Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

515

(Κατά Ιωάννην, κεφ. 9:1-38)

ΕΞΗΓΗΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Επιμέλεια Κατηχήτριας κας Κόμησσας Πολυδούλη 

1. (Ο Ιησούς Χριστός αφού βγήκε από τον ναόν του Σολομώντος) και ενώ διέβαινε (διά μέσου της πόλης) είδε έναν άνθρωπο, ο οποίος είχε γεννηθεί τυφλός.

2. Και τον ερώτησαν οι μαθητές Του λέγοντες. «Διδάσκαλε, ποίος αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός;»

3. Ο Ιησούς απεκρίθη «ούτε αυτός αμάρτησε (διότι σ’αυτόν ήταν αδύνατο να είχε αμαρτήσει πριν είχε γεννηθεί) ούτε οι γονείς του (διέπραξαν αμαρτία, στην οποίαν οφείλεται η τυφλότης του). Αλλά (γεννήθηκε τυφλός) για να φανερωθούν με το θαύμα της θεραπείας των οφθαλμών του τα θαυμαστά έργα του Θεού.

4. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα τα οποία μου ανέθεσε εκείνος που με έστειλε (στον κόσμο) εν όσω είναι (ακόμη) ημέρα, (δηλαδή εν όσω ζω στην παρούσα ζωή). Την ημέρα της ζωής διαδέχεται η νύχτα (του θανάτου) οπότε κανείς δεν μπορεί να εργάζεται (σε κανένα έργο).

5. Όσο καιρό είμαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου».

6. Αφού είπε αυτά έφτυσε χάμω (στο χώμα) έκανε πηλό (διότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το χώμα της γης για να συμπληρώσει τα ελλειπή) και επέχρισε τον πηλόν επάνω στα μάτια του τυφλού.

7. και του είπε «πήγαινε νίψου στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», όνομα το οποίον ερμηνεύεται απεσταλμένος. Ο τυφλός λοιπόν επήγε εκεί και ενίφθη και ήλθε (στο σπίτι του) έχων την όρασή του.

8. Οι γείτονες λοιπόν και όσοι έβλεπαν αυτόν πρωτύτερα ότι ήταν τυφλός έλεγαν «δεν είναι αυτός που καθόταν και ζητιάνευε;»

9. Άλλοι έλεγαν ότι αυτός είναι, άλλοι δε ότι δεν είναι αυτός, αλλά κάποιος άλλος που του μοιάζει. Εκείνος έλεγε ότι «εγώ είμαι».

10. Έλεγαν λοιπόν σ’αυτόν «πώς άνοιξαν τα μάτια σου;»

11. Απεκρίθη εκείνος και είπε «ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ιησούς έκανε πηλό και (μ’αυτόν) μου άλειψε τα μάτια και μου είπε «πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Αφού δε επήγα και νίφτηκα, απέκτησα το φως μου».

12. Είπαν λοιπόν σ’αυτόν: «πού είναι εκείνος;» Και αυτός είπε «δεν γνωρίζω».

13. Οδηγούν τότε αυτόν, τον άλλοτε τυφλόν στους Φαρισαίους.

14. Ήταν δε Σάββατο, όταν ο Ιησούς έκανε τον πηλόν και άνοιξε τα μάτια του τυφλού.

15. Οι Φαρισαίοι, λοιπόν πάλι τον ρωτούσαν πώς απέκτησε το φως του. Αυτός δε τους είπε «εκείνος που με εθεράπευσε έβαλε πηλό επάνω στα μάτια μου και (ύστερα) ενίφτηκα και βλέπω».

16. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι (απεσταλμένος) από τον Θεό, διότι δεν τηρεί το Σάββατο. Άλλοι έλεγαν «πώς ημπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα;» Και δημιουργήθηκε διχογνωμία μεταξύ τους.

19. Λέγουν πάλι στον τυφλό «συ τι λες γι’αυτόν που σου άνοιξε τα μάτια;» Αυτός δε είπε ότι «είναι προφήτης».

18. Οι Ιουδαίοι λοιπόν δεν επίστευσαν περί αυτού ότι ήταν τυφλός και απέκτησε το φως του, μέχρι που εφώναξαν και τους γονείς του ιδίου τυφλού που ανέβλεψε,

19. και τους ερώτησαν λέγοντες «αυτός είναι ο υιός σας για τον οποίον σεις λέγετε ότι γεννήθηκε τυφλός, πώς λοιπόν τώρα βλέπει;»

20. Οι γονείς απεκρίθησαν σ’αυτούς και είπαν: «γνωρίζομεν ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι γεννήθηκε τυφλός.

21. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν γνωρίζομε, ούτε εμείς γνωρίζομε ποιος άνοιξε τα μάτια του. Αυτός έχει (νόμιμον) ηλικία, ρωτήστε αυτόν (τον ίδιον) και αυτός θα μιλήσει για τον εαυτόν του (και θα σας πει πως απέκτησε το φως του)».

22. Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή εφοβούντο τους Ιουδαίους, διότι οι Ιουδαίοι είχαν ήδη συμφωνήσει να αποδιωχθεί από την συναγωγήν (ως αιρετικός) όποιος ομολογήσει ότι αυτός είναι ο Χριστός.

23. Γι’αυτό οι γονείς του (τυφλού) είπαν «ηλικίαν έχει, αυτόν ρωτήσατε.

24. Εφώναξαν λοιπόν για δεύτερη φορά τον άνθρωπον που ήταν τυφλός και είπαν σ’αυτόν «δόξασε τον Θεόν (που σε εθεράπευσε). Εμείς γνωρίζομε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός (και ο αμαρτωλός δεν ημπορεί να κάνει θαύματα)».

25. Εκείνος λοιπόν απεκρίθη και είπε «εάν είναι αμαρτωλός (εγώ) δεν γνωρίζω. Ένα (πράγμα) γνωρίζω, ότι ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω».

26. Εκείνοι είπαν πάλι σ’αυτόν «τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;»

27. Εκείνος τους απεκρίθη «σας είπα ήδη και δεν θελήσατε να προσέξετε τι σας είπα, γιατί θέλετε πάλι να το ακούσετε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθητές του;»

28. Τότε τον περιγέλασαν και του είπαν (με περιφρόνηση) «συ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς είμαστε αμθητές του Μωυσέως».

29. Εμείς γνωρίζομε ότι στον Μωυσή εμίλησε ο Θεός, αυτόν δε, δεν γνωρίζομε από πού είναι και από ποίον εστάλη»

30. Απεκρίθη τότε ο άνθρωπος και είπε σ’αυτούς «αυτό ακριβώς είναι το γεγονός που προκαλεί θαυμασμόν και κατάπληξη, το ότι εσείς δεν γνωρίζετε τον άνθρωπον αυτόν από πού είναι, και όμως (αυτός ο εντελώς άγνωστος σε σας) άνοιξε τα μάτια μου.

31. Γνωρίζομε ότι τους αμαρτωλούς ο Θεός δεν τους ακούει, αλλ’εάν κανείς σέβεται τον Θεό και κάνει το θέλημά του, εκείνον ακούει.

32. Αφ’ότου ανεφάνη ο άνθρωπος ουδέποτε ακούστηκε ότι κάποιος άνοιξε τα μάτια ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός.

33. Εάν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε».

34. Εκείνοι του απεκρίθησαν και του είπαν «συ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα στις αμαρτίες και έχεις το θράσος να διδάσκεις συ εμάς;» Και τον έβγαλαν έξω (τον απέκλησαν από την συναγωγήν).

35. Άκουσε ο Ιησούς ότι τον έκαναν αποσυνάγωγον (για το θάρρος και την τόλμη με την οποίαν έλεγε σ’αυτούς την αλήθεια) και αφού τον βρήκε είπε σ’αυτόν «συ πιστεύεις στον υιόν του Θεού;»

36. Εκείνος απεκρίθη και είπε «και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστεύσω σ’αυτόν;»

37. Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς «και έχεις ιδή αυτόν τώρα και αυτός που ομιλεί μαζί σου, εκείνος είναι».

38. Ο δε είπε «πιστεύω, Κύριε» και προσεκύνησεν αυτόν».

«ΣΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;»

      Η ίδια αυτή ερώτηση υποβάλλεται και σήμερα ακόμη, στον καθένα από εμάς. «Συ πιστεύεις στον υιόν του Θεού;» Ο Κύριος ερωτά τον καθένα από εμάς: «Πιστεύεις ότι, «εξήλθον παρά του πατρός και ελήλυθα εις τον κόσμον;) (Ιωάν. 16:28)

      Μερικοί, σαν τον Σίμωνα Πέτρο θα πουν: «Εμείς έχομε πιστέψει και γνωρίσει ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζωντανού» (Ιωάν. 6:69). Πιστεύεις ότι ο «Υιός αυτός είναι η ακτινοβολία της δόξης και η σφραγίδα της ΟΥΣΙΑΣ του Θεού;» (Εβρ. 1:3). Πιστεύεις ότι ἐγώ και ο Πατήρ εν εσμέν;» Είμαστε ένα επειδή έχομε την αυτήν φύση και ουσία, και ένεκα τούτου έχομε τα πάντα κοινά (Ιωάν. 10:30).

      Πιστεύεις «Θεός ήν ο Λόγος:» (Ιωάν. 1:1). Ότι «Ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας;» (Ιωάν. 1:14). Πιστεύεις ότι «αυτός είναι αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός;» (Ιωάν 4:42). «Πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3:16).

      Πιστεύεις ότι ούτος εστιν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβαίνων, ίνα τις εξ αυτού φάγη και μη αποθάνη;» (Ιωάν. 6:51). «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 6:54).

      Η Α΄ επιστολή του Ιωάννου κεφάλαιον 5:20 τονίζει ότι «Αυτός (ο Ιησούς Χριστός) είναι ο αληθινός Θεός και «η ζωή η αιώνιος». Ο δε απ. Παύλος προς Τιμόθεον κεφ. 3:16, λέγει, «πραγματικά, μεγάλο είναι το μυστήριον που σεβόμεθα. Θεός εφανερώθηκε σαρκωμένος, επιστοποιήθηκε διά του Πνεύματος, εμφανίσθηκε εις τους αγγέλους, εκηρύχθηκε εις τα έθνη, έγινε πιστευτός εις τον κόσμον, αναλήφθηκε με δόξαν». Ο απόστολος Παύλος επίσης προς Κολοσσαείς 1:9, μας καθιστά προσεκτικούς για να μη μας παρασύρει κανείς με τη φιλοσοφία και με κούφια απατηλά πράγματα… διότι «εις αυτόν (τον Χριστόν) κατοικεί ολόκληρον το πλήρωμα της Θεότητος εν σωματική μορφή.

      Η πίστη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός Θεός είναι απολύτως αναγκαία διά την σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου. Δεν μπορούμε να πιστεύουμε αόριστα σε «μία ανωτέρα δύναμη».  Χωρίς πραγματική πίστη είναι αδύνατον να γίνει κάποιος ευάρεστος στον Θεό (Εβρ. 11:6). Διότι εκείνος που προσέρχεται στον Θεό, πρέπει να πιστεύει πραγματικά ότι υπάρχει Θεός αληθινός και ότι αμείβει εκείνους που τον ζητούν. Εάν κανείς είναι θεοσεβής και κάνει το θέλημα του Θεού, ο Θεός τον ακούει, τον βλέπει και μιλά μαζί του. Εκείνος γνωρίζει την καρδιά του καθενός ως παντογνώστης Θεός, αλλά ζητά να Τον ομολογήσουμε έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ο τυφλός και να πούμε, «Πιστεύω Κύριε».