Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ

292

Ας εξετάσουµε τι έχει να µας πει αυτή η προσευχή για την ενσάρκωση του Ιησού Χριστού και για τη θεραπεία µας απ’ αυτόν και µέσα σ’ αυτόν.  

Υπάρχουν στην Προσευχή του Ιησού δυο «πόλοι» ή δυο ακραία σηµεία. «Κύριε…Υιέ του Θεού»·  η Προσευχή µιλάει πρώτα για τη δόξα του Θεού, διακηρύσσοντας τον Ιησού σαν Κύριο όλης της δηµιουργίας και σαν τον αιώνιο Υιό. Έπειτα στο κλείσιµό της η Προσευχή στρέφεται στην κατάσταση µας ως αµαρτωλών – αµαρτωλών εξ αιτίας της πτώσης, αµαρτωλών από τις προσωπικές µας πράξεις τις λαθεµένες: «..µε τον αµαρτωλόν». Είναι σηµαντικό το ότι λέµε «ελέησόν µε τον αµαρτωλόν»-σαν να ήµουν εγώ ο µοναδικός αµαρτωλός.  

Έτσι η Προσευχή αρχίζει µε λατρεία και τελειώνει µε µετάνοια. Ποιός ή τί µπορεί να συµφιλιώσει αυτά τα δύο άκρα της θείας δόξας και της ανθρώπινης αµαρτωλότητας; Υπάρχουν τρεις λέξεις στην Προσευχή που δίνουν την απάντηση.  

Η πρώτη είναι «Ιησούς», το προσωπικό όνοµα που δόθηκε στο Χριστό µετά την ανθρώπινη γέννησή του από την Παρθένο Μαρία. Αυτό το όνοµα έχει την έννοια του Σωτήρα· καθώς είπε ο άγγελος στο θετό πατέρα του Χριστού, τον άγ. Ιωσήφ: «και καλέσεις το όνοµα αυτού Ιησούν,  αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αµαρτιών αυτών»  

Η δεύτερη λέξη είναι ο τίτλος «Χριστός», η αντίστοιχη ελληνική απόδοση του «Μεσσίας», που σηµαίνει «Αυτός που έχει χριστεί από το Άγιο Πνεύµα του Θεού». Για τους Εβραίους της Π.  Διαθήκης ο Μεσσίας ήταν ο αναµενόµενος λυτρωτής, ο µελλοντικός βασιλιάς που µε τη δύναµη του Πνεύµατος θα τους ελευθέρωνε από τους εχθρούς τους.  

Η τρίτη λέξη είναι «έλεος», ένας όρος που σηµαίνει αγάπη στην πράξη, αγάπη που εργάζεται για να φέρει τη συγχώρεση, την απελευθέρωση, την ολοκλήρωση. Το να έχεις έλεος σηµαίνει ν’  απαλλάξεις τον άλλο από την ένοχη που δεν µπορεί να εξαλείψει µε τις δικές του προσπάθειες·  να τον απαλλάξεις από τα χρέη που ο ίδιος δεν µπορεί να πληρώσει· να τον γιατρέψεις απ’ την αρρώστια, για την οποία δεν µπορεί να βρει αβοήθητος καµιά γιατρειά. Ο όρος «έλεος»  σηµαίνει ακόµη ότι όλ’ αυτά προσφέρονται σαν ένα ελεύθερο δώρο· αυτός που ζητάει έλεος δεν έχει απαιτήσεις απ’ τον άλλο, δεν έχει δικαιώµατα για να τα επικαλεστεί.  

Η προσευχή του Ιησού λοιπόν δείχνει και το πρόβληµα του ανθρώπου και τη λύση του Θεού. Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας, ο κεχρισµένος βασιλιάς, αυτός που έχει το έλεος. Αλλά η προσευχή µας λέει ακόµη κάτι περισσότερο για το πρόσωπο του ίδιου του Ιησού. Προσφωνείται «Κύριος» και 

«Υιός του Θεού»· εδώ η Προσευχή µιλεί για τη θεότητα του, για την υπερβατικότητα και για την αιωνιότητά του. Προσφωνείται όµως εξ ίσου «Ιησούς», δηλ. µε το προσωπικό όνοµα που η µητέρα του και ο θετός του πατέρας του έδωσαν µετά την ανθρώπινη γέννησή του στη Βηθλεέµ.  Έτσι η Προσευχή µιλάει επίσης για την ανθρώπινη φύση του, για την γνήσια πραγµατικότητα της ανθρώπινης γέννησής του.  

Η Προσευχή του Ιησού είναι εποµένως µια κατάφαση της πίστης στον Ιησού Χριστό που είναι και αληθινός Θεός και απόλυτα άνθρωπος. Είναι ο Θεάνθρωπος που µας σώζει από τις αµαρτίες µας, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν µπορούσε να έρθει στο Θεό, έτσι ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο – κάνοντας τον εαυτό του ανθρώπινο. Μέσα στην «εκστατική» του αγάπη, ο Θεός ενώνεται µε τη δηµιουργία του πιο στενά απ’ την κάθε δυνατή ένωση, καθώς γίνεται ο ίδιος αυτό που δηµιούργησε. Ο Θεός σαν άνθρωπος εκπληρώνει το µεσολαβητικό έργο που ο άνθρωπος απέκρουσε κατά την πτώση. Ο Ιησούς, ο Σωτήρας µας,  γεφυρώνει την άβυσσο ανάµεσα στο Θεό και στον άνθρωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Όπως λέµε σ’ έναν από τους ορθόδοξους ύµνους της παραµονής των Χριστουγέννων, 

«Ο ουρανός και η γη σήµερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήµερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε».  

Ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ († 1993) λέει τα εξείς. Θα αποπειραθώ να εκθέσω όσο γίνεται συντοµότερα τις πιο ουσιώδεις απόψεις για την προσευχή του Ιησού, της µεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, καθώς και την πλέον υγιαίνουσα διδασκαλία για την άσκηση αυτή την οποία συνάντησα στο Άγιο Όρος. 

Για πολλά χρόνια οι µοναχοί προφέρουν την προσευχή αυτή µε το στόµα, χωρίς να αναζητούν τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου µε τη καρδιά. Η προσοχή τους συγκεντρώνεται στη συµµόρφωση της καθηµερινής ζωής τους στις εντολές του Χριστού. Η αιωνόβια πείρα της ασκήσεως αυτής έδειξε ότι ο νους ενώνεται µε την καρδιά δια της ενεργείας του Θεού, όταν ο µοναχός περάσει την σταθερή πείρα της υπακοής και της εγκράτειας, όταν ο νους του, η καρδιά και αυτό το σώµα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς από την εξουσία της αµαρτίας. Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρό οι Πατέρες µερικές φορές επιτρέπουν να προσφεύγουµε στην τεχνητή µέθοδο εισαγωγής του νου στην καρδιά. 

Για το λόγο αυτό ο µοναχός, δίνοντας κατάλληλη θέση στο σώµα και κλίνοντας την κεφαλή προς το στήθος, νοερά προφέρει την προσευχή εισπνέοντας ήσυχα τον αέρα µε τις λέξεις: «Κύριε,  Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέοντας τελειώνει την προσευχή: «ελέησον µε (τον αµαρτωλό)». Κατά τον χρόνο της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς ακολουθεί την κίνηση του εισπνεόµενου αέρα και συγκεντρώνεται στο άνω µέρος της καρδιάς. Κατά την εργασία αυτήν για κάποιο χρονικό διάστηµα η προσοχή µπορεί να διαφυλαχτεί αδιάχυτη και ο νους να παραµείνει κοντά στην καρδιά, ακόµη δε και να εισέλθει µέσα της. Η πείρα θα δείξει ότι ο τρόπος αυτός θα δώσει στο νου τη δυνατότητα να δει όχι αυτή τη φυσική καρδιά, αλλά εκείνο που γίνεται µέσα της: Τί είδους αισθήµατα µπαίνουν σε αυτή· τί είδους νοερές εικόνες την πλησιάζουν απ’ έξω. Αυτή η άσκηση θα οδηγήσει τον µοναχό να αισθάνεται την καρδιά του και να διαµένει σε αυτή µε την προσοχή του νου χωρίς να χρησιµοποιεί πλέον οποιαδήποτε «ψυχοσωµατική τεχνική». 

Η τεχνητή µέθοδος µπορεί να βοηθήσει τον αρχάριο να βρει τον τόπο, που οφείλει να σταθεί η προσοχή του νου κατά την προσευχή και γενικά σε κάθε στιγµή. Εν τούτοις η πραγµατική προσευχή δεν επιτυγχάνεται µε τον τρόπο αυτό. Αυτή δεν έρχεται διαφορετικά, παρά µόνο µε την πίστη και τη µετάνοια, οι οποίες είναι η µόνη βάση γι’ αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής,  όπως έδειξε η µακρά πείρα, έγκειται στο ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν υπερβολικά µεγάλη σηµασία σ’ αυτήν καθ’ εαυτή την µέθοδο. Προς αποφυγή της επιβλαβούς παραµορφώσεως της πνευµατικής ζωής του προσευχοµένου συνιστάται από παλιών χρόνων στους αρχάριους ασκητές άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλά ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιµότερος δηλαδή: να συγκεντρώνεται η προσοχή στο Όνοµα του Ιησού Χριστού και στα λόγια της ευχής. Όταν η συντριβή για τις αµαρτίες φθάσει σε ορισµένο βαθµό, τότε ο νους µε τρόπο φυσικό ενώνεται µε την καρδιά. 

Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν µε τον αµαρτωλόν». Στους αρχάριους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Στο πρώτο µέρος της προσευχής οµολογούµε τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ηµών σωτηρίαν. Στο δεύτερο µέρος µε µετάνοια αναγνωρίζουµε την πτώση µας, την αµαρτωλότητα και την λύτρωσή µας. Ο συνδυασµός της δογµατικής οµολογίας µε την µετάνοια απεργάζεται την προσευχή πληρέστερη κατά το θετικό της περιεχόµενο. Είναι δυνατόν να καθορίσουµε µερικά στάδια στην ανάπτυξη της προσευχής αυτής:  

Πρώτον, είναι η προφορική. Λέµε την προσευχή µε τα χείλη, ενώ προσπαθούµε να συγκεντρώσουµε την προσοχή µας στο Όνοµα και τις λέξεις.  

Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούµε πλέον τα χείλη, αλλά προφέρουµε το όνοµα του Ιησού Χριστού και το υπόλοιπο περιεχόµενο της προσευχής νοερά. 

Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδιά ενώνονται κατά την ενέργεια τους· η προσοχή περικλείεται µέσα στην καρδιά και εκεί προφέρεται η ευχή.  

Τέταρτον, αντενεργούµενη. Η προσευχή ριζώνει στη καρδιά, και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια της θελήσεως προφέρεται από µόνη της µέσα στη καρδιά, τραβώντας προς τα εκεί την προσοχή του νου.  

Πέµπτον, χαρισµατική. Η προσευχή ενεργεί ως τρυφερή φλόγα µέσα µας, ως έµπνευση Άνωθεν,  που γλυκαίνει την καρδιά µε την αίσθηση της αγάπης του Θεού και αρπάζει το νου σε πνευµατικές θεωρίες. Μερικές φορές συνοδεύεται µε την όραση του Φωτός.  Η βαθµιαία ανάβαση στη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστη. Στον εισερχόµενο στο στάδιο του αγώνα για την προσευχή επιµόνως προτείνεται να αρχίζει µε την προφορική προσευχή, έως ότου αυτή αφοµοιωθεί από το σώµα, τη γλώσσα, την καρδιά και τη διάνοιά του. Η διάρκεια της περιόδου αυτής είναι διαφορετική σε κάθε άνθρωπο. Όσο βαθύτερη είναι η µετάνοια, τόσο συντοµότερη η οδός. 

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.  

Μη φοβηθείς την συντριβή της καρδίας σου γιατί µε αυτόν τον τρόπο θα σε φοβηθούν οι δαίµονες. Εκείνος πού συντρίβει την καρδιά του µε την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, έχει τον σατανά σαν µυρµήγκι κάτω από τα πόδια του και δεν τον φοβίζει. Εκείνος δε πού δεν την συντρίβει, τον έχει κατεπάνω του σαν λιοντάρι και γι’ αυτό πάντοτε τον φοβάται. Ίδρωσες από την στενοχώρια σου προσευχόµενος εκ βαθέων και από καρδίας; Χαίρε, διότι εµιµήθης εµπράκτως τον Ιδρώτα του Χριστού σου, ο οποίος έγινε ως θρόµβος αίµατος εις την προσευχήν του, πίπτοντας επι την γην.