Home Canadian News Με «Κότινο» θα στεφανώσουν τους νικητές του 30ου Waterfront Marathon

Με «Κότινο» θα στεφανώσουν τους νικητές του 30ου Waterfront Marathon

453

Με επιχρυσωμένα στεφάνια από κλαδί ελιάς που προέρχονται από την περιοχή του Μαραθώνα η Ελλάδα, για πρώτη φορά φέτος, θα βραβευθούν οι νικητές του Διεθνούς Μαραθωνίου του Τορόντο.

Ο Διεθνής Μαραθώνιος του Τορόντο («Scotiabank Toronto Waterfront Marathon») συμπληρώνει φέτος 30 χρόνια και είναι από τους λίγους στη Βόρεια Αμερική στους οποίους η Διεθνής Ένωση Ομοσπονδιών Κλασικού Αθλητισμού (IAAF) έχει απονείμει τη διάκριση «Gold Label Race».

Η πρωτοβουλία για την απονομή των στεφάνων ελιάς, φέτος, είναι εμπνευσμένη από την αντίστοιχη τελετή που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στο πλαίσιο του ιστορικού Μαραθωνίου στη Βοστώνη των ΗΠΑ. Για την υλοποίηση της πρωτοβουλίας στο Τορόντο συνεργάστηκαν το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Τορόντο και η Ελληνο-Καναδική Ένωση Ακαδημαϊκών Οντάριο (HCAAO), στην οποία συμμετέχουν πάνω από 150 καθηγητές ελληνικής καταγωγής, που διδάσκουν στα πανεπιστήμια του Οντάριο. Υποστηρίζεται οικονομικά από το Hellenic Heritage Foundation.

Τα στεφάνια ελιάς θα απονεμηθούν από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας στο Τορόντο, Βίκτωρα Μαλιγκούδη, στους δύο Καναδούς νικητές (γυναίκα και άνδρα), οι οποίοι θα εξασφαλίσουν συγχρόνως και τη συμμετοχή τους στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο το 2020.

Τα ελληνικά στεφάνια, που από τις αρχές Σεπτεμβρίου, βρίσκονταν σε ειδικές προθήκες στο Βασιλικό Μουσείο του Οντάριο (ROM), παραδόθηκαν, από τον Γ. Πρόξενο κ. Μαλιγκούδη στους διοργανωτές του Μαραθωνίου του Τορόντο, και συγκεκριμένα στον διευθυντή του κ. Alan Brookes, την  περασμένη Τρίτη 15 Οκτωβρίου σε αμφιθέατρο του Μουσείου.

Στην εκδήλωση βραβεύθηκαν, επίσης, μαθητές των σχολείων του Τορόντο, οι οποίοι συμμετείχαν σε διαγωνισμό έκθεσης θέμα «τη Μάχη του Μαραθώνα και τη σημασία της για την παγκόσμια ιστορία».

Στην εκδήλωση βραβεύθηκαν, επίσης, μαθητές των σχολείων του Τορόντο, οι οποίοι συμμετείχαν σε διαγωνισμό έκθεσης θέμα «τη Μάχη του Μαραθώνα και τη σημασία της για την παγκόσμια ιστορία».

Κατά την ομιλία του ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών διακεκριμένος αρχαιολόγος, κ. Μπουραζέλης, με θέμα  «Ο μαραθώνιος του Μαραθώνα. Η μάχη και η σημασία της σε μια διαδρομή 2.500 ετών», τόνισε ότι, η αναγωγή της νίκης του Μαραθώνα σε ακόμη ευρύτερης σημασίας ορόσημο βρήκε το φυσικό της πλαίσιο σε μια εποχή όπου ακριβώς οι ελληνικές αναμνήσεις μπορούσαν να συντηρηθούν και να αξιοποιηθούν μόνον ενταγμένες σε πραγματικά διεθνή πλαίσια για τα δεδομένα της κλασσικής αρχαιότητας. Οι επιστημονικοί (ακόμη περισσότερο: οι δι-επιστημονικοί) Μαραθώνιοι, πρόσθεσε ο Καθηγητής, απαιτούν κι αυτοί ανθεκτικότητα, νομίζω όμως ότι είμαστε σε καλό δρόμο, ιδίως όταν κάθε είδους αρχαιογνώστες συνεργάζονται.

Η διάλεξη ήταν η πρώτη από μια σειρά διαλέξεων που θα πραγματοποιηθούν από το Ινστιτούτο του Waterloo για τις Ελληνικές σπουδές, και χρηματοδοτήθηκε και πάλι από το Ίδρυμα Ελληνικής Κληρονομιάς.

Στην εκδήλωση παρέστησαν, ο Γενικός Πρόξενος στο Τορόντο Βίκτωρας Μαλιγκούδης, η υπουργός τουρισμού, της επαρχίας του Οντάριο Lisa MacLeod, η επαρχιακή βουλευτής Έφη Τριανταφυλλοπούλου, η πρόξενος της Ιαπωνίας στο Τορόντο Takako Ito, η Δρ. Νότα Κλέντρου, ο Δρ. Σάκης Γκέκας, ο Δρ. Γιάννης Δημητρίου, η Δρ. Ελένη Δημάρα, ο Τόνυ Λουράκης πρόεδρος του HHF, ο Alan Brookes, διευθυντής του Canada Running Series που διοργανώνει κάθε χρόνο το μεγαλύτερο μαραθώνιο αγώνα στον Καναδά, τον Toronto Waterfront Marathon, ο Josh Basseches, πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου και διευθυντής του Μουσείου ROM, εκπρόσωποι εθνοτοπικών οργανώσεων και πολύς κόσμος.

Ακολουθεί απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή κ. Μπουραζέλη.

«Ο μαραθώνιος του Μαραθώνα. Η μάχη και η σημασία της  σε μια διαδρομή 2500 ετών».

Η  συνειδητοποίηση  ενός  μακρού  παρελθόντος  μπορεί  ίσως  να  ζαλίζει,  όμως  κάποτε  γλυκά,  όπως  το  κρασί.  Δεν  μας  χωρίζει  μεγάλο  διάστημα  από  τη  συμπλήρωση  δυόμισυ  χιλιάδων  ετών  από  το  Σεπτέμβριο  του  490  π.Χ.,  όταν  στα  χώματα  της  μικρής  παραλιακής  αττικής  πεδιάδας  του  Μαραθώνα  οι  πολίτες στρατιώτες  μιας  εν  εξελίξει  δημοκρατίας,  οι  αρχαίοι  Αθηναίοι,  με  μόνη  την  υποστήριξη  της  αδελφής  τους  πόλης  επί  βοιωτικού  εδάφους,  των  Πλαταιών, απέκρουσαν επιτυχώς την προσπάθεια μιας ασιατικής πολυεθνικής αυτοκρατορίας  με δυτικές βλέψεις να ελέγξει τις τύχες τους. Όταν επιχειρεί κανείς ν’ αναπνεύσει, δηλ.  να  επιβιώσει,  κοντά  σε  κειμήλια,  κινδυνεύει  μερικές  φορές  να  πνιγεί  απ’τη  σκόνη  τους  ή  απ’  τη  μυρωδιά  της  μούχλας.  Δεν  είναι  αυτή  η  περίπτωσή  μας, ακριβώς επειδή  το  γεγονός  που  σφράγισε  τον  μικρό‐μεγάλο  τόπο  του Μαραθώνα  ούτε  αφέθηκε  ούτε  αξίζει  να  εκπέσει  του  ενδιαφέροντος  τόσων  γενιών.  Την  περίφημη φράση του Tain, ότι η ιστορία γεννήθηκε μόλις πριν από πενήντα χρόνια  τη  βιώνουμε  εντονότερα  αναδιφώντας  τα  τονωτικά  ορόσημα  της  ανθρώπινης  πορείας,  κι  ένα  απ’  αυτά  είναι  οπωσδήποτε  ο  Μαραθώνας  και  το  ιστορικό  του  περιεχόμενο.   Τα  ορόσημα  βέβαια  συνήθως  στήνονται,  τουλάχιστον  συνειδητοποιούνται, οπωσδήποτε τονίζονται εκ των υστέρων. Η ίδια η έννοια της «πρώτης πράξης» των  Μηδικών  προέκυψε  μόνον  μετά  την  εκστρατεία  του  Ξέρξη.  Ο  Ηρόδοτος  και  ο  Θουκυδίδης  την  υπαινίσσονται,  πλήρως  διαμορφωμένη  όμως  τη  βρίσκουμε  αργότερα  στον  Πλάτωνα,  ο  οποίος  σ’  ένα  γνωστό  χωρίο  του  Μενεξένου (240  Ε) ανάγει ακριβώς στους αγωνιστές του Μαραθώνα την παράδοση της ελευθερίας των  Αθηναίων και όσων κατοικούν στην ίδια ήπειρο μ’ αυτούς: «Εγὼ μὲν ουν εκείνους  τοὺς ανδρας φημὶ ου μόνον των σωμάτων των ημετέρων πατέρας είναι, αλλὰ καὶ 2 της ἐλευθερίας της τε ημετέρας καὶ ξυμπάντων των εν τήδε τη ηπείρῳ∙ εις ἐκείνο  γὰρ  τὸ έργον αποβλέψαντες καὶ  τὰς υστέρας μάχας ετόλμησαν διακινδυνεύειν οι Έλληνες  υπὲρ  της  σωτηρίας,  μαθηταὶ  των  Μαραθώνι  γενόμενοι».  Ό,τι  έκτοτε  επιτεύχθηκε κατά των Περσών βασίσθηκε κατά την άποψη του Πλάτωνα σ’ εκείνο  το  διδακτικό  επίτευγμα, ώστε  σ’  αυτό  ν’  αξίζουν  και  τα  πρωτεία  του  όλου  αγώνα  (στη Σαλαμίνα και το Αρτεμίσιο απένεμε τα δευτερεία και στις Πλαταιές τα τριτεία). Με παρόμοια έννοια στους πλατωνικούς Νόμους  Μαραθώνας και Πλαταιές είναι η  αρχή  και  το  τέλος  της  καθοριστικής  περιόδου  των  Μηδικών  και  της  σωτήριας  έκβασής  της. Ήδη  βέβαια αυτή  η έμφαση  στη  σημασία  της μάχης  του Μαραθώνα  είχε αισθητές ιστορικές παραμέτρους μέσα στο παρόν του αρχόμενου τέταρτου αι. π.Χ., δηλ. τον κυρίως κόσμο του Πλάτωνα: η Αθήνα, και μάλιστα η ηττημένη Αθήνα  της  επαύριον  του  Πελοποννησιακού  Πολέμου,  ενδιαφερόταν  να  τονίσει  την  πρωταρχική της συμβολή στην αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου, απ’ την οποία  άντλησε  και  τη  νομιμοποίηση  της  μεταγενέστερης  ηγεμονικής  πολιτικής  της. Παράλληλα, και στο εσωτερικό πεδίο η τοποθέτηση από τον Πλάτωνα των ναυτικών  νικών (ιδίως  της  Σαλαμίνας!)  σε  δεύτερη  θέση (και  μάλιστα  στους Νόμους  και  με  ηθικό  περιεχόμενο,  δηλ.  βελτίωσης  ή  μη  των  πολιτών)  δείχνει  σαφώς  την  προτίμηση για μια νίκη μη στενότερα συνδεδεμένη με τη συμμετοχή του «ναυτικού  όχλου» στην πορεία της πόλης και την ολοκλήρωση της δημοκρατίας. Όμως η αναγωγή της νίκης του Μαραθώνα σε ακόμη ευρύτερης σημασίας ορόσημο  βρήκε το φυσικό της, θα λέγαμε, πλαίσιο σε μια εποχή όπου ακριβώς οι ελληνικές  αναμνήσεις  μπορούσαν  να  συντηρηθούν  κι  αξιοποιηθούν  μόνον  ενταγμένες  σε  πραγματικά διεθνή πλαίσια για τα δεδομένα της κλασσικής αρχαιότητας, δηλ. κατά  την  περίοδο  της  ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας. Ο  Αίλιος  Αριστείδης,  ο  Έλληνας  λόγιος  που φιλοτέχνησε το πιο ενδιαφέρον σωζόμενο ιδεολογικό πορτραίτο της Ρώμης των  αυτοκρατόρων,  δεν  παρέλειψε  σε  ειδικό  λόγο  του,  τον Παναθηναϊκό,  να  υμνήσει  επίσης όχι μόνον γενικότερα την Αθήνα ως κοιτίδα και «τροφόν» όλων των Ελλήνων  αλλά και ειδικότερα  το γεγονός  του Μαραθώνα ως συγκεκριμένη αφετηρία αυτής  της  κοσμοϊστορικής  εξέλιξης.  Συγκεκριμένα,  στο  ίδιο  χωρίο  μνημονεύει  αυτό  το  κομμάτι  αττικής  γης  ως  έκτοτε  «σύμβολον  αρετής»  και  την  αθηναϊκή  εκείνη  3 επιτυχία ως ουσιαστική βάση για την παραπέρα θαυμαστή ανάπτυξη της ίδιας της  Αθήνας  και  του  όλου  ελληνικού  κόσμου.  Η  διατύπωσή  του  χαρακτηρίζεται  από  ρητορική  τόλμη  ‐όπως  κι  ο  ίδιος  παρατηρεί‐,  όχι  όμως  κενότητα: «Όπως οι αποικίες εξακτινώνονταν με κέντρο τη μητρόπολή τους, έτσι  και  η παραπέρα  δράση  των Ελλήνων είχε πια για πάντα ως  σημείο αναφοράς  τον  Μαραθώνα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο Αριστείδης δεν περιορίζει τη σημασία της  μάχης  στον  στρατηγικό  τομέα  αλλά  την  θεωρεί  ως  την  προϋπόθεση  για  την  συνολική πρόοδο του γένους των Ελλήνων, περιλαμβάνοντας σ’αυτήν σαφώς και τις  άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής και συμπεριφοράς.   Αλλά  και  τον  περιορισμό  της  σημασίας  της  νίκης  εκείνης  στα  ελληνικά  πλαίσια  ο  ίδιος  ο  Αριστείδης  θα  υπερβεί  αργότερα,  όταν  συζητώντας  την  κατάληξη  της  εκστρατείας  του  Ξέρξη,  με  αποφασιστική  συμβολή  και  πάλι  της  «θαυματοποιοῦ» Αθήνας,  κορυφώνει  τον  αθηναϊκό  του  έπαινο  με  τη  φράση: «ούτω  διὰ  πάντων η πόλις  παν έσωσε  τὸ Ελληνικόν,  καὶ  τοις  πάσιν εδείχθη  μόνον φυλακτήριον  ούσα  τοις Έλλησιν, οίμαι  δὲ  καὶ  τω  λοιπώ  μέρει  της  οικουμένης».  Βρίσκουμε  έτσι  ήδη  εδώ, μέσα στη συλλογιστική του αρχαίου κόσμου κατά τη ρωμαϊκή του περίοδο, τον  συμπροβιβασμό  του  Μαραθώνα  σε  ευρύτερα  κοινό  τόπο‐σύμβολο  για  τη  διαφύλαξη  οικουμενικών  αξιών.  Ο  δρόμος  για  παρόμοιες  απόψεις  νεότερων  διανοητών όπως τη γνωστή άποψη του John Stuart Mill, που θεωρούσε ότι και στα  πλαίσια της βρετανικής ιστορίας η μάχη του Μαραθώνα είναι σημαντικότερη από  εκείνη του Hastings είχε έτσι ουσιαστικά διανοιχθεί. Στα νεοελληνικά πλαίσια, πέρα  από φθηνές φανφάρες  και  επετειακά λογύδρια,  η ίδια  αντίληψη  καταγράφηκε  με  ουσιαστική  ανάλυση  από  τον  πολιτικό  και  διανοητή  ‐καθόλου  πάγκοινος  συνδυασμός‐ Παναγιώτη Κανελλόπουλο. 4 Αξίζει να επανέλθουμε και να προσέξουμε λίγο περισσότερο αυτή τη διεύρυνση του  τιμητικού  βάθρου  για  τον  Μαραθώνα  στα  χρόνια  του  Αριστείδη.  ΄Ηταν  απόλυτα  ταιριαστή  σε  μια  εποχή  που  πρόβαλλε  παλιές  ταυτότητες  και  χρειαζόταν, προφανώς,  ενθάρρυνση  γι’  αντίστοιχες  νίκες  έναντι  νέων  ανατολικών  αντιπάλων. Όσο κι αν στα χρόνια του Αντωνίνου του Ευσεβούς, όπου χρονολογείται μάλλον η  συγγραφή  του  Παναθηναϊκού,  οι  σχέσεις    Ρωμαίων  και  Πάρθων  βρίσκονταν  σε  ειρηνική  ύφεση,  οι  τελευταίοι  δεν έπαυαν  ποτέ  να  είναι  ο  μεγάλος  αντίπαλος  και μάλιστα στη γλώσσα των Ελλήνων λογίων της Ανατολής να παρουσιάζονται κάποτε  απλά  ως  «Πέρσαι».  Με  τον  τρόπο  αυτό  οι  προηγούμενες  ένδοξες  φάσεις  του  ανταγωνισμού  Ανατολής  και  Δύσης  γίνονταν  εύκολα  παρουσιάσιμες,  κι  αξιοποιήσιμες, ως βαρύνοντα ιστορικά προηγούμενα. Με την ίδια ακριβώς έννοια ο  δάσκαλος του Αριστείδη, ο περίφημος Ηρώδης ο Αττικός, που σίγουρα έζησε και τις  φάσεις  πολεμικών  αναμετρήσεων  Ρώμης  και  Πάρθων  επί  Τραϊανού  και  της  συναρχίας Μάρκου Αυρηλίου και Λουκίου Βήρου, πιθανότατα δεν εξέφραζε μόνον  τον  τοπικό  του  πατριωτισμό  με  τη  συντήρηση  της  μνήμης  και  την  προβολή  της  μάχης  και  στα  χρόνια  του.  Οι  στρατιωτικές  νίκες  δεν  είναι  μόνον  συναποτέλεσμα  όπλων  αλλά  αποτελούν  και  οι  ίδιες  χρησιμότατα  ιδεολογικά  όπλα  για  τους  φυσικούς  ή,  υπό  οποιαδήποτε  έννοια,  επιδέξιους  πολιτικούς  διαδόχους  των  αρχικών νικητών. II. Όσο σημαντικότερο είναι ένα ιστορικό γεγονός, και ο χώρος που συνδέθηκε μαζί  του, τόσο συνήθως είναι και πιο πολύπτυχο. Όπως ήδη σημειώθηκε, ο Μαραθώνας  και η μάχη του αποτέλεσαν τον νικηφόρο πρόλογο, βάση και οιωνό, για την τελική  έκβαση  των  Περσικών  Πολέμων.  Με  την  έννοια  αυτή  ο  Μαραθώνας  είναι  ένα  βασικό  κεφάλαιο  εκείνης  της  αποφασιστικής  περιόδου  για  τη  σχέση  αρχαίας  Ευρώπης  και  Ανατολής,  ένα  νήμα  που  η  μεταγενέστερη  ιστοριογραφία  όλων  των  περιόδων  δεν  μπορούσε  να  μη  προβάλει  και  συνεκτιμήσει  ιδιαίτερα  κάτω  από  ποικίλλοντα κατά εποχές πρίσματα. Παράλληλα, η αριθμητική σχέση των αντιπάλων  (πέρα  από  οποιεσδήποτε  διογκωτικές  υπερβολές  της  μεταγενέστερης παράδοσης) προκαλούσε  πάντοτε  αυθόρμητες  ποιοτικές  συγκρίσεις. Φυσικά,  η  εύκολη  εκδοχή  5 της  υπεροχής  έναντι  βαρβάρων  (στα  ρωμαϊκά  χρόνια  ο  Justinus  μιλούσε  για  την  εντύπωση αναμέτρησης ανθρώπων και ζώων) ήταν πάντοτε η πρόχειρη λύση αλλά  ποτέ δεν ικανοποιούσε απόλυτα: ήδη προσεκτικά ο Πλάτωνας στον Μενέξενο είχε  απλώς συμπεράνει ότι στον Μαραθώνα επιβλήθηκε η αρετή (ανδρεία)  στο πλῆθος και τον πλούτο, δηλ. την κάθε είδους δύναμη των αριθμών.   Ταυτόχρονα,  η  γοητεία  του  γεγονότος  έγκειται  εδώ  πάντα  όχι  μόνο  στην  πρωταρχικότητά  του,  αλλά  και  στη  δροσερή  αθωότητα,  θα  λέγαμε,  με  την  οποία  παρουσιάζεται  ο  κόσμος  των  Αθηναίων  της  εποχής  και  στους  μύθους  που  η  μετρημένη συνείδηση της αξίας του μπόρεσε ήδη παράλληλα με τα συμβάντα του  490  π.Χ.  ν’  αρχίσει  να  δημιουργεί.  Ήταν  απ’  την  αρχή  ένα  σκηνικό  συνύπαρξης, στενής  συνεργασίας  και  διαλόγου  θεών  και  ανθρώπων,  περισσότερο  ίσως  από  οποιαδήποτε  άλλη  συγκυρία  της  αρχαίας  ελληνικής  ιστορίας.  Η  αδυναμία  των  ανθρώπων  να  πιστέψουν  έως  ένα  βαθμό  οι  ίδιοι  τι  είχαν  πετύχει  ανάβλυζε  ως  επανειλημμένη  παρέμβαση  των  θεών  στην  πορεία  των  γεγονότων.  Υπάρχει  απ’ αυτή  την  άποψη  κάτι  το  πραγματικά  επικό‐ομηρικό  στην  παράδοση  για  τον  Μαραθώνα,  όπως  π.χ.  ‐ήδη  στον  Ηρόδοτο‐  η  εμφάνιση  στον  Φειδιππίδη  και  η  εθελούσια  στρατολόγηση  του  Πάνα  υπέρ  των  Αθηναίων.  Τι  υπέροχο  εύρημα, αλήθεια! Ο ανθεκτικός δρομέας πήγε στην Πελοπόννησο για να ζητήσει επικουρία  ανθρώπων  και  γύρισε  με  συμμαχία  θεού. Θα  μπορούσε  νάχει  υπάρξει ωραιότερη  απάντηση‐σχόλιο στο θρησκευτικό κώλυμα των Σπαρτιατών να συστρατευθούν τότε  με  τους  Αθηναίους;  Εξ  άλλου  ήδη  στην  περίφημη  ζωγραφική  αναπαράσταση  της  μάχης στην Ποικίλη Στοά, της Κιμώνειας εποχής,  ο Θησέας έβγαινε απ’τη γη για να  συμπαρασταθεί  τους  συμπατριώτες  του,  ενώ  ο  τοπικός  ήρως  ΄Εχετλος  συμπολεμούσε  με  τους  Έλληνες.  Πολύ  πριν  από  τις  ιστορίες  φαντασμάτων  και  τ’ άλογα  που  χρεμετίζουν  μέσα  στη  νύχτα,  όπως  μας  μεταφέρει  τις  τοπικές, αλαφροΐσκιωτες  αφηγήσεις  ο  Παυσανίας  το  2ο   αι.  μ.Χ.,  ο  Μαραθώνας  είχε  ένα  πλούσια βλαστημένο μύθο.   III.  Πολλά απ’ τα νήματα σημασίας και τα μοτίβα σημασιοδότησης του Μαραθώνα  που υποδείχθηκαν ως εδώ έχουν πλεχθεί στις εικόνες του Μαραθώνα και της μάχης  του  στη  νεότερη  πνευματική  παραγωγή,  εντός  και  εκτός  των  πλαισίων  των  6 αρχαιογνωστικών επιστημών. Φυσικά, το πιο επίμονο θέμα γενικής ερμηνείας είναι  η σημασία της μάχης στην μακραίωνη αντιπαράθεση Δύσης και Ανατολής. Βέβαια, κι  εδώ  υπάρχουν  πολλές  επί  μέρους  διαφοροποιήσεις,  σε  εύλογη  συνέχεια  των  αρχαίων εκτιμήσεων που μνημονεύθηκαν, όπως όσον αφορά τη σωστή αξιολόγηση  των ελληνικών νικών στα Μηδικά μεταξύ τους. Σε μια π.χ. από τις σημαντικότερες  πιο  πρόσφατες  επιστημονικές  συνθέσεις  για  τους  Περσικούς  Πολέμους  που  οφείλουμε στη γλαφυρή πένα του  Peter Green, συναντούμε την άποψη ότι: «Εάν  σήμερα  ακόμη  μιλούμε  για  τη  δόξα  της  Αθήνας  του  Περικλή,  τον  Θεμιστοκλή  θα  έπρεπε μάλλον να ευγνωμονούμε παρά τους πολεμιστές του Μαραθώνα». Ωστόσο  ακόμη  κι  εδώ  αναγνωρίζεται  ότι  «αυτή  η  πρωτοφανής  νίκη  ενίσχυσε  τρομερά  το  ηθικό  των  Αθηναίων». Πράγματι,  δεν  πρέπει  να  λησμονούμε  ότι  στο  χρονικό  των  ελληνο‐περσικών  αναμετρήσεων  ο  Μαραθώνας  ακολουθεί  την  καταστροφή  της  Ιωνικής Επανάστασης και προηγείται της   ‐οσοδήποτε  ένδοξης‐  ήττας  των  Θερμοπυλών.  Όπως  σαφώς  ‐αν  και  με  κάποια  υπερβολή  αφού  είχε  προηγηθεί  ακριβώς  η  Ιωνική  Επανάσταση‐    δηλώνει  ο  Ηρόδοτος για τους Αθηναίους του Μαραθώνα: «…πρώτοι δὲ ανέσχοντο εσθήτά τε  Μηδικήν ορόντες  καὶ  τοὺς άνδρας  ταύτην  εσθημένους∙  τέως  δὲ ην  τοίσι Έλλησι  καὶ τὸ ούνομα των Μήδων φόβος ἀκούσαι». Ακριβώς σ’ αυτό το πνεύμα από τους  παλιότερους  βασικούς  μελετητές  των  Μηδικών  ο  μεν  Andrew R. Burn  είχε  παρατηρήσει: “The danger [: after Marathon] would still be there; but the defence would always be buoyed up by a great memory”, ενώ  ο επίσης αλησμόνητος,   όχι  απλός  μελετητής  αλλά  δόκιμος  βηματιστής  του  Μαραθώνα, Nicholas Hammond συμπέραινε: “The victory of Marathon did not avert the invasion of Greece by Persia. It keyed the fighting spirit of Athens to the highest pitch. It showed to Sparta the conditions under which Greek infantry could defeat Persian infantry. It inspired other Greek states with the will to resist. These three consequences were indispensable to the future salvation of Greece. In this sense the battle of Marathon was a decisive event in world history”.  Ακριβώς στην κάθετη αύξηση της ελληνικής  αυτοπεποίθησης και τις μεγάλες προοπτικές ανάδειξης της Αθήνας ‐όπως ακριβώς  πρόβλεπε  ο  Μιλτιάδης  του  Ηροδότου  στον  πολέμαρχο  Καλλίμαχο‐  εντόπιζαν  ήδη  παλιότερα ο John B. Bury και αργότερα, μεταξύ άλλων, ο Hermann Bengtson και ο  7 Victor Ehrenberg  τα  βαρύνοντα  αποτελέσματα  της  μάχης.  Τη  μεγάλη  στρατηγική  σημασία της μάχης για ό,τι ακολούθησε αλλά και τις πολιτικές της επιπτώσεις στην  εσωτερική εξέλιξη της Αθήνας (δηλ. την πορεία εδραίωσης της δημοκρατίας) αλλά  και της Σπάρτης τόνισε πιο πρόσφατα και στη δική του σύνθεση για την πρωιμότερη  αρχαία ελληνική ιστορία ο Robin Osborne. Στα  πλαίσια  της  γερμανόφωνης  βιβλιογραφίας  και  με  υπόβαθρο  το  θέμα  της  «διαχρονικής»  αναμέτρησης  Ανατολής‐Δύσης  μπορούμε  επίσης  να  εντοπίσουμε  ενδιαφέρουσες  απόψεις  και  αποκλίσεις.  ΄Ετσι  για  τον  H. Bengtson (ό.π.)  ο  Μιλτιάδης ήταν ο «πρώτος σημαντικός στρατηγός της Δύσης», ενώ σε μια αξιόλογη  σύνθεσή του της αρχαίας ελληνικής ιστορίας o Al. Heuss μίλησε μεν επίσης για την  «κοσμοϊστορική ώρα  του Μιλτιάδη»  στο Μαραθώνα,  αντέδρασε  όμως έντονα  στη  φθηνή  ρητορική  για  τη  μάχη  αυτή  και  τα  Μηδικά  ως  επιτυχία  αποτροπής  ενός  περίπου πνευματικού τέλους της ελληνικής και γενικότερα ευρωπαϊκής Δύσης στα  χέρια της Περσικής Ανατολής. Έγραφε o Heuss: «Οι Πέρσες δεν ήταν Ούννοι, ούτε  καν Ασσύριοι, και τίποτε δεν τους ήταν ως ιδέα πιο ξένο από το να ποδοπατήσουν  την  παράδοση  και  τα  έθιμα  των  υπηκόων  τους  και  να  ξεριζώσουν  τον  πολιτισμό  τους». Στην αποφασιστική ανάπτυξη της Αθήνας, ως πολιτείας και πολιτισμού, μετά  τους Περσικούς Πολέμους εντόπιζε ήδη κι αυτός το νήμα κοσμοϊστορικής σημασίας  που  μας  συνδέει  πάντα  μ’  ό,τι  εκφράζει  ο  Μαραθώνας  και  τα  χώματά  του. Παρόμοιες  θέσεις  περιέλαβε  στην  κρίση  του  και  ο  μεταπολεμικός  Fritz Schachermeyr, αν κι εδώ Μαραθώνας, Σαλαμίνα και Πλαταιές συνδέθηκαν αιώνια, και ισότιμα, όχι μόνο με «τη δύναμη της ιδέας της ελευθερίας» αλλά παραπέρα και  μ’  εκείνη  μιας  «εθελούσιας  ανδρικής  αγωγής» (freigewählte Manneszucht),  όπου  μάλλον,  διασκεδαστικά,  επιβίωνε  κάποιο  από  τα φαιά  στοιχεία  της  προπολεμικής  ιδεολογικής ταυτότητας του συγγραφέα. Πάντως,  η  γοητεία  του  Μαραθώνα  ‐και  γενικότερα  των  Περσικών  Πολέμων‐  δεν  παύει  να  ελκύει  ερευνητές,  τόσο  αυτόνομα  όσο  και  στα  πλαίσια  ευρύτερων  συνθέσεων  για  τους  Περσικούς  Πολέμους.  Δύο  έργα  του  τελευταίου  τύπου,  πέρα  του  μνημονευθέντος  ήδη  έργου  του  Green,  υπάρχουν  ήδη  στην  πρόσφατη  αγγλόφωνη  βιβλιογραφία:  του  Lazenby (1993)  και  του  Cawkwell (2005).    Και  στα  8 δύο  έργα  ο  Μαραθώνας  έχει  το  δικαιωματικό  τμήμα  του.  Στο  έργο  του  Lazenby γίνεται  σοβαρή  προσπάθεια  επανεξέτασης  όλων  των  γραμματειακών  και  αρχαιολογικών  δεδομένων  για  τη  μάχη,  επιζεί  δε  και  κάτι  από  τον  ρομαντισμό  παλιότερων  δυτικών  μελετητών  για  τον  τόπο  και  την  ιστορία  του,  όταν  ο  συγγραφέας  καταληκτικά  σημειώνει  στο  αντίστοιχο  κεφάλαιο  (με  τίτλο  παρμένο  από ένα ποίημα του Βύρωνα), ότι “to this day there is something very special about the sight of that mound [: ο Τύμβος] at the end of its avenue of cypress trees, with the blue sea beyond, and the hills of Euboia grey in the distance”.  Ο Cawkwell πάλι  είναι  μεν  απαλλαγμένος  από  τα  στενά  (και  οπωσδήποτε  παραποιητικά,  όπως  είδαμε)  κλισέ  ενός  τοπίου  αναμέτρησης  μιας  ευλογημένης  Δύσης  με  μια  φρικτή  Ανατολή,  αλλά  ως  προς  την  ανασύνθεση  της  μάχης  του  Μαραθώνα  μάλλον  απογοητεύει με  την άτοπη προσπάθεια να παρουσιάσει  την εικόνα μιας μάχης με  αποχωρούντες  ήδη  Πέρσες,  ώστε  να  μειώνεται  στο  ελάχιστο  δυνατό  η  αξία  της  περσικής ήττας. Θα ήταν ως προς αυτὀ το στοιχείο της μάχης τουλάχιστον ασύνετο  να  θέταμε  μια  ερμηνεία  ενός  λήμματος  του  βυζαντινού  λεξικού  της  Σούδας  πάνω  απ’τον  Ηρόδοτο,  επιλογή  που  έχει  αναιρεθεί  πειστικά  ήδη  στα  τέλη  του  δέκατου  ένατου  αιώνα.  Νομίζω  ότι  η  διαπολιτισμική  μας  ανωτερότητα  δεν  χρειάζεται  να  οδηγεί  σε  υπερβολές  παρόμοιες  μ’  εκείνες  σε  αντίδραση  των  οποίων  δικαιολογημένα προέκυψε. Είναι άλλωστε πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι  το σοβαρότερο έργο ανασύνθεσης της αρχαίας Περσικής ιστορίας που διαθέτουμε  σήμερα, από  τον Γάλλο συνάδελφο Pierre Briant, δεν διστάζει να  τοποθετήσει  την  περσική  επιχείρηση  στο  Μαραθώνα  στα  πλαίσια  ενός  σχεδίου  εξασφάλισης  του  ελέγχου  του  Αιγαίου  από  την  Περσία,  όπου  περιφερειακά  εντάχθηκε  και  η  αποκατάσταση  στην Αθήνα  του έκπτωτου  τυράννου Ιππία. Μπορεί λοιπόν για  την  Περσία  η  ζημιά  του  Μαραθώνα  σε  ανθρώπινο  και  άλλο  υλικό  να  ήταν  σχετικά  αμελητέα αλλά δεν επρόκειτο για ένα αμελητέο σχέδιο, όπως έδειξε άλλωστε και η  επανάληψή του μ’ άλλη μορφή. Ας μη ξεχνούμε ότι για όλες τις αυτοκρατορίες της  ιστορίας  η  απώλεια  κύρους  και  όχι  ανθρώπινων  ζωών  ζυγίζει  περισσότερο,  κι  αν  συμφέρον των ίδιων είναι να συγκαλύπτουν αυτή την αλήθεια, έργο των ιστορικών  είναι να την αναδεικνύουν.   9 Τέλος,  ας  σημειωθoύν  δύο  σχετικές  και  πολύ  πρόσφατες  ιστορικές  μονογραφίες:   (α)  η  ευρύτερη  σύνθεση  –επεξεργασμένη  διατριβή‐  του  Michael Jung (2006)  που  διερευνά συστηματικά τη βαθμιαία δημιουργία της παράδοσης και, φυσικά, της σε  αξιόλογο  βαθμό  μυθοποίησης  και  των  δύο  μεγάλων  πεζικών  νικών  των Μηδικών, Μαραθώνα και Πλαταιών, με διάφορες χρήσιμες αναλύσεις και συμπεράσματα ως  προς  την  εξέλιξη  της  ανάμνησης  των  δύο  αυτών  γεγονότων‐μνημείων  μέσα  στα  πλαίσια  της  μεταγενέστερής  τους  αρχαιότητας· (β)  η  ακόμη  πιο  πρόσφατη (2009) σύνθεση,  επίσης  συστηματική  αλλ’  απευθυνόμενη  σ’ένα  ευρύτερο  κοινό,  του  Γάλλου  συναδέλφου  Patrice Brun  για  τη  μάχη  του  Μαραθώνα, «την  ιστορία,  τη  μνήμη και τον μύθο της», όπως επιγράφεται χαρακτηριστικά το πρώτο, εισαγωγικό  κεφάλαιο  του  βιβλίου.  Ιδιαίτερα  ενδιαφέρουσα  είναι  εδώ  κατ’  αρχήν  η  παρακολούθηση  της  σύνδεσης  του  ιστορικού  γεγονότος  και  του  ήδη  πρώιμου  μύθου  του  με  σταθμούς  της  γαλλικής  ιστορίας:  ο  Μαραθώνας  της  περσικής  παραλληλίσθηκε με το Βαλμύ της πρωσσικής απόκρουσης στα χρόνια της Γαλλικής  Επανάστασης,  αλλά  αργότερα  ακόμη  και  με  τη  μάχη  του Μάρνη  κατά  τον  Πρώτο  Παγκόσμιο  Πόλεμο!  Προβληματίζει  και  στη  σύνθεση  αυτή  η  προχωρημένη  υποτίμηση  της  αξίας  της  ελληνικής  νίκης  για  ό,τι  δημιουργήθηκε  κατά  την  ακολουθούσα,  κλασσική  περίοδο  της  αρχαίας  ελληνικής  ιστορίας.  Επίσης  αξιοπρόσεκτα  διδακτική  είναι  η  καταληκτική  σύνδεση  της  προσωπικής  γνωριμίας  του  συγγραφέα  με  τον  τόπο  και  την  ατμόσφαιρά  του:  από  την  ενθουσιώδη  και  βαθύτερη μέθεξη του νεαρού φοιτητή της δεκαετίας του ’70 στην αποστασιοποίηση  του  ώριμου  επιστήμονα  απέναντι  σ’  έναν  τόπο‐θησαυρό  φτηνής  τουριστικής  «αξιοποίησης» στο παρόν. Δεν βλάπτει να συνειδητοποιούμε πόσο τα ποτάμια του  τουρισμού  παρασέρνουν  κάποτε  τα  στοιχεία  ρωμαντικής  γοητείας  ενός  τόπου, ακόμη  και  (ή  και  περισσότερο)  ενός  τόπου‐συμβόλου.  Να  ελπίσουμε  ότι  κάθε  σχετική  συλλογική  επιστημονική  προσπάθεια,  όπως  δύο  ειδικά  συμπόσια  που  έγιναν  στην  Ελλάδα  (ένα  στον  ίδιο  τον  σημερινό  Δήμο  του  Μαραθώνα  τον  Σεπτέμβρη του 2008 κι άλλο ένα στους Δελφούς τον Ιούλιο του 2010) είναι ταπεινά  αλλά  ουσιαστικά  βήματα,  μέσα  σε  πραγματικά  διεθνή  πλαίσια,  προς  μια  ποιοτικότερη  κατεύθυνση,  μια  επιστημονική  επαναπροσέγγιση  σε  κοινές  και  10 γνήσιες  ευρωπαϊκές  ρίζες;  Πάντως,  σταθερά  «τὸ  του Μιλτιάδου  τρόπαιον  ουκ  εά καθεύδειν», και τους επιστήμονες. IV.  Οι  επιστημονικοί  (ακόμη  περισσότερο:  οι  δι‐επιστημονικοί)  Μαραθώνιοι  απαιτούν  κι  αυτοί  ανθεκτικότητα,  νομίζω  όμως  ότι  είμαστε  σε  καλό  δρόμο, ιδίως  όταν  κάθε  είδους  αρχαιογνώστες  συνεργάζονται.  Οφείλω  δε  να  τονίσω  εδώ  ότι  επίσης η αρχαιολογική έρευνα του Μαραθώνα έχει όχι μόνον σημαντικό παρελθόν  αλλά  και  παρόν  και  μέλλον.  Όλα  δείχνουν  ότι  η  συνεργασία  αυτή  προχωρεί  μ’ εντεινόμενη  συχνότητα  πάνω  στο  θέμα  του Μαραθώνα (ιδίως  των  τοπογραφικών  προβλημάτων  του).  Και  η  φράση  του  Αίλιου  Αριστείδη  «αφορμὴ  των  ύστερον  πάντων»  δεν  μπορεί  να  είναι  τελικά  παρά  ακριβώς  προτροπή  για  σοβαρή, συλλογική  δουλειά,  απ’  την  οποία  μόνον  οφέλη  μπορούν  να  προέλθουν.  Το  χρωστούμε σε νεκρούς και ζωντανούς, που πάντα ‐και ιδίως θάλεγα σ’ αυτά εδώ τα  χώματα‐  έχουν  δείξει  ότι  μπορούν  παραδοσιακά  και  συγκινητικά  ν’ αλληλοστηρίζονται.  Ο  συνεχιζόμενος  μαραθώνιος  (ουσιαστικά  η  σκυταλοδρομία) του Μαραθώνα είναι τελικά ένα θαύμα αντοχής, τιμής και αναφοράς προς βασικές  και  πανανθρώπινες  αξίες,  όπως  εξ  αρχής  τα  ιδανικά  της  ελευθερίας  και  της  δημοκρατίας,  παντοτινά  επίκαιρα.  Όσο  η  ανθρωπότητα  πιστεύει  σ’  αυτά,  ο  μαραθώνιος του Μαραθώνα και όσα συμβολίζει δεν κινδυνεύουν να διακοπούν. ‐  Κώστας Μπουραζέλης  

Σημείωση  Πρόκειται  για  ελαφρά  τροποποιημένη  και  συντετμημένη  μορφή  του  κειμένου  του  συγγραφέα  που  δημοσιεύεται  στον  τόμο:  Κ.  Μπουραζέλης  –  Κ.  Μεϊδάνη  (επιμ.), Μαραθών. Η μάχη και ο αρχαίος δήμος, Αθήνα 2010.