Home Community News Η Σμύρνη Μάνα Καίγεται

Η Σμύρνη Μάνα Καίγεται

560

Η Σμύρνη μάνα καίγεται καίγεται και το βιος μας
ο πόνος μας δε λέγεται δε γράφεται ο καημός μας
Ρωμιοσύνη ρωμιοσύνη δε θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη και τριάντα στη φωτιά
Η Σμύρνη μάνα χάνεται τα όνειρά μας πάνε
στα πλοία όποιος πιάνεται κι οι φίλοι τον χτυπάνε
Ρωμιοσύνη ρωμιοσύνη δε θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη και τριάντα στη φωτιά.

γραφει ο Πλάτων Ρούτης

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να είναι αντικειμενικός στον δράμα και τον σφαγιασμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους στρατιώτες, θα του είναι πολύ δύσκολο και αυτό γιατί όλους μας έχει σημαδέψει άμεσα ή έμμεσα. αυτή η τραγωδία. Βρίσκονται ακόμα ανάμεσά μας αυτοί που σε περασμένη ηλικία σήμερα, επέζησαν και μας διηγήθηκαν ιστορίες από την προσωπική τους εμπειρία. Με τα μάτια τους υγρά από τον χαμό δικών τους ανθρώπων και με πόνο στο στήθος, μας έχουν μιλήσει αυτά που ο ιστορικός της εποχής εκείνης δεν μπορούσε να συλλάβει. Δηλαδή πως περιγράφεις τον ανθρώπινο πόνο; Δε γράφεται με λέξεις εκτός να τον πεις με τα χείλη, με τα μάτια και με ένα βλέμμα που έχει μπροστά του σκοτωμούς, αίμα, βία και  αδικία. Μόνο οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας τα έχουν πει γιατί τα έζησαν τόσο έντονα.

Ιστορική αναφορά

Η Μικρασιατική Καταστροφή ( Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, με το νέο ημερολόγιο) αποτελεί μια από τις πιο τραγικές στιγμές της Ιστορίας της Ελλάδας. Είναι το αποτέλεσμα της συμμετοχής της άρχουσας τάξης της Ελλάδας στα επεκτατικά /ιμπεριαλιστικά σχέδια των Εγγλέζων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Οι Εγγλέζοι επεδίωκαν με την επέμβαση του Ελληνικού στρατού στην Τουρκία να ανοίξει για αυτούς μια δίοδο ανατολικά προς τις περιοχές και κράτη που ήταν πλούσιες σε κοιτάσματα πετρελαίου για τον έλεγχο των πρώτων υλών.  Σε αυτό το σχέδιο βοήθησε η αστική τάξη της Ελλάδας προωθώντας μέσω αυτής της συμμετοχής στην πράξη τη θεωρία της «Μεγάλης Ιδέας», δηλαδή της προσάρτησης εδαφών στην Ελλάδα και έτσι να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα των Ελλήνων κεφαλαιοκρατών, τα οποία διαπλέκονταν μ’ αυτά των τότε ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας.

Της καταστροφής είχε προηγηθεί η Μικρασιατική εκστρατεία, που άρχισε στις 2 Μάη 1919 με την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Η ολική καταστροφή καταγράφηκε τον Σεπτέμβρη του 1922 με το κάψιμο της Σμύρνης. Οι «Προστάτιδες Δυνάμεις» οδηγούσαν σε μια μεγάλη περιπέτεια, την Ελλάδα. Ο Ελληνικός καπιταλισμός σέρνονταν στο άρμα πρώτα των βρετανικών, αργότερα των γαλλικών ιμπεριαλιστικών σχεδίων. Η «αξιοπιστία», η «συνεργασιμότητα» της ελληνικής αστικής τάξης: Εστειλε 10.000 Ελληνες στρατιώτες στην Ουκρανία, να πολεμήσουν με τις δυνάμεις του Βρετανού στρατηγού Ντενίκιν, ενάντια στη σοβιετική εξουσία. Το Μάη του 1919, με την παρότρυνση του Λόιντ Τζορτζ, ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Θράκη – Σμύρνη. Προχωρούσε στα βάθη της Μικράς Ασίας.

Η συμμαχική (Αγγλική) εντολή αξιοποιεί τα οράματα του λαού με την κατακτητική πολιτική της βενιζελικής προπαγάνδας για την μεγάλη ιδέα να απελευθερωθούν δήθεν οι Ελληνικοί πληθυσμοί. Αυτό όμως θα γινόταν προς όφελος των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων που επιπλέον επεδίωκαν να καταπνίξουν το Τουρκικό απελευθερωτικό κίνημα και να δημιουργήσουν στρατιωτικό προγεφύρωμα ενάντια στο νεαρό κράτος της Σοβιετικής Ρωσίας. Έτσι η Ελληνική Αστική τάξη δέχεται να εμποδίσει το δρόμο της πραγματικής ανεξαρτησίας τόσο του Ελληνικού όσο και του Τούρκικου λαού. Έτσι ξεκινάει η εκστρατεία του Ελληνικού στρατού για να απελευθερώσει δήθεν τον Ελληνικό πληθυσμό της Τουρκίας αλλά και να επανακτήσει τις Ελληνικές πόλεις που κάποτε ήταν Ελληνικές αποικίες. 

Η καταστροφή  Μουσταφά Κεμάλ

Το μέτωπο των Ελλήνων καταρρέει και μετά την κατάρρευση, την ευθύνη του οποίου έφερε ο τότε Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης, και την άτακτη υποχώρηση και αναδίπλωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το Αφιόν Καραχισάρ, (στα μέσα Αυγούστου του 1922), άρχισε και ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) προς τη μικρασιατική ακτή, που, κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έφτανε τις 250.000. Επίσης, στη Σμύρνη είχαν βρει καταφύγιο και 15.000 Αρμένιοι που συνωστίζονταν στα διάφορα ιδρύματα και σπίτια της Αρμενικής Κοινότητας.

Με τον όρο καταστροφή της Σμύρνης  που κράτησε τέσσερα ολόκληρα εικοσιτετράωρα μέχρι και τις17 Σεπτεμβρίου, αναφέρονται τα γεγονότα της σφαγής του Ελληνικού και Αρμενικού πληθυσμού της Σμύρνης από τους Τούρκους, καθώς και της πυρπόλησης της πόλης, που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922. Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του Τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη.  Στην Αρμένικη  Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούνταν από τους Τούρκους. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριτιδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο.

Υπάρχει η εξής μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα από την σκηνή αυτή της πυρκαγιάς.

«…Το βράδυ της μέρας που ξέσπασε η πυρκαγιά, είχα βγει από το σπίτι μου, που βρισκόταν σ’ ένα δρόμο κάθετο στην οδό Χατζηστάμου πήγα στην οδό αυτή, για να πληροφορηθώ τι συνέβαινε. Πρέπει να σημειωθεί πως η πυρκαγιά δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί σ’ αυτή τη συνοικία. Εκεί συνάντησα μια ομάδα διακοσίων-τριακοσίων οπλισμένων Τούρκων. Αφού τους είπα ότι ήμουν Γάλλος, τους ρώτησα τι έψαχναν. Μου απάντησαν απαθέστατα πως είχαν οδηγίες να ανατινάξουν και να κάψουν τα σπίτια της συνοικίας. Προσπάθησα τότε να τους μεταπείσω, αλλά μου απάντησαν: «Είναι ανώφελο, φύγετε, φύγετε!» Και πράγματι, λίγο χρόνο αφότου εγκατέλειψα το σπίτι μου, οι εμπρηστικές βόμβες άρχισαν να πέφτουν βροχή επάνω του…».Jubert- Αυτόπτης μάρτυρας, Γάλλος υπάλληλος τραπέζης.

Υπάρχει και μία άλλη μαρτυρία μιας γιαγιάς που μου την διηγήθηκε η ίδια παιδί εγώ ακόμα. “Ήμασταν μέσα στο σπίτι φοβισμένοι και ακούγαμε τον χαλασμό έξω στο δρόμο. Σε μια στιγμή έρχεται ο Νίκος ο γιος μου και φωνάζει. Μάνα το σπίτι καίγεται. Ο άντρας μου ο  Στέλιος ήταν στα κτήματα και εγώ με τα παιδιά στο σπίτι.  Φωνάζω όλα τα παιδιά και τους λέω πιαστείτε  από το φουστάνι μου και πάμε στο λιμάνι να σωθούμε και οι μεγάλοι να προσέχουν τα παιδιά. Κρατούσα στην αγκαλιά μου μόνο το βρέφος την κόρη μου και ένα μπούγιο από πράγματα που μπόρεσα να πάρω. Βγήκαμε έξω από το σπίτι μέσα από τις φλόγες και κινήσαμε για το λιμάνι. Στο δρόμο ήταν πολύς κόσμος και όλοι φώναζαν και ούρλιαζαν άλλος τα παιδιά του άλλος τη γυναίκα του και άλλοι πεσμένοι στο δρόμο. Στα δεξιά και αριστερά του δρόμου οι Τούρκοι στρατιώτες μας έβλεπαν με ένα μίσος και γελούσαν. Μερικοί άρπαζαν κάτι κορίτσια και τα έβγαζαν από τον δρόμο. Ποιος ξέρει τι δράματα θα περάσουν αυτά τα κορίτσια στα χέρια των Τούρκων”.

Η γιαγιά αυτή που είχε δώδεκα παιδιά έφτασε με πολλές περιπέτειες στα Φιλιατρά με ένα Αγγλικό πλοίο και με ένα κοριτσάκι στην αγκαλιά της που δεν το άφησε ούτε στιγμή από ότι μου είπε. Αργότερα μου είπε ότι βρέθηκε ο Νίκος ο γιος σε ένα ορφανοτροφείο στη Σύρο και μετά η μία κόρη της μεγαλύτερης ηλικίας σε ένα ίδρυμα φρενοκομείο κακοποιημένη από τους Τούρκους στρατιώτες.

Τα βιώματα αυτής της γιαγιάς δεν είναι διαφορετικά από αυτά των χιλιάδων προσφύγων που ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους και κυνηγήθηκαν από τους Τούρκους προσπαθώντας να βρουν και αυτοί ένα κομμάτι γης για να ζήσουν αυτοί και οι οικογένειες τους με ειρήνη.

Ο επίλογος μίας τραγωδίας.

Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην Αθήνα. Μάλιστα δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση τη Σμύρνη, με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα μετέβη στη Σάμο όπου και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση παρότι οι καπνοί της καταστροφής, (κατά την ημέρα), και το φέγγος της πυρκαγιάς, (κατά τη νύχτα), ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.  Το πολιτικό κατεστημένο της Ελληνικής αστικής τάξης ενδιαφερόταν για το τομάρι του και άφησε τον Ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης εκτεθειμένο στις αγριότητες των Τούρκων.

Την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου ο πληθυσμός είχε διογκωθεί σε 700.000. Τούρκοι στρατιώτες άναψαν φωτιές αρχικά στην αρμενική συνοικία, η οποία μέχρι το μεσημέρι τυλίχθηκε στις φλόγες. Υπό την προστασία δικών τους στρατιωτών, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί εκκένωσαν τους υπηκόους τους από τη Σμύρνη. Όταν έπεσε το σκοτάδι η πυρκαγιά είχε εξαπλωθεί μέχρι την προκυμαία, ασφυκτικά γεμάτη από πρόσφυγες. Τα μεσάνυχτα ο Βρετανός ναύαρχος Μπροκ διέταξε να σταλούν λέμβοι σωτηρίας και τη νύχτα όλα τα πολεμικά πλοία στον κόλπο γέμισαν με 20.000 ψυχές.

Την Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονταν ακόμη στην προκυμαία.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 κατά την τρίτη ημέρα της καταστροφής της Σμύρνης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου, που κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που ναυλοχούσε στο Βόσπορο, (στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου), υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο. Η φωτιά έκαιγε ό,τι είχε απομείνει και ο Κεμάλ εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο όσοι παρέμεναν μετά την 1 Οκτωβρίου θα εκτοπίζονταν στην κεντρική Ανατολία.

Το Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου και την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι στρατεύσιμης ηλικίας οδηγήθηκαν σε πορείες στην ενδοχώρα.

Τη Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου ο Αζα Τζέννινγκς ξεκίνησε τη μεγάλη επιχείρηση εκκένωσης με πλοία από την Ελλάδα.

Το Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου είχαν μείνει λιγότεροι από 50.000 πρόσφυγες και με παράταση οκτώ ημερών έφυγαν όλοι.

Η Μικρασιατική Καταστροφή, ερμηνεύεται με 1.100.000 νεκρούς, 1.300.00 ξεριζωμένους. Καταγράφεται στην ελληνική πολιτική ζωή, ως η μεγάλη χρεοκοπία του αστικού εθνικισμού και της «μεγάλης ιδέας». Ότι η ελληνική αστική τάξη, δε διαθέτει ιστορικά κανένα ίχνος κάποιας προοδευτικής αποστολής αλλά αντίθετα ο προδοτικός ρόλος της φαίνεται καθαρά. Ότι αυτή η αστική τάξη που είναι συνδεδεμένη στο άρμα των ξένων ποτέ στην ιστορία του Ελληνικού κράτους από την ανεξαρτησία του και μετά δεν είχε δώσει δείγματα πατριωτισμού.

Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα, να ριζώσεις τώρα πια, κι απ’ το θάνατο ακόμα
πιο πικρή είσαι προσφυγιά