Home Greek News Εμφύλιος στην Εκκλησία για το deal Τσίπρα – Ιερώνυμου

Εμφύλιος στην Εκκλησία για το deal Τσίπρα – Ιερώνυμου

446

Οι αντιδράσεις, τα κέρδη, η διαδοχή

Μπροστά στην κρίσιμη συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου αποσαφηνίζονται και οι διαχωριστικές γραμμές στην Εκκλησία της Ελλάδος σχετικά με τη προσχέδιο συμφωνίας του πρωθυπουργού και του αρχιεπισκόπου

Όπως ήταν αναμενόμενο η ανακοίνωση της «πρόθεσης συμφωνίας» ανάμεσα στην Πολιτεία και την Εκκλησία της Ελλάδος σε σχέση με την μισθοδοσία των κληρικών και τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς όλα αυτά συνδέονται και με την επιχειρούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος που εμπεριέχει και το περίφημο θέμα της «θρησκευτικής ουδετερότητας».
Άλλωστε, ιστορικά αυτά τα θέματα πάντοτε αποτέλεσαν θέματα ιδιαίτερης φόρτισης στον ελλαδικό χώρο. Το γεγονός ότι η Ορθοδοξία υπήρξε ιστορικά συστατικό στοιχείο της διαμόρφωσης της νεοελληνικής ταυτότητας πολλές φορές ερμηνεύτηκε ως ανάγκη για αυξημένο ρόλο της Εκκλησίας της Ελλάδος στη διαμόρφωση και υπεράσπιση αυτής της ταυτότητας, ακόμη και σε πείσμα των διακριτών ρόλων Εκκλησίας και Πολιτείας.

Οι αντιρρήσεις στη συμφωνία
Οι αντιρρήσεις στη συμφωνία έχουν έρθει από διάφορες πλευρές. Καταρχάς έχουμε τις εμμέσως διατυπωμένες αντιρρήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Εδώ το κλειδί για να καταλάβουμε τις αντιρρήσεις είναι το γεγονός ότι ο Πατριαρχείο δεν ρωτήθηκε για αυτή τη διαπραγμάτευση που έγινε ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ κατά το Πατριαρχείο θα έπρεπε να γίνει ανάμεσα στην Πολιτεία (με όρους διακομματικής συναίνεσης) και την Εκκλησία θεωρούμενη ως το σύνολο της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Παρότι δεν έχουμε επίσημη θέση του Πατριαρχείου, έχει σαφές κυρίως μέσω δηλώσεων ανθρώπων που απηχούν το Πατριαρχείο, ότι στο Φανάρι συμμερίζονται τις αντιρρήσεις που έχουν ακουστεί για τη συμφωνία.
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος πάντα υπήρχαν και εντάσεις, τόσο για γενικότερα θέματα όσο και για το ειδικότερο θέμα των Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών» όπου το Πατριαρχείο διεκδικεί ένα ρόλο πιο αυξημένο την ίδια ώρα που η Εκκλησία της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι ως προς τα θέματα διοίκησης έχει τον πρώτο λόγο.
Έπειτα, υπάρχουν οι αντιρρήσεις των κληρικών όπως αποτυπώθηκαν και στις ανακοινώσεις του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος. Εδώ το ζήτημα είναι ο φόβος ότι η αλλαγή στη μισθοδοσία θα επιφέρει κατάργηση της μονιμότητα και εργασιακή ανασφάλεια στους κληρικούς την ίδια ώρα που υπάρχει και άγχος για το εάν οι ιερείς θα είναι προστατευμένοι απέναντι στην αυθαιρεσία των ιεραρχών (και προϊσταμένων τους).
Σε όλα αυτά προστίθενται και οι αντιδράσεις από όσους φοβούνται ότι η συμφωνία αυτή θα έχει ως τίμημα μια μετάβαση σε ένα ανεξίθρησκο κράτος, κύρια μέσα από τη ρητή αναγνώριση της θρησκευτικής ουδετερότητας στο άρθρο 3 του συντάγματος. Είναι γνωστό άλλωστε ότι συνολικά η Εκκλησία αντιδρά στη ρητή αναφορά σε ουδετερότητα όπως και στην προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης για τον ορισμό της «επικρατούσας θρησκείας» θεωρώντας ότι έτσι επιχειρείται μια διάρρηξη του ιστορικού δεσμού ανάμεσα στο ελληνικό έθνος και την Ορθοδοξία. Κατά τη γνώμη της Εκκλησίας οι ισχύουσες διατάξεις για την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και την αποφυγή οποιασδήποτε διάκρισης στη βάση θρησκευτικών λόγων επαρκούν.
Αντιρρήσεις, όμως, υπάρχουν και ως προς τη συμφωνία για την περιουσία καθώς έχουν υπάρξει κριτικές και για τους όρους με τους οποίους θα γίνει η συνεκμετάλλευση, αλλά και ως προς το πώς θα αποτιμηθεί τελικά η εκκλησιαστική περιουσία.
Ιδιαίτερο είναι το ζήτημα που υπάρχει με τις μητροπόλεις της Δωδεκανήσου και την Εκκλησία της Κύπρου που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Μέχρι τώρα ως προς τη μισθοδοσία καλύπτονταν από την ισχύουσα νομοθεσία, ξεκινώντας από τον ΑΝ 536/1945, που αφορούσε την πληρωμή των κληρικών σε όλη την ελληνική επικράτεια και δεν αφορούσε μόνο την Εκκλησία της Ελλάδος.
Όμως, τώρα πάμε σε ένα καθεστώς όπου η επιχορήγηση θα δίνεται από το δημόσιο στην Εκκλησία της Ελλάδος άρα πρέπει να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για αυτές τις μητροπόλεις και για την Εκκλησία της Κρήτης.
Ιδιαίτερο είναι το άγχος ιδίως για την Εκκλησία της Κρήτης που δεν έχει ανάλογη περιουσία με αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος για να μπορέσει να έχει μια αντίστοιχη συμφωνία. Παρότι έχουν δοθεί διαβεβαιώσεις ότι θα αντιμετωπιστεί το θέμα, η ανησυχία είναι μεγάλη.

Τα επιχειρήματα της πλευράς Ιερώνυμου
Από τη μεριά της η πλευρά του Αρχιεπισκόπου και όσων εργάστηκαν για τη συμφωνία και τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας επιμένει στην ορθότητά της και στο γεγονός ότι εξασφαλίζει τα συμφέροντα και της Εκκλησίας και του κλήρου.
Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι μέσα από τη συμφωνία η Πολιτεία αναγνωρίζει επισήμως ότι οφείλει αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχε γίνει.
Τονίζουν παράλληλα ότι η συμφωνία δεν θίγει σε κανένα βαθμό τη μονιμότητα των ιερέων, που είναι κατοχυρωμένη από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας που όπως κυρώθηκε με τον Ν. 590/77, ούτε την κατοχυρωμένη από τον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος μονιμότητα των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, ενώ και στις δύο περιπτώσεις δεν συνδέεται με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ δεν διακυβεύεται ούτε η ασφάλιση ούτε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Παράλληλα υπογραμμίζουν ότι δεν τίθεται θέμα αυθαιρεσίας των Μητροπολιτών και «δεσποτοκρατίας», εφόσον τη διαχείριση της μισθοδοσίας θα την έχει κεντρικά η Εκκλησία της Ελλάδος και όχι οι κατά τόπους μητροπολίτες.
Ούτως ή άλλως ούτε και τώρα οι κληρικοί, παρότι μισθοδοτούνται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι αλλά θρησκευτικοί λειτουργοί, ούτε υπάρχουν αποτυπωμένες «οργανικές θέσεις» κληρικών, εφόσον αυτές διαμορφώνονται με βάση τη νομοθεσία για την προκήρυξη θέσεων εφημερίων από τις μητροπόλεις και όχι με βάση τα όσα ισχύουν για το δημόσιο.
Ούτε ισχύουν για τους κληρικούς, ούτως ή άλλως, οι συνταγματικές προβλέψεις για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Με αυτή την έννοια για την πλευρά του Αρχιεπισκόπου η συμφωνία αυτή διασφαλίζει πλήρως εργασιακά και ασφαλιστικά τους κληρικούς.
Ως προς τις αντιρρήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η πλευρά των υποστηρικτών της συμφωνίας υπογραμμίζει ότι το πρωτείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Μητροπόλεις των «Νέων Χωρών» είναι πνευματικό και δεν αφορά τα ζητήματα της περιουσίας και της μισθοδοσίας που ανήκουν στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Υπογραμμίζουν μάλιστα ότι και σε προηγούμενες περιπτώσεις νομοθετικών ρυθμίσεων τέτοιων ζητημάτων το Πατριαρχείο ούτε ρωτήθηκε ούτε αντέδρασε.

Ο συμβιβασμός που απαλλάσσει και τις δύο πλευρές από τους φόβους τους
Ως προς την εκκλησιαστική περιουσία η πλευρά του Αρχιεπισκόπου επιμένει ότι με την συμφωνία ουσιαστικά κερδισμένη είναι η Εκκλησία, μέσα από έναν έντιμο συμβιβασμό.
Ειδικότερα, ως προς αυτό έχει επισημανθεί ότι με τη συμφωνία αυτή και οι δύο πλευρές διαχειρίζονται τους δύο βασικούς φόβους τους.
Η μεν Εκκλησία εξασφαλίζει τη μόνιμη μισθοδοσία, η οποία με το σημερινό θεσμικό καθεστώς θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αναιρεθεί με πρωτοβουλία της Πολιτείας, μια που σε αντίθεση με όσα γράφονται εξακολουθεί να μην είναι κατοχυρωμένη.
Η δε Πολιτεία εξασφαλίζει ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με μαζικές δικαστικές διεκδικήσεις ως προς την απαλλοτριωθείσα εκκλησιαστική περιουσία, διεκδικήσεις που θα μπορούσαν να δικαιωθούν και ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Οι αντιδράσεις και το ερώτημα της διαδοχής
Είναι σαφές ότι όλα αυτά σχετίζονται με δύο άλλα κρίσιμα ζητήματα. Το ένα αφορά την συνταγματική αναθεώρηση. Παρότι η συμφωνία δεν άπτεται αυτού του ζητήματος, δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η συμφωνία ουσιαστικά νομιμοποιεί την κυβερνητική πρωτοβουλία για την αναθεώρηση και ισοδυναμεί με αποδοχή της «θρησκευτικής ουδετερότητας» παρά την πάγια αντίρρηση της Εκκλησίας της Ελλάδας σε αλλαγές ως προς αυτές τις πλευρές του Συντάγματος.
Το άλλο ζήτημα είναι φυσικά αυτό της διαδοχής. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συμπληρώνει 10 χρόνια στη θέση αυτή και είναι 80 ετών. Ορισμένες από τις αντιδράσεις ιεραρχών στο προσχέδιο συμφωνίας έχουν να κάνουν και με την προσπάθεια να αποκτήσουν μια απήχηση στην κούρσα διαδοχής που έχει ήδη ξεκινήσει.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι αυτή είναι η βασική σκοπιμότητα των αντιδράσεων και ότι στην πραγματικότητα οι περισσότεροι ιεράρχες αναγνωρίζουν ως συμφέρουσα τη συμφωνία.
Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι η συζήτηση και η αντιπαράθεση δεν αφορά στενά τη συμφωνία και τις προβλέψεις της αλλά την ίδια τη φυσιογνωμία, το ρόλο και τη θέση της Ορθοδοξίας στην ελληνική κοινωνία στον 21ο αιώνα.
in.gr