Home Απόψεις Δημήτρης Μητροπάνος (1ο Μέρος)

Δημήτρης Μητροπάνος (1ο Μέρος)

120

γράφει ο Πλάτων Ρούτης proutis0107@rogers.com

Αυτή τη φορά θα κάνουμε ένα ταξίδι μαζί. Θα πάμε δέκα χρόνια πίσω, θα σκαλίσουμε μέσα από τις αναμνήσεις μας και θα δούμε και θα θυμηθούμε με την βοήθεια των τραγουδιών του τον άνθρωπο, τον αγωνιστή της ζωής, τον καλλιτέχνη τον Δημήτρη Μητροπάνο. Θα το αφιερώσουμε αυτό το ταξίδι σε αυτόν τον μάγκα, με την Ελληνική λεβεντιά, σε ένα λαϊκό καλλιτέχνη μεγαλωμένο στη φτώχια και βγαλμένος μέσα από τα σπλάχνα του λαού, τον Δημήτρη Μητροπάνο τον θρύλο, τον κομμουνιστή. Συνέχισε και ακολούθησε το ταξίδι αυτό και στο δεύτερο μέρος την επόμενη εβδομάδα. Λέμε ένα δικό μας αντίο για πάντα στον φίλο και σύντροφο, δίνουμε τα χέρια και προχωράμε να δούμε τον Δημήτρη Μητροπάνο σαν καλλιτέχνη, σαν αγωνιστή και σαν άνθρωπο.
Πριν δέκα χρόνια έφυγε ο θρύλος Δημήτρης Μητροπάνος και τον θυμόμαστε όπως ήτανε χωρίς πόζες, αξιοπρεπής με κουβέντες μετρημένες, δωρικός, δεν κορδωνόταν, δεν το έπαιζε κάποιος και για μερικά πράγματα που ένιωθε να τον σφραγίζουν μιλούσε πάντα με σεβασμό χωρίς τα δήθεν και βεβαίως η αγάπη του για τον Ολυμπιακό. Ακόμα και για αυτά τα πράγματα που έμοιαζε να τον νοιάζουν μιλούσε πάντοτε με συστολή, αυτός ήταν ο Μητροπάνος. Ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας μεγάλος άνθρωπος, ένας μάγκας. Ένας αληθινός μάγκας με την λεβεντιά και την μπέσα που έχουν όλοι οι αληθινοί μάγκες. Ανήκει στην κατηγορία του μύθου.

AD


(2 Απριλη 1948- 17 Απριλίου 2012 )
Τον Μητροπάνο τον γνωρίσαμε από τα ίδια του τα τραγούδια.

Όσοι με τον χάρο γίναν φίλοι:
Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι.
Τα νιάτα μας διαδρομή Αθήνα Σαλονίκη
μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι
έπεσα να σ’ ονειρευτώ σε ψάθα από φιλύρα
κι είδα πως βγάζει η νύχτα φως και τ’ όστρακο πορφύρα

Εκείνο που τίμησε σε κάθε περπατησιά του ο Μητροπάνος ήταν η καταγωγή του. «Ήμουν από την μικρή Μόσχα» έλεγε, από την Αγία Μονή μία συνοικία έξω από τα Τρίκαλα όπου είμασταν όλοι ίδιοι οι αριστεροί, οι αποκομμένοι από την κοινωνία. Εκεί ότι μαγείρευε ο δίπλα, έτρωγε και ο απ’ εδώ. Μαζί στο σχολείο, στη βόλτα το ποδόσφαιρο, σε όλα μαζί, έλεγε σε μια συνέντευξη του το 2012 λίγο πριν φύγει.
Ο Δημήτρης Μητροπάνος έζησε όπως και τα τραγούδια του και μας μίλησε με αυτά στην σύντομη αλλά δημιουργική πορεία της ζωής του. Ερμήνευσε τραγούδια σπουδαίων στιχουργών και συνθετών. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους Έλληνες τραγουδιστές όλων των εποχών. Ο Μητροπάνος τραγούδησε αυτά τα τραγούδια που οι στίχοι τους έβγαιναν μέσα από την ψυχή του, τραγούδια βγαλμένα μέσα από τους καθημερινούς αγώνες του φτωχού κόσμου, τον έρωτα και την πορεία της ζωής και η φωνή του είναι χαραγμένη σε όλους.
«Αν δεν έχεις τα βιώματα, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να τραγουδήσεις ορισμένα πράγματα. Από καταβολής του λαϊκού τραγουδιού οι τραγουδιστές είναι από τη μέση κοινωνική τάξη και κάτω. Φαντάζεσαι να τραγουδήσει τη «Φτωχολογιά» ένας γιος εφοπλιστή; Γι’ αυτόν θα είναι ένα άγνωστο πράγμα» έλεγε ο ίδιος. Και πόσο δίκιο είχε…
Ο Δημήτρης Μητροπάνος, αν και πολλοί λανθασμένα πιστεύουν ότι ήταν από τη Θεσσαλονίκη, γεννήθηκε στην Αγία Μονή, μια συνοικία των Τρικάλων από την οποία καταγόταν η μητέρα του στις 2 Απριλίου του 1948. Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε πως ο αντάρτης πατέρας του είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο Πόλεμο, όταν ήρθε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως ζει στην Ρουμανία. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας το Καππά.
Από μικρός δούλευε τα καλοκαίρια για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Πρώτα ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του και ύστερα στις κορδέλες κοπής ξύλων.
Μετά την τρίτη γυμνασίου, το 1964, κατέβηκε στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην οδό Αχαρνών, ταυτόχρονα πήγαινε και στο σχολείο. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο, άρχισε να εργάζεται ως τραγουδιστής. Χαρακτηριστικά τον φώναζαν από μικρό “βλαχάκι”, λόγω και της καταγωγής του από την Θεσσαλία.
Παράλληλα, οργανώθηκε στη Νεολαία των Λαμπράκηδων, καθώς είχε ήδη πολιτικοποιηθεί από νωρίς, δεχόμενος μάλιστα απειλές ότι δε θα τον άφηναν να σπουδάσει λόγω των αριστερών του καταβολών. Σαν παιδί αγωνιστών της ΕΑΜικής Αντίστασης και του ΔΣΕ βιώνει το κυνηγητό και τις διώξεις, με τα οποία αντιμετώπισε το αστικό κράτος τις οικογένειες των αγωνιστών. «Οι χωροφύλακες ήταν τακτικοί στο σπίτι. Θυμάμαι το ’53 που είχαν πιάσει τον θείο μου και τον είχαν στην Ασφάλεια ήρθαν δήθεν να τον ψάξουν στο σπίτι και μας βγάλαν όλα τα πράγματα στην αυλή…».

Μια ζωή γεμάτη μουσική:
Προτού τελειώσει το γυμνάσιο άρχισε να δουλεύει σαν τραγουδιστής.
Στην ίδια ηλικία, έπειτα από παρότρυνση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον οποίο γνώρισε σε μία συγκέντρωση της εταιρίας του θείου του, στην οποία τραγούδησε, επισκέφτηκε την Κολούμπια.
Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος του γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα στον οποίο θα δουλέψει στα Ξημερώματα.
Το 1966 ο Μητροπάνος συναντάται, τυχαία, για πρώτη φόρα με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύει, στη θέση άλλου καλλιτέχνη που τότε ασθενούσε, μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Οι ευαισθησίες του Μητροπάνου αποτυπώνονται στα τραγούδια του όταν έκλαψε για τον «πιτσιρίκο» αλλά και για όλα τα παιδιά ενός κατώτερου θεού:
Είχα πάρει κάτι να τσιμπήσουμε στο σπίτι
κι είδα στα φανάρια ένα δεκάχρονο αλήτη.
Είχε κάτι μάτια μαύρα μαύρα, μαύρο νέφος.
Κάπως έτσι θα ‘τανε μπορεί το θείο βρέφος.
Τού ‘δωσα τα δυο ευρώ, ενός δεσμού τα ρέστα.
“Χρόνια σου πολλά, μεγάλε” μού ‘πε “κι άιντε πες τα
όσα σου απόμειναν τραγούδια της αγάπης”.
Έφτυσ’ ο πολιτισμός και βγήκανε οι γιάπις.
Έγλυφε τα τζάμια το μελαχρινό αγοράκι.
Δυο ευρώ η αγάπη σου κι εγώ το ζητιανάκι.
Στα καλά καθούμενα τουρμπώνω τα ηχεία,
πλάνταξαν τα σπλάχνα μου μ’ αυτήν την αλητεία.
Σ’ είχα κάτι νεύρα απ’ την Τρίτη που μου είπες
“Μοιάζουν οι αγάπες μες στα χρόνια σαν τις λύπες.
Χαμπαριάζουν τη χαρά με τα καθημερνά τους,
Κυριακή κι απόβραδο φοράνε τα καλά τους”.
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Παίζαν όξω τα μωρά, θρηνούσανε αντάμα.
Στη σακούλα πάγωνε σαν φαγητό ένα πράμα.
Θύμωσα που έμεινα και πια δεν είχα λύση.
Λίγο αν μ’ αγάπαγες το δρόμο θα ‘χα κλείσει.
Πιο πολύ μ’ αγάπαγε αυτό το ζητιανάκι
πού ‘γλυφε παρμπρίζ απ’ το πρωί στην Κατεχάκη.
Πέταξα το γεύμα στο σκυλί κι είχα φορτώσει.
Πιο πολύ μ’ αγάπαγε κι εσύ μού ‘χεις τελειώσει.
Λύθηκε ο κόμπος στο λαιμό στο παρά τρία.
Σκούζαν τα ραδιόφωνα για την οικονομία
κι έριξα Χριστέ και Παναγιά μου ένα κλάμα…………..»

Ανατριχίλα ,θλίψη μα και η πικρή αλήθεια κι ο Μητροπάνος πάντα έλεγε πικρές αλήθειες με ψυχή, με ένα αντρίκιο φιλότιμο και μια φωνή αληθινό τρυπάνι που σου τρύπαγε την ψυχή, και μια μαγκιά που ούτε σε 2000 χρόνια δε θα μπορέσει να βγάλει κανείς, κι αν έφυγε νωρίς είχε πολλά να δώσει. Ότι ήθελε να μας πει το τραγουδούσε, από αυτά γνωρίσαμε τον Μήτσο. Τα έβγαζε από την ψυχή του. Θα μας μείνει «το γιατί» που έφυγε κι ένα παράπονο, αλλά πάντα θα ζεις κοντά μας Δημήτρη. Μαζί θα τα λέμε με ένα ποτήρι κρασί με την παρέα ή με ένα πικρό καφέ εκεί στον καφενέ κάτω από την ακακία, δίπλα στα σκαλάκια. Σ’ αγαπάμε!

Ο φίλος μου τραγουδιστής Γιώργος Μεράντζας γνωστός από συναυλίες που έδωσε στο Τορόντο, μου είπε για τον Δημήτρη Μητροπάνο: Πέρα από την καριέρα του, ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν μια σπάνια προσωπικότητα σαν άνθρωπος, σαν στυλ, σαν μπέσα, σαν αρσενικό, σαν οικογένεια.
Ο ιδιαίτερος τρόπος που τραγουδούσε ο Δημήτρης Μητροπάνος τον έκανε αγαπητό σε όλο τον κόσμο, ήταν μια από τις μεγαλύτερες λαϊκές φωνές που έβγαλε η Ελλάδα. Το πάθος που έβγαζε στα τραγούδια του μιλούσε κατευθείαν στην καρδιά των ακροατών. Αγαπήθηκε ο Δημήτρης Μητροπάνος όσο λίγοι τραγουδιστές κυρίως για το συναίσθημα με το οποίο ερμήνευε τα τραγούδια.
Τον ακούσαμε όταν μας εξομολογήθηκε:
«Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είναι ένα καμίνι
που ‘χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει».
Μας είχε πει με εκείνο το δωρικό ύφος και χωρίς παραπανήσια λόγια ότι: «Μια εκδρομή είναι η ζωή μου που θα τελειώσει κάποτε. Μα έπαιξα, γέλασα με την ψυχή μου και δεν κουράστηκα δεν έπληξα ποτέ…»

Συντετριμμένη από τον πρόωρο χαμό του Δημήτρη Μητροπάνου δήλωσε η πρώτη σύζυγος του τραγουδιστή, Φανή Σταμάτη.
«Ζήσαμε μαζί 12 χρόνια. Θεωρώ ότι ήταν ένα πάρα πολύ καλό παιδί, ένας άνθρωπος κιμπάρης, το καλλιτέχνης δεν χρειάζεται να το πω, αυτό έχει αποδειχθεί. Ήταν ένας από τους καλύτερους ανθρώπους . Για μένα ήταν το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής μου», είπε φανερά συγκινημένη.
Όπως αποκάλυψε η κυρία Σταμάτη, μετά το διαζύγιό τους δεν είχαν καμία επαφή, αλλά πάντα παρακολουθούσε την καλλιτεχνική του πορεία.


«Δεν είχαμε επαφή γιατί ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο Δημήτρης έκανε οικογένεια και το είχα χαρεί πάρα πολύ. Άλλαξαν οι δρόμοι μας πια. Βέβαια τον παρακολουθούσα, την πορεία της δουλειάς του, αλλά δεν πήγαινα στα κέντρα που εμφανιζόταν», είπε.
Η πρώην σύζυγος του Δημήτρη Μητροπάνου όμως μίλησε και για την περιπέτεια που αντιμετώπισε με την υγεία του, χαρακτηρίζοντάς την έναν πραγματικό Γολγοθά.
«Είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι όλα πήγαιναν καλά και ξαφνικά από το πουθενά χάθηκε. Αυτό νομίζω ήταν το συγκλονιστικότερο όλων», τόνισε.
Δεν παρέλειψε μάλιστα να εκφράσει τα συλλυπητήριά της στην οικογένεια του τραγουδιστή λέγοντας:

«Στην οικογένεια το μόνο που μπορώ να πω είναι τα συλλυπητήριά μου. Ξέρω τι έχει χάσει η οικογένειά του και ειδικά η αδελφή του η Σμαρώ, γιατί την έχω ζήσει και ξέρω τι σήμαινε για εκείνη ο Δημήτρης».
Πάντως για εκείνη ο Δημήτρης Μητροπάνος δεν έχει φύγει και δεν θα το πιστέψει ποτέ ότι πλέον δεν θα είναι μαζί μας.
«Εγώ δεν το πιστεύω ότι ο Δημήτρης έφυγε, ούτε θα το πιστέψω. Θεωρώ ότι ο Δημήτρης είναι εδώ και θα υπάρχει πάντα», είπε.
Ο Μήτσος, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, για περισσότερα από 45 χρόνια «βάδισε» με συνέπεια στους «δρόμους» του ελληνικού τραγουδιού, αποκαλύπτοντας συνεχώς νέες πτυχές της μεγάλης του ερμηνευτικής γκάμας. Με το γνήσιο λαϊκό χρώμα της φωνής του χάρισε ανεπανάληπτες στιγμές, «κερδίζοντας» να τον νιώθουν, μέχρι και σήμερα, «δικό» τους οι παλιότερες αλλά και νεότερες γενιές…
Στη φωνή του φτερούγισε το πείσμα όσων πηγαίνουν κόντρα στους δύσκολους καιρούς. Τα τραγούδια του συντρόφευσαν και συνεχίζουν να συντροφεύουν όσους θέλουν «έναν κόσμο πιο μεγάλο…».

Ο Ηλίας Μπενέτος μιλάει στο Idols για τον Δημήτρη Μητροπάνο αναφέροντας πως έκανε το όνειρό του πραγματικότητα σε πολύ μικρή ηλικία αφού σε ηλικία μόλις 24 ετών τραγούδησε τον «ΑΓΙΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ».
Οι εμπειρίες της ζωής του Μητροπάνου και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια έγραψαν στην ψυχή του τον τρόπο που τραγουδούσε.
«Στο ταξίδι της Ζωής» μας το είπε:
Έβλεπα φωτιές τη γη τριγύρω μου καμένη
Έβλεπα βροχές ανθρώπους να `ναι διψασμένοι
Έβλεπα καημούς πρωί τις πόρτες να χτυπάνε
Έβλεπα τρελούς στον ήλιο πέτρες να πετάνε.
Τώρα δε βλέπω, τώρα δε μιλάω
το ταξίδι της ζωής όπου με πάει πάω.
30 Μάη η συναυλία του ΚΚΕ
Την επόμενη εβδομάδα θα συνεχίσουμε με το δεύτερο μέρος για τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο.

Previous articleΤέσσερις πασχαλινές ιστορίες
Next articleO Καναδάς τρέχει να προλάβει τη «φούσκα» στα ακίνητα