Home Απόψεις ΕΡΓΟΝ ΧΕΙΡΟΣ

ΕΡΓΟΝ ΧΕΙΡΟΣ

761

Σκυμμένη πάνω απ’ το παλιό μπαούλο, όπου στην μπροστινή μεριά ήταν

σκαλισμένα τρία κυπαρίσσια και μετρούσε πάνω από έναν αιώνα ζωής, σκεφτόταν μελαγχολική κι ο νους της έτρεχε στο παρελθόν κι ονειρευόταν αλλά ήταν και προβληματισμένη. Η μυρουδιά που αναδυόταν απ’ τα εργόχειρα τα πλυμένα και σιδερωμένα με μεράκι, τα άσπρα υφαντά τραπεζομάντιλα με τις δαντέλες την έκαναν να ταξιδέψει χρόνια πίσω.

Υφαντά απ’ τον αργαλειό της γιαγιάς και οι δαντέλες απ’ τα χέρια της μάνας της ήταν σαν να τις έφερνε μπροστά της την ώρα που ήταν σκυμμένες και ονειροταξίδευαν πότε θα ’ρθει η ώρα να τα στρώσουν να τα καμαρώνουν και ποιο έπιπλο του σπιτιού θα στολίσουν. Και πόσα βράδια τον κρύο χειμώνα δίπλα στο τζάκι ή στην σόμπα συντροφιά με τα ξύλα που τριζοβολούσαν κι αργοπέθαιναν έκαναν νυχτέρια οι παλιές γυναίκες βυθισμένες στα πολύχρωμα σεμέν και στα κεντητά μαξιλάρια που θα στόλιζαν ένα καναπεδάκι.

Στ’ αργαλειό ετοίμαζαν τα μεταξωτά, τις κουρελούδες, τα μάλλινα στρωσίδια για το πάτωμα που με τη φαντασία του έδιναν λογής λογής γεωμετρικά σχήματα ή εμπνευσμένα από την φύση, κι όταν ερχόταν η ώρα να τα στρώσουν λυπόσουν να τα πατήσεις. Σε μια κουρελού δε, πολλές φορές ξεχώριζε και το ύφασμα αν ήταν από κάποιο παλιό φόρεμα, αντίθετα με σήμερα αν δε τα χρειάζονται, να ντύσουν κάποια

άτομα καταλήγουν στα σκουπίδια.

Σκυμμένη λοιπόν στην ίδια θέση άνοιγε το ένα κέντημα το έβλεπε, το

καμάρωνε, το θαύμαζε της άρεσε να μυρίζει το άρωμά του, το χάιδευε απαλά σαν να ήταν κάτι πολύτιμο το ξαναδίπλωνε και το ’βαζε στην άκρη. Δυο πλεκτές άσπρες κουβέρτες πλεγμένες απ’τα χέρια της γιαγιάς της να, σαν να την έβλεπε τώρα στο πλατύσκαλο της μεσόπορτας ένα δροσερό πρωινό του καλοκαιριού και δώστου με το βελονάκι να φτιάχνει την άσπρη κουβέρτα που αργότερα θα στόλιζε ένα κρεβάτι. Τις

δίπλωσε και τις φύλαξε στην ναφθαλίνη. «Ας παν κι αυτές κοντά στα άλλα» είπε.

Κάποιες φορές τις είχε στρώσει, κι όλο περνούσε έξω από το δωμάτιο και καμάρωνε και δεν χόρταινε να βλέπει. Μα δεν ήταν μόνο τα εργόχειρα, όσο η τέχνη και η υπομονή που χρειαζόταν για να γίνουν, το μεράκι, τα χέρια που τα έπιασαν, ο πολύτιμος χρόνος που χρειάστηκε για να γίνουν. Και μετά ήρθε και η δική της σειρά.

Μικρή δεν της άρεσε καθόλου το εργόχειρο, δεν είχε την ελάχιστη υπομονή να ασχοληθεί και το θεωρούσε χάσιμο χρόνου.

Οι εικόνες από σελίδες με εργόχειρα στάθηκε η αφορμή να δοκιμάσει την

υπομονή της και την φαντασία της. Αυτό ήταν. Είδε ότι την βοηθούσε να χαλαρώσει, να συγκεντρωθεί, να ξεχαστεί απ’ τα προβλήματά της και να ονειροπολήσει.

Μ’ ένα εργόχειρο λοιπόν άλλαξε η ψυχολογία της. Ένιωθε μεγάλη χαρά όταν έβαζε μπροστά της λογής λογής χρώματα που θα έδιναν σχήμα σ’ ένα άδειο ύφασμα που κρατούσε στα χέρια της πιασμένο μ’ ένα τελάρο. Ένα πολύχρωμο τοπίο άνοιγε μπροστά της. Όταν το τελείωσε και το ’στρωσε σκέφτηκε και έκανε δώρο στον εαυτό της μια ασημένια δαχτυλήθρα. Τα εργόχειρα πλήθαιναν σαν να ήθελε να μείνει το

πέρασμά της απ’ τη ζωή ανεξάντλητο. Έκλεισε το παλιό μπαούλο με θλίψη, σκεφτόμενη ποιος ξέρει τι θα γίνουν ολ’ αυτά τα αριστουργήματα τέχνης αφού η νέα γενιά αδιαφορεί για οποιαδήποτε τέχνη, απαξιούν να τα εκτιμήσουν αφού δεν γνωρίζουν την αξία τους, ο χρόνος τους είναι περιορισμένος με τη δουλειά τους, αλλά και γιατί προτιμούν να είναι σκυμμένοι σ’ ένα κομπιούτερ που δήθεν τους χαλαρώνει.

Μπορεί το να συσσωρεύουμε πράγματα από γενιά σε γενιά να κρύβει και μια ματαιοδοξία, όμως η τέχνη ποτέ δεν είναι αναχρονιστική.

Κεντήστε, πλέξτε, ζωγραφίστε, δώστε ζωή σε ξύλο και πέτρα, δημιουργήστε, αφήστε τον νου σας, την καρδιά σας και τα χέρια σας να δημιουργήσουν. Τα παιδιά ας διδαχθούν μια τέχνη ό,τι κι αν έχουν σπουδάσει δεν είναι υποτιμητικό. Εξάλλου η τέχνη είναι που χαρακτηρίζει έναν λαό.

Όταν είστε εγκλωβισμένοι στο άγχος της ζωής βρείτε τρόπο να ασχοληθείτε με την τέχνη γιατί ποτέ κανείς μ’ αυτόν τον τρόπο δεν έχασε. Φτιάξτε έναν δρόμο σπαρμένο με χρώματα, και παράδοση.

Previous articleΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Next articleΚεφτέδες Γεμιστοί με Τυρί