Home Community News Μια θλιβερή επέτειος 21η Απρίλη 1967

Μια θλιβερή επέτειος 21η Απρίλη 1967

352

γράφει ο Πλάτων Ρούτης

Η 21 του Απριλίου του 1967 είναι μία ημερομηνία στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας που χαρακτηρίζεται σαν αποφράδα ημέρα. Μία κλίκα επίορκων αξιωματικών του στρατού, με την βία και με την δύναμη που τους έδινε η πολεμική μηχανή της χώρας κατέλαβαν την εξουσία και κατέλυσαν με προδοσία το δημοκρατικό πολίτευμα αυτό που με τον όρκο έδωσαν να προστατεύσουν. Οι αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, με τη συμμετοχή του ταξίαρχου τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου όπως και άλλων αξιωματικών του στρατού ξηράς, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμασαν «εθνοσωτήριο επανάσταση» η  «Επανάσταση της 21ης Απριλίου». Την πράξη τους αυτή οι πραξικοπηματίες με τους παρακρατικούς μηχανισμούς δικαιολόγησαν ως απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί αναρχία την οποία σχεδίαζαν κεντροαριστερές ομάδες, υποστηρίζοντας ότι έχουν τρανταχτές αποδείξεις, τις οποίες όμως ποτέ δεν παρουσίασαν. Το δημοκρατικό πολίτευμα καταλύθηκε και στην χώρα επιβλήθηκε μία στυγνή δικτατορία η οποία κράτησε για επτά ολόκληρα χρόνια

Οι κυβερνήσεις της εποχής κατά τις δεκαετίες ‘50 και ‘60 δε στάθηκε δυνατόν να ελέγξουν αυτούς τους παρακρατικούς μηχανισμούς είτε διότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του κινδύνου για τη δημοκρατία, είτε διότι πολλές φορές τα ανάκτορα παρενέβαιναν υπέρ τους, νομίζοντας ότι οι παρακρατικοί είναι ως επί το πλείστον ορκισμένοι φιλομοναρχικοί. Δείγματα της δράσης των παρακρατικών ήταν το σχέδιο «Περικλής», ως ένα βαθμό η «βία και νοθεία» στις εκλογές του 1961 και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Κάτω από αυτές τις συνθήκες στην πολιτική ζωή του τόπου οι πραξικοπηματίες βρήκαν την ευκαιρία για το φασιστικό πραξικόπημα. Η συμπλήρωση 52 χρόνων από την μαύρη επέτειο του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα αποτελεί ευκαιρία να διδαχτούμε και να τιμήσουμε την προσφορά και τη μνήμη των θυμάτων της χούντας, όλων όσων φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, υπέστησαν βασανιστήρια, δολοφονήθηκαν και συνέβαλαν με κάθε μορφή στην ανάπτυξη της αντιδικτατορικής πάλης. Φόρο τιμής αποτίουμε στους μεγάλους αγώνες του λαού στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό ενάντια στην λαομίσητη Χούντα.  

Χωρίς να φιλοδοξούμε και χωρίς να επιδιώκουμε να γράψουμε ιστορία για τον αντιδικτατορικό αγώνα των Ελλήνων στο Τορόντο, είναι υποχρέωσή μας με την ευκαιρία αυτού του άρθρου, να αναφερθούμε στον αγώνα αυτόν έστω και επιφανειακά που αυθόρμητα μαζικά στην αρχή, πήρε μέρος ενάντια στην Χούντα των Αθηνών και που συνειδητά συνέχισε μέχρι το τέλος της Χούντας. Λέμε συνειδητά γιατί αυτή η αυθόρμητη μαζικότητα στην αρχή του αντιδικτατορικού αγώνα έχασε την δυναμική της και συνέχισε μέσα από δύο κυρίως οργανώσεις τον «Ρηγα Φεραίο» και τους «Φίλους του ΠΑΚ»  Η δράση των δύο αυτών οργανώσεων που είχαν αρκετά κοινά σημεία στον αγώνα τους επιρέαζε πολύ συχνά τον Καναδικό τύπο και τα μέσα μαζικής ενημερωσης στην υποστήριξη και αλληλεγγύη στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα.

Η επιβολή της δικτατορίας, το 1967, δεν ξεπήδησε από το κενό, γεννήθηκε από την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος πριν της χούντας και βρήκε έτοιμο το ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς με κύριο χαρακτηριστικό τον αντικομμουνισμό μέσα στην ηγεσία του στρατεύματος αλλά και στα σώματα ασφαλείας του μετεμφυλιακού κράτους. Με ντοκουμέντα που έχουν ηδη βρει το φως της δημοσιότητας από τα αρχεία του Αμερικανικού Πενταγώνου, το χουντικό πραξικόπημα είχε την ανοχή και στήριξη των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, υπηρέτησε τους σχεδιασμούς τους, άνοιξε το δρόμο για την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο.

Η εγκαθίδρυση της φασιστικής χούντας είναι η απόδειξη πως η αστική τάξη, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, καταφεύγει σε κάθε μέσο, εναλλάσσοντας την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία με ανοιχτά δικτατορικές μορφές διακυβέρνησης, ότι οι αντιδραστικές, φασιστικές δυνάμεις είναι γέννημα θρέμμα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Οι συνεπείς αντιδικτατορικές δυνάμεις ήταν αντίθετες με την ανάθεση για την αλλαγή της διακυβερνησης της Ελλάδας από ξένους παράγοντες και καταδίκασαν τις προσπάθειες μεταμφίεσης της χούντας με τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» που επιχείρησαν αστοί πολιτικοί Μαρκεζίνης και άλλοι. 

Το Νοέμβριο του 1973, μετά την εξέργεση του Πολυτεχνίου μια ομάδα σκληροπυρηνικών αξιωματικών με επικεφαλής το Δημήτριο Ιωαννίδη, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με την απόπειρα φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, ανέτρεψαν και έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό τον Παπαδόπουλο. Με την προτροπή και τις οδηγίες της Αμερικανικης CIA στις 15 Ιουλίου 1974 ανέτρεψαν τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο με το πραξικόπημα του Νίκου Σαμψών ανδρείκελο του Ιωαννιδη. Η προδοτική αυτή ενέργεια του Ιωαννίδη έδωσε την αφορμή στην Τουρκία, πέντε μέρες αργότερα, με πρόσχημα την προστασία του Τούρκικου πληθυσμού της Κύπρου  να επέμβει στρατιωτικά και να δημιουργηθεί ενας ντε φάκτο χωρισμός του νησιού σε Ελληνική και Τουρκική πλευρά. 

Μπροστά στο βάρος των ευθυνών τους και στο ορατό ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου, αλλά και το τέλος της αποστολής τους για μία διχοτομημένη Κυπρο που αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τις Νατοϊκες δυνάμεις ενάντια στα Αραβικά κράτη, οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων κάλεσαν πολιτικά πρόσωπα της προ-δικτατορικής περιόδου για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Η πράξη αυτή σηματοδότησε την οριστική απόσυρση του στρατού από την πολιτική σκηνή στην Ελλάδα. Μέσα στους επόμενους μήνες οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν στην επαναφορά της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την κατάργηση, μετά από δημοψήφισμα, της μοναρχίας και την ψήφιση νέου συντάγματος.

Ένα από τα πρώτα μελήματα της νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας ήταν να αφήσει ελεύθερους τους πολιτικούς κρατούμενους της δικτατορίας και αντιστασιακούς. Στις 26 Ιουλίου 1974, τρεις ημέρες μετά την πτώση της δικτατορίας, εξέδωσε προεδρικό διάταγμα για την αμνήστευση των πολιτικών κρατούμενων. Το διάταγμα όριζε την αμνήστευση όσων είχαν καταδικαστεί για απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος ή για αντιστασιακή δράση την περίοδο της δικτατορίας. Το καλοκαίρι του 1974, ξεκίνησε δικαστική διερεύνηση που αφορούσε τα γεγονότα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Οι ποινικές διώξεις κατά των πρωταιτίων της δικτατορίας δεν έγιναν αυτεπάγγελτα από κάποια δικαστική αρχή η  κυβερνητική πρωτοβουλία αλλά ύστερα από μηνύσεις ιδιωτών. Ωστόσο, για να φτάσουν οι υποθέσεις αυτές στην αίθουσα του δικαστηρίου χρειάστηκε να εκδοθούν από την κυβέρνηση μία σειρά από διατάγματα και συντακτικές πράξεις. Αυτοί οι νόμοι ακύρωναν την αμνηστία που είχαν χορηγήσει στον εαυτό τους οι δικτάτορες κατά τη διάρκεια της επταετίας ενώ ταυτόχρονα εξαιρούσαν τις πράξεις τους από την αμνήστευση των υπόλοιπων πολιτικών εγκλημάτων του παρελθόντος. Η κυριότερη δίκη ήταν αυτή των επικεφαλής πραξικοπηματιών η οποία έλαβε χώρα στο πενταμελές εφετείο Αθηνών το καλοκαίρι του 1975. Άλλες δίκες αφορούσαν τους φόνους της Μαρίας Καλαβρού, του Βασίλη Πεσλή και του Παναγιώτη Ελή. 

Η  Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, με το Δ΄ ψήφισμα στις 8 Ιανουαρίου 1975 χαρακτήρισε την κίνηση της 21ης Απριλίου 1967 πραξικόπημα. Οι τρεις πρωταίτιοι καταδικάστηκαν σε θάνατο ως στασιαστές, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια με απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή. Η πράξη επιείκειας αντιμετωπίσθηκε με σφοδρότητα από το σύνολο της αντιπολίτευσης, κυρίως για το γεγονός της κυβερνητικής παρέμβασης σε αποφάσεις της δικαιοσύνης.

Οι 18 καταδικασθέντες αξιωματικοί για το πραξικόπημα της 21 Απριλίου καθαιρέθηκαν με προεδρικό διάταγμα και υποβιβάστηκαν οριστικά στο βαθμό του στρατιώτη μετά την επικύρωση από τον Άρειο Πάγο της απόφασης του Πενταμελούς εφετείου, στις 21 Ιουνίου 1976. Διαγράφτηκαν επίσης από τους καταλόγους των στελεχών της εφεδρείας και οι οικογένειές τους θα έπαιρναν μειωμένες συντάξεις. 

Η πείρα και τα συμπεράσματα από την πάλη κατά της χούντας αποκτούν σημαντική και διαχρονική αξία, ιδιαίτερα σήμερα, που οι νοσταλγοί της χούντας και απόγονοι των βασανιστών του ΕΑΤ – ΕΣΑ, η ναζιστική εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής, προσπαθεί να χύσει το φασιστικό, ρατσιστικό της δηλητήριο.