Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ, ΔΟΞΑ ΜΑΣ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ, ΔΟΞΑ ΜΑΣ

389

«Όταν ο Χριστός φανερωθεί, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη»

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
(Προς Κολασσαείς, κεφ. 3: 4 – 11)

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ, ΔΟΞΑ ΜΑΣ

Ο ΘΕΟΣ έχει εμφυτεύσει στην καρδιά του κάθε ανθρώπου ευγενείς επιθυμίες, υψηλές και ιερές εφέσεις, όπως είναι ο πόθος της γνώσης και της σοφίας, της δικαιοσύνης και της αθανασίας, της ειρήνης και της χαράς κ.ά. Μία από τις επιθυμίες αυτές είναι η επιθυμία της δόξης. Εκδηλώνεται από αυτήν ακόμη τη νηπιακή ηλικία. Οι άνθρωποι όμως, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους, κάνουν λάθος στον τρόπο και στον δρόμο της ικανοποίησης και εκπλήρωσης των ευγενών αυτών επιθυμιών. Ο Θεός είναι εκείνος που έχει τη δύναμη, τη σοφία και την αγαθότητα, να τις εκπληρώσει στον τέλειο βαθμό. Το ίδιο αληθεύει προκειμένου και για την ικανοποίηση της επιθυμίας της δόξης. Την αλήθεια αυτή διακηρύσσει και ο Απ. Παύλος, γράφοντας: «Όταν ο Χριστός, που είναι η ζωή και πηγή της ζωής μας φανερωθεί ένδοξος κατά την Δευτέρα παρουσίαν, τότε και σεις μαζί με αυτόν θα φανερωθείτε και θα λάμψετε εν δόξη».

Ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εδίδαξε, ότι η κενοδοξία, η τάση δηλαδή των ανθρώπων να επιδιώκουν, για να λαμβάνουν τη μάταιη και παροδική δόξα εκ μέρους των άλλων, είναι ένα από τα μεγάλα εμπόδια για να πιστέψουν στη διδασκαλία Του και δεχθούν τη λύτρωση. Κατηγόρησε τους Φαρισαίους λέγοντας: «Πώς δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες, και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε; (Ιωαν. 5:44). Δηλαδή πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε στην αλήθεια σεις, οι οποίοι επιδιώκετε να παίρνετε δόξα και τιμή ο ένας από τον άλλον και δεν ζητείτε την αληθινή δόξα, η οποία προέρχεται από τον ένα και μοναδικό Θεό;».
Πράγματι είναι γεγονός χιλιομαρτυρημένο, ότι οι Φαρισαίοι και οι περισσότεροι από τους θρησκευτικούς και πνευματικούς ηγέτες του ισραηλιτικού λαού έκαναν «τα πάντα προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις». Σκοπό τους είχαν θέσει όχι να υπηρετήσει με τα καλά τους έργα των πασχόντων και στερουμένων, αλλά την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας των, την επίδειξή τους στους ανθρώπους, τον έπαινό τους και τη δόξα εκ μέρους αυτών. Και έτσι φερόμενοι, όχι μόνον εβεβήλωναν τη θεία εντολή της αγάπης και εξυπηρετήσεως του πλησίον, αλλά και στερούσαν τον εαυτό τους από κάθε δικαίωμα αμοιβής των εκ μέρους του Θεού. Είχαν γυρισμένα τα μάτια των, τις σκέψεις και αποφάσεις τους όχι προς τον Θεόν, αλλά προς τους άλλους περιμένοντες την δόξα εκείνων. Τον Θεό τον είχαν παραμερίσει. Αυτό αληθεύει και για κάθε άνθρωπο, που κάνει μεν κάτι καλό αλλά με το σκοπό τον έπαινό του και τη δόξα του από μέρους των άλλων. Έτσι είναι όχι μόνον μάταια αλλά κι επιβλαβή γι’ αυτούς τα καλά έργα.

Αντίθετα εκείνος που κάνει τα καλά έργα κινούμενος από την αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον, από τη συμμόρφωσή του προς το θείο θέλημα και ταπεινόφρονα συμπαράστασή του στην δυστυχία των θλιβομένων, έχει δικαιώματα δόξης του από μέρους του Θεού. Πρώτα και οι άλλοι άνθρωποι βλέποντες την αρετή του και τα έργα του τον εκτιμούν και τον υπολήπτονται. Μ’ όλον ότι προσπαθεί με κάθε μυστικότητα να πραγματοποιεί τα έργα της χριστιανικής του αγάπης. Πάντοτε η αρετή είναι ταπεινόφρων και προσπαθεί να μένει αφανής και απαρατήρητη, για να αποφεύγει ακριβώς τον έπαινο και τη δόξα των ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, η αρετή του εναρέτου λάμπει σαν το φως ολόλαμπρη και τα έργα του διηγούνται τη δόξα του Θεού. Αυτό εννοούσε ο Κύριος όταν έλεγε: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς (Ματθ. 5:16). Ο Απ. Παύλος γράφει προς Φιλιππησίους (2:15), ότι οι αληθινοί Χριστιανοί, «άμεμπτοι και ακέραιοι, τέκνα Θεού αμώμητα», λάμπουν «ως φωστήρες εν κόσμω».

Αλλά και αν δεν γίνει γνωστή η αρετή των και δεν τους αποδοθεί εκ μέρους της κοινωνίας η δίκαιη δόξα και τιμή, θα πάρουν ως μισθαποδοσία εκ μέρους του Χριστού αιώνια, υπέρλαμπρη και αναφαίρετη δόξα. Τότε «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών» (Ματθ. 13:43).

Θα γίνουν όχι βέβαια ίσοι, αλλά όμοιοι με τον πανένδοξον θεάνθρωπον Λυτρωτή. Θα κάνουν δική τους τη δόξα Εκείνου. Θα καθίσουν, όπως ο Χριστός εκάθησε στα δεξιά του θρόνου του πατρός. Θα θεωρεί ο Χριστός δόξα Του να περιστοιχίζεται από τα αναρίθμητα δισεκατομμύρια αυτών, που έχουν σωθεί χάρις στη λυτρωτική του θυσία και θα τους μεταλαμπαδεύει τη δική Του υπερκόσμια δόξα. Θα πραγματοποιηθεί δι’ αυτούς εκείνο, για το οποίο παρεκάλεσε τον Πατέρα κατά τον Μυστικόν Δείπνον «Πάτερ, είπε, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι (= βλέπουν και απολαμβάνουν) την δόξαν την εμήν» (Ιωαν. 17:24). Καθένας από τους πιστούς, που με τη δύναμη και το φωτισμό του Χριστού, θα έχει νικήσει τον κόσμον της αμαρτίας και θα έχει ζήσει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, σ’ αυτόν τον νικητή «δώσω καθίσαι μετ’ εμού εν τω θρόνω μου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα μετά του Πατρός μου εν τω θρόνω αυτού» (Αποκαλ. 3:21).

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης για να εξάρει τη δόξα και το μεγαλείο των πιστών, γράφει και τούτο το καταπληκτικό: «Αγαπητοί, τώρα είμεθα τέκνα του Θεού, αλλ’ ακόμη δεν έχει φωνερωθεί τι θα είμεθα εις το μέλλον. Γνωρίζομεν όμως καλά, ότι όταν ο Χριστός φανερωθεί με όλην αυτού την δόξαν, θα γίνομεν και ημείς όμοιοι με Αυτόν κατά την δόξαν» (Α΄Ιωαν. 3:2). Τα σώματά μας μετά την ανάστασή των θα ομοιάζουν με το πανένδοξο και άφθαρτο σώμα του Χριστού, όπως αυτό φάνηκε κατά την Ανάληψή Του στους κατάπληκτους μαθητές και αγγέλους. Η ψυχή μας ολόλαμπρη και αυτή από το θησαυρό των αρετών και των καλών έργων τον οποίον αποκτήσαμε με την υπακοή μας στο θείο θέλημα, θα ακτινοβολεί θεία δόξα. Θα είμαστε γεμάτοι φως, που θα το παίρνουμε από τον Χριστό. Θα γίνουμε θεοί κατά χάρη.

Τι είναι, λοιπόν, η δόξα του κόσμου, για την απόκτηση της οποίας κάπτονται πολλοί άνθρωποι και σε μεγάλες θυσίες υποβάλλονται; Ένα τίποτε, μια σκιά, ένας καπνός που μας πνίγει και μας τυφλώνει. Η δόξα όμως που επιφυλάσσει ο Χριστός για τους δικαίους και εναρέτους, για τους λυτρωμένους χάρις στη θυσία Του, θα είναι αιώνια, ολόλαμπρη, απερίγραπτη και ασύλληπτη τώρα στη διάνοιά μας. Πώς λοιπόν να μη φλέγεται η καρδιά μας από την επιθυμία της αιώνια αυτής δόξας;