Home ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Ημέρα μνήμης του Μακεδονικού Αγώνα

Ημέρα μνήμης του Μακεδονικού Αγώνα

514

Σύμφωνα με το ελλαδικό διάταγμα 157 της 25ης Φεβρουαρίου του 1969, τιμάται κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την 13η Οκτωβρίου (ημερομηνία θανάτου του Παύλου Μελά το 1904) η Ημέρα Μνήμης του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Μακεδονικός Αγώνας της περιόδου 1904 – 1908 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Μακεδονικού Ζητήματος το οποίο προέκυψε τον 19ο αιώνα και υπήρξε αποτέλεσμα της ιδιάζουσας εθνολογικής σύστασης των ορθοδόξων χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας. Τόσο τα εσωτερικά αντίρροπα εθνικά κινήματα, λόγω της πολυγλωσσίας των πληθυσμών, όσο και οι αλληλοσυγκρουόμενες γεωπολιτικές φιλοδοξίες των νεότευκτων τότε βαλκανικών κρατών, αποτέλεσαν τους παράγοντες που έθεταν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη γένεση και συγκρουσιακή εξέλιξη του Μακεδονικού Ζητήματος.

Το ιστορικό αυτό θέμα αποτελεί κρίκο στη μακρά αλυσίδα του πολύπλοκου Ανατολικού Ζητήματος, το οποίο υπήρξε το απότοκο της σταδιακής παρακμής και εδαφικής συρρίκνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Ανατολικό Ζήτημα προέκυψε στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, μπροστά στην επιταχυνόμενη παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προέβαλλαν αξιώσεις και επεχείρησαν κάθε είδους διείσδυση, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική ή άλλη, σε αυτό τον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Το Ανατολικό Ζήτημα, επεισόδιο του οποίου αποτελεί η Ελληνική Επανάσταση, θεωρείται ότι λήγει με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923.

Η περιοχή της ιστορικής Μακεδονίας κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας κατέστη μοιραίως πεδίο ανάμιξης πληθυσμών ελληνικών, βουλγαρικών και σερβικών, όντας κεντρικό τμήμα διακίνησης εμπορίου εντός του Οθωμανικού Κράτους, με ελεύθερη διακίνηση των πληθυσμών. Οι πληθυσμοί αυτοί, οι οποίοι συνεργάζοντο σε όλο το φάσμα της καθημερινής δραστηριότητας, έγιναν σε μεγάλο ποσοστό δίγλωσσοι. Στη Βόρεια Μακεδονία δηλ. στο χώρο βορείως των σημερινών συνόρων της Ελλάδος η πλειονότητα αποτελείτο από Βουλγάρους και άλλους σλαβόφωνους πληθυσμούς. Στη Νότια Μακεδονία κατοικούσαν κατά πλειοψηφία Έλληνες, ενώ στον ενδιάμεσο χώρο (Έδεσσα, Πέλλα, Βέροια κ.ά.), ήταν περισσότερο δυσδιάκριτες οι αναλογίες με πιο εμφανές το στοιχείο της διγλωσσίας των πληθυσμών.

Όταν δημιουργήθηκαν τα ανεξάρτητα κράτη της Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, η Μακεδονία παρέμεινε ολόκληρη υπό οθωμανική κυριαρχία. Μέσα στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας αυτών των κρατών ήταν να απελευθερώσουν τους λαούς του μακεδονικού χώρου. Εκτός από τη γλώσσα, επικαλούντο λόγους ιστορικούς για να τεκμηριώσουν τις επιδιώξεις τους. Οι Έλληνες επικαλούντο την ελληνική ιστορική συνέχεια στο χώρο με έμφαση στην Αρχαιότητα και στο Βυζάντιο. Οι Βούλγαροι θεωρούσαν την περίοδο του Σαμουήλ Α’(10ος αι.), ο οποίος έφθασε μέχρι τη Δυτική Μακεδονία, ενώ οι Σέρβοι επικαλούντο την επέκταση του κράτους του Στέφανου Ντουσάν (14ος αι.) για μία περίοδο προς τη Νότια Μακεδονία.

Ανάμεσα στους διεκδικητές της Μακεδονίας δεν μπορούσε να υπάρξει πολιτική συνεννόηση γιατί βρισκόντουσαν σε ανταγωνιστική τροχιά, συνεπώς δεν μπορούσε να γίνει συμμαχία εναντίον των Τούρκων. Έτσι όλοι προέβαλλαν ως επίδοξοι ελευθερωτές της Μακεδονίας. Οι Βούλγαροι ιδιαιτέρως, ως οι πιο διεκδικητικοί και ελαφρώς υπερφίαλοι για τις στρατιωτικές προπαρασκευές τους, παρουσιάζοντο ως οι «Πρώσοι των Βαλκανίων».

Από την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους το 1878 υπήρξαν πολλές προσπάθειες διείσδυσης της βουλγαρικής προπαγάνδας στην Μακεδονία, μεγάλο μέρος εξ αυτών όμως παρέμεινε άκαρπο. Από την άλλη, όσο οι εικόνες για την επικρατούσα κατάσταση στη μακεδονική ενδοχώρα σχετικά με την προπαγανδιστική εκστρατεία των Βουλγάρων μετεφέροντο στην Ελλάδα από τους διπλωμάτες, τους δασκάλους και τον κλήρο, άλλο τόσο οι μυστικές ζυμώσεις για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης για απελευθέρωση της Μακεδονίας πολλαπλασιάζοντο.

Από το 1894 ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον συντονισμό των κινήσεων πέρασε στα χέρια της «Εθνικής Εταιρείας», μίας μυστικής πατριωτικής οργάνωσης, η οποία ιδρύθηκε στην Αθήνα από επιφανείς προσωπικότητες, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Παύλος Μελάς κ.ά. Η «Εθνική Εταιρεία» επεδίωξε με επιτυχία την ελλαδική διείσδυση στην Μακεδονία με σκοπό την ηθική και στρατιωτική ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Από το 1900 ο αγώνας αρχίζει να αποκτά ένοπλη μορφή. Κύριοι αντίπαλοι των ελληνικών ενόπλων σωμάτων ήταν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, ένοπλες ομάδες που στάλθηκαν στη Μακεδονία και εργάστηκαν έντονα και σκληρά για τη βίαιη επικράτηση των βουλγαρικών απόψεων. Δύο απόπειρες όμως των ένοπλων αυτών ομάδων να παρασύρουν τον πληθυσμό της Μακεδονίας σε φιλοβουλγαρική επανάσταση το 1902 και 20 Ιουλίου 1903, απέτυχαν.

Οι Έλληνες Μακεδονομάχοι, είτε από τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό είτε εθελοντές από διάφορες περιοχές του Ελληνισμού (μεταξύ των οποίων και η Κύπρος) πέτυχαν την αποστολή τους. Στήριξαν τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία έναντι των πιέσεων και απειλών των Βουλγάρων. Η νίκη των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων μπορεί να μην απέφερε ως άμεσο κέρδος την απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού μεσολάβησε το Κίνημα των Νεοτούρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1908. Στην ουσία όμως, ο Μακεδονικός Αγώνας εμπόδισε σε βάθος χρόνου την απώλεια των περιοχών, οι οποίες αργότερα, με τους Βαλκανικούς Πολέμους απελευθερώθηκαν και απετέλεσαν την ελληνική Μακεδονία, ολοκληρώνοντας σε μεγάλο βαθμό τους ελληνικούς στόχους στην περιοχή.

Η σημασία της κάθε επετείου σε πλαίσιο εθνικής ιστορίας είναι συνυφασμένη με στιγμές συλλογικής ευθύνης για την ιστορική συνέχιση ενός έθνους. Η σύνδεση με το ιστορικό παρελθόν είναι αναγκαία αλλά και αναπόφευκτη, όχι ως μνημειακή διάσταση αλλά γιατί στην ουσία της συνδέεται με το μέλλον. Κάθε σημαντικό ιστορικό γεγονός είναι πραγματικό και η επέτειός του είναι συμβολική και ως συμβολική στρέφεται στο μέλλον γιατί έχει νόημα, μεστό από άυλες αξίες, όπως είναι η ελευθερία και η αγάπη προς την πατρίδα. Είναι όλες εκείνες οι αξίες που δίδουν σε μια εθνική επέτειο τον συμβολισμό της, δηλαδή τον δυναμικό της χαρακτήρα. Γιατί το σύμβολο είναι ισχύς· ισχύς που ωθεί ένα έθνος προς τα εμπρός, είτε για να διατηρήσει τις αξίες του είτε για να τις επανακτήσει. Η εθνική επέτειος αποτελεί για κάθε άνθρωπο το γνώθι σαυτόν.

Χρήστος Ιακώβου