συναυλίας. Ο δήμαρχος της πόλης ήταν κάθετος, ωστόσο τελικά υπέκυψε και έκανε το χατίρι στον Μίκη Θεοδωράκη. Όταν άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, ο Κάστρο πετάχτηκε από τη θέση του, άγγιξε με το χέρι του το περίστροφό του, αφού νόμιζε ότι είχε ξεσπάσει αντεπαναστατικό πραξικόπημα. Για τρεις δεκαετίες οι καμπάνες παρέμεναν σιωπηλές… Τότε ο Μίκης με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και του είπε πως εκείνος ευθυνόταν γι’ αυτό.

Δικτατορία και νέες φυλακίσεις

Όταν εκδηλώθηκε η Αμερικανοκίνητη Χούντα στην Ελλάδα, Ο Μίκης βγαίνει ξανά στην παρανομία. Από εκεί συντάσσει την πρώτη έκκληση προς τον λαό για αντίσταση στη Χούντα. Δυο μήνες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η μουσική του απαγορεύεται με ένα κατάπτυστο διάταγμα του πραξικοπηματία, Οδυσσέα Αγγελή.

Μια εβδομάδα μετά το πραξικόπημα ιδρύει μαζί με όσους Λαμπράκηδες κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη, το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο ΠΑΜ, την πρώτη αντιδικτατορική οργάνωση, της οποίας και αναλαμβάνει πρόεδρος. Στην ηγεσία της θα μείνει μόλις 4 μήνες καθώς συλλαμβάνεται και οδηγείται στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση της Αθήνας. Ακολουθεί η φυλάκισή του στη Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ.

Προχωρά σε απεργία πείνας, όταν δεν οδηγείται στη δίκη των υπόλοιπων συλληφθέντων του ΠΑΜ. Οδηγείται στο νοσοκομείο και κάτω από διεθνή κατακραυγή, αποφυλακίζεται και τίθεται σε κατ’ οικον. περιορισμό. Το 1968 η οικογένειά του εκτοπίζεται στη Ζάτουνα  Αρκαδίας. Το 1969 όμως επιστρέφει στις φυλακές και συγκεκριμένα, στο στρατόπεδο του Ωρωπού.

Ανελέητο κυνηγητό υπέστησαν οι οπαδοί της αριστεράς στην διάρκεια της Χούντας με την απαγόρευση του Μίκη.

Το 1970, ο Μίκης Θεοδωράκης, έπειτα από διεθνή κινητοποίηση απελευθερώνεται, με την προειδοποίηση να φύγει για το εξωτερικό. Από αρκετούς η αποφυλάκισή του, μεταφράζεται ως προσωπική χάρη του δικτάτορα Παπαδόπουλου, στον συντηρητικό Γάλλο Σερβάν – Σρεμπέρ, ο οποίος και τον μεταφέρει στο Παρίσι. Φτάνοντας στη γαλλική πρωτεύουσα, παρουσιάζει μια πλατφόρμα για την ανατροπή της χούντας και ένα αντιδικτατορικό πρόγραμμα εννέα σημείων.

Λίγο αργότερα, προχωρά σε σειρά συναυλιών σε χώρες με αντιδικτατορικά και εθνικοαπελευθερωτικά μηνύματα, τα οποία αφιερώνει σε Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Τούρκους, Χιλιανούς, Κούρδους και Παλαιστίνιους, που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα.

Το έργο του, θα ζήσει στην αιωνιότητα αφού συνδέθηκε με τους αγώνες του λαού και γι’ αυτό νίκησε τον θάνατο. «Έτσι είναι συλλογική, και όχι αποκλειστικά προσωπική, η νίκη με το θάνατο, όταν η κοινωνία μιας εποχής μπορεί να εκφραστεί και αναγνωριστεί μέσα στην πνευματική δημιουργία». Και ο Μίκης Θεοδωράκης αυτό το κατάφερε, μιας και το έργο του αντηχεί ακέριο όλη τη θυελλώδη διαδρομή του λαϊκού κινήματος στον 20ό αιώνα. Στο έργο του συναντάμε τη βαθιά αλληλεγγύη της Τέχνης στη ζωή και τους αγώνες του λαού μας.

Εμείς, με ένα ακατάπαυστο χειροκρότημα τον αποχαιρετάμε έχοντας βαθιά φυλαγμένα μέσα μας όλα του τα τραγούδια. Τραγούδια και μελωδίες μιας 70χρονης διαδρομής. Τραγούδια μεγάλων ποιητών, που ο Μίκης μάς έμαθε να τραγουδάμε. Στην 96χρονη ζωή του ευτύχησε να δει τα έργα του να ριζώνουν στην καρδιά και το μυαλό ενός ολόκληρο λαού, γιατί σε αυτά τα έργα είναι χαραγμένα οι αγωνίες, οι καημοί, τα βάσανα και τα όνειρά του. Τα όνειρα «όλων των πεινασμένων και των αδικημένων», μέχρι «να λάβουν εκδίκηση», όπως μας έμαθε ο ίδιος να τραγουδάμε. Πορευόμαστε με τη μουσική του στους μεγάλους δρόμους των αγώνων, ώσπου να «σημάνουν οι καμπάνες» της κοινωνικής απελευθέρωσης, ώσπου να «κοκκινίσουν τα όνειρα».

Τις ημέρες του λαϊκού προσκυνήματος ήταν «παρόντες» και όλοι οι μεγάλοι ποιητές.  έκανε τραγούδι ξεκλειδώνοντας τα μυστικά τους, γιατί γνώριζε πολύ καλά «πως οι μεγάλοι ποιητές ανήκουν στους εργαζόμενους, στον λαό».

Ο ίδιος ο λαός δήλωνε αυτές τις ημέρες στην γραμμή περιμένοντας να «αποχαιρετήσει»  τον Μίκη. «Στης ζωής την ανηφόρα, όταν κρατάμε σφιχτά το χέρι ο ένας του άλλου σηκώνοντας τις σημαίες του αγώνα, τα τραγούδια του Μίκη θα είναι πάντα εκεί. Κι ο ήλιος θα είναι βέβαιος για τον κόσμο…», «προβάλλει το δίκιο του αδικημένου, του καταπιεσμένου, του κατατρεγμένου, εκφράζει τους πόθους, τους καημούς, τα προβλήματα, τους αγώνες και τη θέληση του λαού μας για έναν καλύτερο κόσμο». «Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη συνδέει σαν κόκκινη γραμμή τους αγώνες του χθες με τους μελλοντικούς αγώνες, τους μεγάλους στόχους και τα μεγάλα οράματα».

Με δακρυσμένα μάτια και βαθιά συγκίνηση αποχαιρετούμε τον Μίκη Θεοδωράκη. Με ευγνωμοσύνη υποκλινόμαστε μπροστά στο μεγαλείο του παγκόσμιου δημιουργού με την τεράστια καλλιτεχνική και κοινωνική προσφορά που έφερε την ποίηση στο τραπέζι του λαού πλάι στο ποτήρι και το ψωμί του.

Με βαθιά συγκίνηση αποχαιρετούμε τον μεγάλο συνθέτη, αγωνιστή της Αντίστασης και του Αντιδικτατορικού αγώνα Μίκη Θεοδωράκη που κίνησε για το μεγάλο ταξίδι και περιμένουμε να βρει και αυτός τον Γιάννη Ρίτσο και όλους τους άλλους κάτω απ’ το χώμα μες τα σταυρωμένα χέρι τους να κρατάνε της καμπάνας το σκοινί για να σημάνουν την Ανάσταση.