Home Community News Η πορεία της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες

Η πορεία της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες

59
0

της Μαρίνας Μαραγκού

Λογοτεχνικές διάλεκτοι
Αποτελεί ασυνήθιστο φαινόμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου το κάθε λογοτεχνικό είδος που αναπτυσσόταν στον αρχαίο κόσμο συνδέθηκε με τη διάλεκτο στην οποία είχε αρχικά διαμορφωθεί και που συχνά δεν ήταν η μητρική γλώσσα του λογοτέχνη. Η επίδραση της επικής, ομηρικής διαλέκτου υπήρξε μεγάλη παρά τον προφανή τεχνητό χαρακτήρα της και θεωρείται ιδιαίτερα πολύτιμη για τη μελέτη της αρχαίας γλώσσας.
Τοιουτοτρόπως η ιωνική ανάμεικτη με αιολικά στοιχεία από το β’ μισό του 8ουαιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε στην επική και σε διάφορα είδη λυρικής ποίησης όπως η ελεγεία και η ιαμβοτροχαϊκή ποίηση, και τον 6ο αι. π.Χ. στην ιστοριογραφία. Η δωρική τον 7ο π.Χ. στη χορική ποίηση και η λεσβιακή στη μονωδική ποίηση. Στην Αττική τον 5ο αιώνα π.Χ. θα αναπτυχθεί το δράμα και οι ποιητές θα χρησιμοποιήσουν ιωνικά στοιχεία στο διαλογικό μέρος και δωρικά στο χορικό, διατηρώντας την παράδοση. Επιπροσθέτως «η κωμωδία, με τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη, πλησιάζει την κοινή λαϊκή γλώσσα», ενώ αργότερα εξελίσσεται η ρητορεία και η φιλοσοφία. Επισημαίνεται ότι η λογοτεχνική γλώσσα είναι μια γλώσσα με τεχνητό χαρακτήρα, με ιδιαίτερο λεξιλόγιο και ασυνήθιστες στην καθημερινή γλώσσα λέξεις, κάτι που ιδιαιτέρως ο Αριστοφάνης σατίριζε.

Ομηρική διάλεκτος
Η οριστική της μορφή κατέληξε διαμέσου της γραφής από τον Όμηρο τον 8ο αιώνα π.Χ. Είχε έλθει η ώρα της μεγάλης ακμής της επικής ποιητικής δημιουργίας και της διαμόρφωσης μιας τεχνητής γλώσσας, που αφού ανανεωνόταν στο στόμα των αοιδών κατάφερε από έναν ανυπέρβλητο ποιητή να εκφράσει με ανεπανάληπτο τρόπο το μεγαλείο του ηρωικού κόσμου. Εν τινι μέτρω συμπίπτει με την προκάτοχό της τη μυκηναϊκή και τη βάση του λεξιλογίου της αποτελεί η ιωνική διάλεκτος, συμπεριλαμβάνει όμως και αιολικές μορφές, λίγες λέξεις της αρκαδοκυπριακής, μερικούς δωρισμούς, καθώς και αττικούς τύπους που παρεισέφρησαν στο ομηρικό κείμενο τον 6ο αι. π.Χ. στην Αττική.
Ο Όμηρος αποτελεί καίρια τομή για την εξέλιξη του ελληνικού έπους και ο βασικά ιωνικός χαρακτήρας της ομηρικής γλώσσας άνοιξε τον δρόμο για την αύξηση του κύρους και της κατανόησής της σε όλη την Ελλάδα και στη μεταγενέστερη διάδοση της αττικής διαλέκτου.

Αττική διάλεκτος
Μέσα στο «μωσαϊκό» των αρχαίων διαλέκτων από τον 5ο αιώνα π.Χ. θα ξεχωρίσει η αττική διάλεκτος της Αθήνας και θα γνωρίσει αίγλη και αναγνωρισμένη αξία. Η Αθήνα, η σημαντικότερη πόλη-κράτος της αρχαιότητας, με την εδραίωση της δημοκρατίας, την απελευθέρωση από τη σπαρτιατική επίδραση, κυρίως μετά τους Περσικούς Πολέμους, και τη σύναψη της Αθηναϊκής Συμμαχίας θα κυριαρχήσει εμπορικά, οικονομικά και πνευματικά.
Στην πόλη αυτή αναπτύσσεται προφορικός λόγος της λογοτεχνίας με διαλογικό χαρακτήρα, και με τη συμβολή των σοφιστών και των ρητόρων αφήνει τα ίχνη του στη μεταγενέστερη γραπτή λογοτεχνία: στη ρητορική, στην ιστοριογραφία, στους σωκρατικούς λόγους και φυσικά στο θέατρο, όπως προαναφέραμε
Ως εκ τούτου η ιωνική-αττική δημιούργησε έναν πεζό λόγο και μια γλώσσα ανοικτή και ευέλικτη, κατάλληλη να διευρύνεται ή να μετατρέπεται προς όφελος ολοκλήρου του πνευματικού και του επιστημονικού σύμπαντος. Και αυτό να επιτυγχάνεται χωρίς ακαμψία, με πολλές ευρείες αποχρώσεις και δυνατότητες, καθιστώντας τον κοινό άνθρωπο ικανό να ακολουθεί τις τροπές της σκέψης.

Κοινή γλώσσα (3ος αι. π.Χ – 4ος αι. μ.Χ)
Η αττική διάλεκτος καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του μακεδονικού κράτους που θα γίνει τώρα κυρίαρχο και μεταφέρεται στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Θα γεννηθεί λοιπόν έτσι για πρώτη φορά μια κοινή ελληνική γλώσσα, και περιβεβλημένη με το κύρος, την αίγλη και το γόητρο του Μεγάλου Αλεξάνδρου θα εξαπλωθεί σε έναν πολύ ευρύ γεωγραφικό χώρο και σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Η Κοινή είναι βασικά η αττική διάλεκτος με μερικά ιωνικά στοιχεία. Κύριες πηγές της εκτός από τις επιγραφές είναι επιστολές ή έγγραφα σε παπύρους και θα χρησιμοποιηθεί, εκτός από τη διοίκηση, στη διπλωματία, στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές, στην καθημερινή επικοινωνία, στη λογοτεχνία και στην επιστήμη.
Ένα άλλο ξεχωριστής σημασίας στοιχείο της γλωσσικής εξέλιξης αυτής τηςπεριόδου είναι ότι δεν θα παραμείνει μόνο στον προφορικό λόγο αλλά θαχρησιμοποιηθεί και στον γραπτό. Αυτό το φαινόμενο θα ενισχυθεί και από τη νέα θρησκεία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, τον Χριστιανισμό, ο οποίος θα υιοθετήσει την ελληνιστική Κοινή ως γλώσσα μετάδοσης της διδασκαλίας του, προφορικής και γραπτής. Η μετάφραση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης και η Καινή Διαθήκη που γράφηκε στα ελληνικά αποδίδουν την προφορική απλή γλώσσα της εποχής. Αλλαγές που θα επέλθουν από την Κοινή είναι στη φωνολογία, στη μορφολογία, στο συντακτικό, στο λεξιλόγιο και στις σημασίες των λέξεων, παράλληλα με τον εμπλουτισμό από καινούργιες λέξεις είτε με την αφομοίωση δάνειων λέξεων (με έκδηλη την υπεροχή των λατινικών και δευτερευόντως των εβραϊκών) και τη δημιουργία νεολογισμών είτε με την προσθήκη νέων σημασιών σε αρχαίες λέξεις.

Αττικισμός
Στην αρχή των χριστιανικών χρόνων, την εποχή του Αυγούστου και του Τιβέριου, παρουσιάζεται αλλαγή στις λογοτεχνικές προτιμήσεις και μια στροφή προς μια αρχαϊκή κατεύθυνση. Πρόκειται για το κίνημα του Αττικισμού, μια προσπάθεια μίμησης των αρχαίων από τους Έλληνες, που επιδιώκουν την αναβάθμιση του πολιτιστικού επιπέδου τους σε σύγκριση με εκείνη των Ρωμαίων και την απόκτηση δικής τους ταυτότητας, έχοντας συνείδηση της πολιτικής τους ανωτερότητας και της αξίας τους ως έθνος. Το νέο ύφος κυριάρχησε στον λόγιο πεζό λόγο και βρήκε στην πράξη εκφραστές. Όταν ο Χριστιανισμός συμφιλιώθηκε με την Αυτοκρατορία, τον 4ο αιώνα, οι μεγάλοι εκπρόσωποί του, Συνέσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος και Ιωάννης Χρυσόστομος υιοθετούν τον αττικισμό. Με το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών η ζυγαριά έγειρε υπέρ των Χριστιανών οι οποίοι ανέλαβαν την ευθύνη να συνεχίσουν τον ελληνικό πεζό λόγο αττικού επιπέδου και να διαδώσουν την παλαιά ελληνική γλώσσα.

Η Βυζαντινή γλώσσα (5ος-11ος αι.)
Η βυζαντινή περίοδος της ελληνικής γλώσσας απηχεί πολιτιστικά τη ζωή και τηδράση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή την ισχύ, την οικουμενικότητα, την υλική και την πνευματική ανάπτυξη και την περιπετειώδη πορεία της. Η ιστορία τώρα της ελληνικής γλώσσας, όπως παρατηρεί ο Μ. Τριανταφυλλίδης, γίνεται διπλή: υπάρχει η μεσαιωνική γραπτή κοινή με το αρχαϊστικό της ύφος και η προφορική κοινή, όπως διαμορφώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα του μεσαιωνικού Ελληνισμού και κυρίως στην Πόλη.
Η γλωσσική διαφοροποίηση συνιστά μορφή αντίθεσης ανάμεσα στη γλώσσα την προφορική, της υμνογραφίας, των συναξαρίων και της χριστιανικής λατρείας που έχει ως πρότυπο την κοινή γλώσσα του Ευαγγελίου και αφετέρου της υπόλοιπης γραπτής γλώσσας που ακολουθεί αττικιστικά πρότυπα.

Οι σπουδαιότερες εξελίξεις της μεσαιωνικής γλώσσας αφορούν το φωνητικό και το φωνολογικό επίπεδο, αν και συντελούνται ταυτόχρονα εντυπωσιακές μεταβολές και στο μορφολογικό, συνεχίζοντας την τάση της αλεξανδρινής Κοινής, και επιπλέον ολοκληρώνονται απλουστευτικές διαδικασίες και συντακτικές εξελίξεις. Εν τω μεταξύ το λεξιλόγιο είναι ο χώρος όπου κατεξοχήν αποτυπώνονται όλες οι εξωγλωσσικές περιπέτειες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η αναπόφευκτη συνάντησή της με πολλούς λαούς και γλώσσες αφήνει την οριστική σφραγίδα της μέσα από γλωσσικά δάνεια, δημιουργώντας προϋποθέσεις νέων παραγωγικών γλωσσικών σχηματισμών. Η ελληνική γλώσσα λειτουργεί εκ παραλλήλου ως βασική πηγή δανεισμού για πολλές γλώσσες. Σε μια αμφίδρομη σχέση επηρεάζεται από τη λατινική αλλά και από δυτικές λατινογενείς γλώσσες. Το ελληνικό λεξιλόγιο θα βρει έδαφος μέσω της επαφής του Βυζαντίου με τους Γότθους, Σλάβους και Άραβες και σ’ αυτές τις γλώσσες.

Η Πρώιμη Νεοελληνική γλώσσα
Από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα οι Βυζαντινοί λόγιοι γράφουν σε αρχαΐζουσα γλώσσα με μια προϊούσα στρυφνότητα, ενώ στην πλευρά της απλούστερης γλώσσας και σε μια προσπάθεια να συγκερασθεί η λόγια/γραπτή με την προφορικήδημωδέστερη προστίθενται τα Ακριτικά τραγούδια, τα ποιήματα του Πτωχο-προδρόμου κ.ά. Στον 13ο και στον 14ο αιώνα έχουμε τα ιπποτικά μυθιστορήματα, το Χρονικόν του Μορέως κ.ά. Η λογοτεχνική καταξίωση της ομιλουμένης δυναμώνει, και με προεξάρχουσα την Κρήτη (Κύπρος, Ρόδος), και κορυφαία εκδήλωση έργα όπως τα Ερωτόκριτος, Ερωφίλη, επιχειρείται η αξιοποίηση της τοπικής διαλέκτου ως γραπτής γλώσσας. Ταυτοχρόνως τα κύρια χαρακτηριστικά της νεοελληνικής γλώσσας έχουν διαμορφωθεί πλήρως, ενώ παράλληλα θα ξεχωρίσουν οι νεοελληνικές διάλεκτοι (ποντιακά, τσακωνικά, κατωιταλικά) και τα τοπικά ιδιώματα (νότια, βόρεια, ημιβόρεια – κατά τον Γ. Χατζιδάκι).

Previous articleτο dna της εβδομαδας
Next articleMeletios ii, iii and iv – Satanic Patriarch or Accomplished Prelate