Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

753

«ΚΑΘΙΣΑΣ ΕΔΙΔΑΣΚΕΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΤΟΥΣ ΟΧΛΟΥΣ»
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
(Κατά Λουκά, κεφ. 5:1-11)

Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΔΙΨΟΥΣΕ ο ισραηλιτικός λαός να ακούσει λόγια Θεού, καθαρή και αμόλυντη την αλήθεια. να γνωρίσει την πραγματική και ασφαλή οδό της σωτηρίας. Μέχρι τότε οι Ραβίνοι του Ισραήλ και οι αρχισυνάγωγοι, οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι του προσέφεραν ψίχουλα μόνον από τις αλήθειες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτά δε ανακατεμένα με προλήψεις και με πολλές παρανοήσεις. Του έδιναν πολλά άχυρα και ελαχίστους κόκκους σίτου. Ο λαός, πριν ακόμα τον δηλητηριάσουν οι συκοφαντίες των αρχόντων του Ισραήλ, άκουε με πολλή προθυμία και προσοχή τη διδασκαλία του Κυρίου Ιησού Χριστού. Και να, όπως μας διηγείται η σημερινή περικοπή του Ευαγγελίου, πολύς κόσμος τον περιεκύκλωσαν σε πυκνές μάζες, και καθώς οι τελευταίοι έσπρωχναν τους προηγούμενους, εστρίμωχναν τον Κύριο διψασμένοι να ακούσουν τη διδασκαλία Του. Και ο Κύριος εμπήκε σε ένα πλοιάριο του Σίμωνος, απομακρύνθηκε λίγα μέτρα από την παραλία, εκάθισε στην πλώρη και από τον αυτοσχέδιο αυτόν άμβωνα εδίδασκε τα πλήθη.

Είναι άξιο προσοχής το ενδιαφέρον και η δίψα του λαού να ακούσει θρησκευτικές αλήθειες. Αυτή η δίψα παρατηρείται και στην εποχή μας. Παρά τα υλιστικά κηρύγματα της απιστίας και αθεΐας, παρά το πνεύμα της υλοφροσύνης και του αχαλίνωτου αισθησιασμού, παρά τον πόλεμον που συστηματικά, φανερά ή ύπουλα, γίνεται εναντίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, εναντίον του Αρχηγού και Ιδρυτού της, του Ιησού Χριστού, ο λαός κατά βάθος διψά να ακούσει λόγον Θεού. Θέλει να γνωρίσει αμόλυντη τη θρησκευτική αλήθεια, τον βέβαιο και ασφαλή δρόμο της σωτηρίας. Κορεσμένος από τη ζωή της αμαρτίας, αηδιασμένος από τα κούφια κηρύγματα της αντιχριστιανικής προπαγάνδας, αισθάνεται την ιερή επιθυμία να ακούσει την ευαγγελική αλήθεια.
Την αλήθεια, που αναφέρεται εις τον Θεόν, εις την ψυχήν, εις την λυτρωτικήν θυσία του Χριστού, εις την αιώνια ζωή. Θέλει να μάθει τι πρέπει να πιστεύει. Ακόμη και πώς πρέπει να κανονίζει την εσωτερική και εξωτερική ζωή του. ποιο είναι το καθήκον του απέναντι του Θεού, των ανθρώπων και του εαυτού του. τι είναι δικαιοσύνη και αγάπη, πού και πώς θα αποκτήσει την ειρήνη και τη χαρά, πώς θα απαλλαγεί από το αίσθημα της ενοχής και από τις τύψεις της συνείδησης, που του προκαλεί η αμαρτία. Πώς θα επιτύχει την δικαίωσή του, τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς του…
Ας μη μας απατούν τα φαινόμενα, τα αποκαρδιωτικά και απογοητευτικά. Κάτω από αυτά και παράλληλα με αυτά υπάρχει έντονος ο πόθος για τη σωτηρία και την αιώνια ζωή. Ποιος ποτέ θα φανταζόταν, ότι ο καταδικασμένος σε σταυρικό θάνατο ληστής και φονιάς ανθρώπων, θα μετανοούσε επάνω στον σταυρό του και θα παρακαλούσε τον Κύριο να γίνει γι’ αυτόν έλεος; Ποιος θα πίστευε ότι ο Σαύλος, που ενέπνεε «απειλήν και φόνον» σε όλους τους τότε Χριστιανούς (Πραξ. 9:1), θα γινόταν ο μεγάλος απόστολος Παύλος, κήρυκας του Ευαγγελίου σε Ιουδαίους και εθνικούς; Πολλοί, πάρα πολλοί από τους διώκτες του Χριστιανισμού, από ανθρώπους δούλους στην αμαρτία και στα πάθη πίστεψαν στον Ιησού Χριστό και πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν και πρόσφεραν τη ζωή τους θυσία στο βωμό της πίστης τους. Τι μαρτυρούν τα αναρίθμητα αυτά γεγονότα; Μαρτυρούν και διακηρύττουν αυτή τη μεγάλη αλήθεια. ότι δηλαδή οι άνθρωποι, οι πλείστοι από τους ανθρώπους, διψούν να ακούσουν λόγια Θεού, να βρουν και ακολουθήσουν τον δρόμο, που θα τους οδηγήσει στη μακαρία και αιώνια ζωή.

Αυτό ακριβώς κάνει επιτακτικό το καθήκον όλων μας να διαδίδουμε με θάρρος και παρρησία τον λόγο του Θεού, όπου ο καθένας μας βρίσκεται και οι συνθήκες το επιβάλλουν. Όλοι είμαστε απεσταλμένοι του Θεού να προσφέρουμε τη σωτήρια αλήθεια στους αδελφούς μας. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει σε πολλές επιστολές του το γενικό καθήκον της ιεραποστολής, όχι μόνον από τους κληρικούς αλλά και από όλους εμάς τους φωτισμένους Ορθοδόξους Χριστιανούς προς εκείνους που έχουν άγνοια, τους πλανωμένους και δούλους της αμαρτίας. Ειδικότερα στην προς Ρωμαίους επιστολή απευθύνει το παρακάτω ερώτημα στους Χριστιανούς: «Πώς θα επικαλεσθούν Εκείνον, εις τον οποίον δεν επίστευσαν; Πώς θα πιστεύσουν εις Εκείνο, διά τον οποίον δεν ήκουσαν κήρυγμα και διδασκαλίαν; Πώς είναι δυνατόν να ακούσουν, χωρίς να υπάρχει δι αυτούς ο κήρυξ, ο διδάσκαλος της αληθείας; Πώς θα κηρύξουν επιτυχώς την αλήθειαν του Ευαγγελίου οι κήρυκες, εάν δεν αποσταλούν εις την υπηρεσίαν αυτήν;» Και προσθέτει το προφητικόν λόγιον του Ησαΐου, «πόσον ωραίοι είναι οι πόδες εκείνων, που κηρύττουν το χαρμόσυνον μήνυμα της ειρήνης του Θεού προς τους ανθρώπους, αυτών που αναγγέλλουν τα αγαθά και τας δωρεάς», που μας προσφέρει διά της θυσίας ο Λυτρωτής!

Τα προφητικά λόγια του Ησαΐου, το έργον των Αποστόλων και των διά μέσου των αιώνων ιεραποστόλων πολλά έχουν να πουν και σε μας τους σημερινούς Χριστιανούς. Ας μην αποκαρδιωνόμεθα, αν δεν ιδούμε άμεσα τα αποτελέσματα του ιεραποστολικού μας έργου. Ο κόκκος του σίτου δεν φυτρώνει αμέσως. Περιμένει τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες να βλαστήσει και καρποφορήσει. Έτσι και οι ψυχές μοιάζουν με αγρό, που σπείρεται ο λόγος του Θεού και που θα βλαστήσει, όταν στην καρδιά των ακροατών δημιουργηθούν οι κατάλληλες ψυχολογικές συνθήκες.