Home Community News Αυτοί που ζητάνε την ψήφο του λαού

Αυτοί που ζητάνε την ψήφο του λαού

248

γράφει ο Πλάτων Ρούτης 

Είκοσι κόμματα και συνασπισμοί κομμάτων θα συμμετάσχουν στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019. Από τις αναλύσεις και σφυγμομετρήσεις, ένα μικρός αριθμός αυτών των κομμάτων σύμφωνα με τα προγνωστικά θα μπουν στην νέα βουλή και μάλλον θα σχηματίσουν κυβέρνηση από μόνα τους η με την υποστήριξη άλλων μικρών κομμάτων όπως έγινε πρόσφατα με τον Σύριζα και τους ΑΝΕΛ ή και παλαιότερα ΠΑΣΟΚ/ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ και άλλα μικρά κόμματα η προσωπικότητες στην προσπάθεια τους να διατηρηθεί στην εξουσία μία κυβέρνηση και για να μη μείνουν άδειες καρέκλες. Ας δούμε αναλυτικά ποιοί διεκδικούν έδρες στη βουλη στις 7 Ιουλίου.

Πέντε Μνημονιακοι Ν.Δ. Σύριζα, ΚΙΝΑΛ, ΜεΡΑ25, Ελληνική Λύση.

Δυο Φασιστες. Χρυσή Αυγή, Ελληνική Λύση

Απέναντι σε όλους  Το ΚΚΕ.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που μπήκε σε Μνημόνια που έχουν ρίξει την οικονομια στα βράχια και τα κόμματα που την έριξαν σε αυτά επιδιώκουν να επιστρέψουν στην εξουσία. Αυτά τα μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν και επιδιώκουν παλι να κυβερνησουν αυτοδύναμα η και με άλλα μικρά κόμματα  έχουν συμφωνήσει και υποστηρίξει στη βουλή τα μνημόνια που θα έχουν  ισχύ στην Ελλάδα μέχρι το 2060.  Η Νεα δημοκρατία,  ο Σύριζα, το ΚΙΝΑΛ πρωην ΠΑΣΟΚ και από πισω τους ακολουθούν κάτι κόμματα μιας χρησης/τσόντες όπως το κόμμα του Καμμενου “Ανεξάρτητοι Ελληνες”, το Ποταμι και η Ενωση Κεντρώων. Ολα τα παραπάνω κόμματα δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στην Ελληνική κοινωνία εν τούτοις όμως βγάνουν στα μπαλκόνια και πάλι τάζουν και πάλι προσπαθουν να ξεγελάσουν τους Ελληνες ψηφοφόρους. 

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε μία ακόμα προσπάθεια να προβάλει μια άλλη εικόνα που κρυβει την πραγματικοτητα ισχυρίζεται ότι η κυβέρνησή του «σταμάτησε την επίθεση από τις προηγούμενες κυβερνήσεις αλλά δεν μπόρεσε ή δεν πρόλαβε να κάνει όλα όσα θα ήθελε…».

Πρόκειται βέβαια για μία ακόμα πρόκληση σε βάρος του λαού. Αυτό που πραγματικά «πρόσφερε» στους εργαζόμενους η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η διατήρηση όλου του αντεργατικού μνημονιακού οπλοστασίου των προκατόχων της, πάνω στο οποίο πρόσθεσε ένα ακόμα μνημόνιο, με νέα σοβαρά αντεργατικά χτυπήματα, για να θωρακιστούν τα κέρδη του κεφαλαίου.

Τον Αύγουστο του 2018 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ψήφισε και το 4ο μνημόνιο με νέες μειώσεις στις συντάξεις και ένταση της φοροεπιδρομής με τη μείωση του αφορολόγητου ορίου για το 2019 και 2020, και συμφώνησε με ΕΕ και ΔΝΤ για ματωμένα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% έως το 2022 και 2% έως το 2060. 

Οι υποχρεώσεις στην οικονομία που έχει η χώρα για τα επόμενα χρόνια είναι δεδομένες και δεσμεύουν απόλυτα τόσο τη ΝΔ όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ. Το 3ο μνημόνιο προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και πλεονάσματα ύψους 2,2% του ΑΕΠ για τα επόμενα 40 χρόνια, ενώ στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα για το πλεόνασμα καταλήγουν και οι γενικές δεσμεύσεις της χώρας απ’ τη συνθήκη λειτουργίας της ΕΕ και το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης. Δηλαδή με λίγα λόγια η Ελληνική οικονομία θα εξακολουθεί να είναι μία οικονομία που στραγγαλίζει τον λαό και αυτά τα πλεονάσματα που πιθανόν να έχει θα πηγαίνουν με την μορφή δώσεων στα δάνεια που την έρριξαν τα κόμματα με τα μνημόνια.  

Μέσα σε αυτό το ζοφερό οικονομικό κλίμα με καμία προοπτική για την αποκατάσταση των ζημιών της Ελληνικής οικογένειας ο Συριζα υποσχέθηκε ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομιάς και ταυτόχρονα να λυνονται τα προβληματα των εργαζομένων.  Αυτοί όμως είναι δύο όροι ασυμβίβαστοι μπορεί άραγε να ξημερώσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη που την ίδια στιγμή θα λύνει τα προβλήματα των εργαζομένων; Καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό  προπαγανδίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα κόμματα που συναγωνίζονται για να αναλάβουν τα ηνία της χώρας τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ. Οι πολιτικές τους προτάσεις διαφοροποιούνται σε ορισμένα σημεία, αλλά και οι δύο υποστηρίζουν πως ο καθένας τους έχει βρει τη «μαγική συνταγή» για το δρόμο της φιλολαϊκής καπιταλιστικής ανάπτυξης που την ίδια στιγμή θα ωφελεί τόσο το κεφάλαιο όσο και τους εργαζόμενους και αντιπαρατίθενται μεταξύ τους για ορισμένες λεπτομέρειες… Η αντιπαράθεση αυτή είναι, τουλάχιστον για τους εργαζόμενους, κάλπικη. 

Ανάπτυξη σημαίνει κέρδος την διασφάλιση της κερδοφορίας των επενδύσεων. Για να εξασφαλιστεί η κερδοφορία των επενδύσεων προυποθέτει να εξασφαληστει αυξηση του κερδους του επενδυτή καπιταλιστή αυτόν δηλαδη που επενδύει τα κεφαλαια του. Αλλα η εξασφάλιση του κέρδους βασίζεται σε ορισμενες προυποθέσεις και αυτές οι προυποθέσεις ειναι η χαμηλότερη φορολογία στον επενδυτή, η φθηνή γη για να χτίσουν τα εργοστασιά τους,  φθηνές πρωτες ύλες αλλά και το κυριότερο τα φτηνά μεροκάματα, η φθηνή εργατική δύναμη. Οσο και αν προσπαθούν οι υποστηριχτές του συστήματος να συγκαλύψουν την πραγματικότητα, τα κέρδη του κεφαλαίου δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό. Βασίζονται πάνω στις απώλειες που θα έχει ο εργαζόμενος. Όσο και να προσπαθούν να το κρύψουν για να ξεγελάσουν με διάφορες ταχυδακτυλουργικές φόρμουλες ο Σύριζα αλλά και η Νέα Δημοκρατία προσφέρουν φορολογικές μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές στους επενδυτές, μειωμένους μισθούς, ελαττωμένες ασφαλιστικές εισφορές και άλλα σκανδαλώδη προνόμια για να προσελκύσουν τους επενδυτές να επενδύσουν στην Ελλάδα.  Αν μειωθεί όπως σχεδιάζουν οι δυο Ν.Δ. και Σύριζα η ήδη μειωμένη φορολογική επιβάρυνση των μεγάλων επιχειρήσεων κάποιος θα πρέπει να πληρώσει για το μάρμαρο….Ποιος άραγε; Η απάντηση είναι ολοφάνερη η φορολογική μείωση του μεγάλου κεφαλαίου και τα άλλα προνόμια που τα παρουσιάζουν σαν αναπτυξιακό μέτρα θα φέρει νέα φορολογικά βάρη στους εργαζόμενους.  

Όσο και να προσπαθεί το σύστημα να πείσει τους εργαζόμενους για το αντίθετο, δεν υπάρχουν αναίμακτη καπιταλιστική κερδοφορία και ανάπτυξη. Τα ματωμένα πλεονάσματα, οι χαμηλοί μισθοί, οι τσακισμένες συντάξεις, η μερική και ευέλικτη απασχόληση, η φοροαφαίμαξη του λαού, οι πλειστηριασμοί, οι ιδιωτικοποιήσεις και η διάλυση του κοινωνικού κράτους είναι η άλλη όψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της κερδοφορίας του κεφαλαίου, της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, των επιβραβεύσεων που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις απ’ τον ΣΕΒ, τις εργοδοτικές οργανώσεις, τις υπηρεσίες της Κομισιόν.

Την επαύριο των εκλογών, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ θα συνεχίσουν το ίδιο παιχνίδι. Ο ένας κυβέρνηση και ο άλλος αντιπολίτευση και η ανάπτυξή τους απαιτεί βάθεμα αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής, συνέχιση της επίθεσης στους εργαζόμενους. Γι’ αυτό και είναι λάθος να συζητούν οι εργαζόμενοι το μέγεθος της εκλογικής διαφοράς τους. Η επίθεση του κεφαλαίου θα κλιμακωθεί, με το ένα κόμμα να παίζει τον ρόλο της κυβέρνησης και το άλλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το μόνο κόμμα στη βουλή που δεν ψήφισε αλλά κατάγγειλε τα μνημόνια που τα άλλα κόμματα ψήφισαν είναι το ΚΚΕ. Για αυτό τον λόγο το ΚΚΕ  διακηρύσσει  προεκλογικά  για να ανακτηθούν οι απώλειες του κόσμου και να αποτραπεί η κλιμάκωσης της επίθεσης την επαύριο των εκλογών, περνάνε μέσα απ’ την ισχυροποίηση του ΚΚΕ, στη Βουλή για να υπάρχει μία ισχυρή αντιπολίτευση να εμποδίσει διάφορα αντιλαϊκά μέτρα που ήδη επεξεργάζονται τα άλλα κόμματα.