Home Greek News Οι ελεύθεροι κι ωραίοι του Νοέμβρη

Οι ελεύθεροι κι ωραίοι του Νοέμβρη

85

Είναι 16 Νοεμβρίου του 1973. Γίνεται κοσμογονία εδώ και δυο μέρες στο Πολυτεχνείο. Η μαμά μου και η γιαγιά μου έχουν αφήσει ό,τι κάνουν κι ακούν, βουρκωμένες και αμήχανες, τις βραχνιασμένες φωνές στο ραδιόφωνο, να λένε: «Εδώ Πολυτεχνείο! Αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι!». Μέσα στο Πολυτεχνείο και έξω από αυτό, χιλιάδες πολίτες έχουν ξεσηκωθεί και διαδηλώνουν ενάντια στη δικτατορία. Οι φοιτητές έχουν στήσει ραδιοφωνικό πομπό που κατασκευάζουν σε χρόνο ρεκόρ, στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών: «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων». Η φοιτητική κινητοποίηση έχει μετατραπεί σε λαϊκή εξέγερση, η χούντα πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι τόσο σφοδρό και μαζικό. Ακούμε τις συνεχείς εκκλήσεις για φάρμακα, ιατρικά εργαλεία, γιατρούς και ασθενοφόρα. Η γιαγιά μου δίπλα στο ραδιόφωνο, όχι μόνο τους ακούει με προσοχή, αλλά και, όπως πάντα, απαντάει: «Αχ παιδάκια μου, τι είναι αυτό που πάθατε; Να προσέχετε, έχουν όπλα αυτοί, είναι κακοί άνθρωποι, να ‘χετε τον νου σας» – η γιαγιά μου πάντα συνομιλεί και με το ραδιόφωνο και με την τηλεόραση. Εχει τη βεβαιότητα ότι την ακούν. Γι’ αυτό τους νουθετεί όλους, με πολλή αγάπη. Εγώ αναρωτιέμαι τι μπορώ να κάνω. Έχω αποφασίσει να πάω στο Πολυτεχνείο. Πηγαίνω στο μπάνιο κι αδειάζω μέσα στη μεγάλη σχολική τσάντα όλο το φαρμακείο του σπιτιού. Τετράδια, βιβλία και μολύβια κρύβονται κάτω από το στρώμα. Διαπράττω και την πρώτη κλοπή: Παίρνω από την καβάτζα της μαμάς 700 δραχμές. Σήμερα είμαι απογευματινή. Φοράω την μπλε ποδιά και φεύγω για το σχολείο. Έχω ήδη τηλεφωνηθεί με τη Χριστίνα και με περιμένει στη στάση του λεωφορείου. Κουβαλάει στη δική της τσάντα – όπως μ’ ενημερώνει – καμιά εικοσαριά τυρόπιτες, σοκολάτες και μπισκότα. Αγοράζω και εγώ ό,τι μπορώ από το φαρμακείο κι από το ζαχαροπλαστείο του κυρίου Γιώργου και πάμε στο Πολυτεχνείο. Κρυφά από τους δικούς μας. Ήμασταν πια κι εμείς στην παρανομία. Χιλιάδες κόσμος, φοιτητές, μαθητές, εργαζόμενοι, βρίσκονται ήδη εδώ, για ν’ αγωνιστούν ως την τελική νίκη. Μόλις έχει φτάσει και επιτροπή αγροτών από τα Μέγαρα και συναντιέται με τη Συντονιστική των φοιτητών. Πάμε και εμείς μέσα και ξεφορτώνουμε την πραμάτεια μας. Στο μεταξύ, έχω αγοράσει και όλα τα κουλούρια που είχε ένας πλανόδιος κουλουράς, οπότε η συνολική προσφορά μας κάνει μια άλφα εντύπωση στα παιδιά, που μας λένε ευχαριστώ και μας φιλάνε σταυρωτά. Ακριβώς πίσω μας, ακούω μια αγαπημένη φωνή και δυνατά χειροκροτήματα. Σε απόσταση αναπνοής, ο Νίκος Ξυλούρης! Τραγουδάει συγκλονιστικά (και μαζί του όλος ο κόσμος) το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Τον σηκώνουν στα χέρια. Είναι πραγματικά σαν Αρχάγγελος. Ένα παιδί με κρητική προφορά, από τη Συντονιστική, λέει πως «ο Ψαρονίκος είναι εδώ από το πρώτο λεπτό και δεν κρύφτηκε στιγμή. Θέλει να ξέρουν όλοι πως είναι μαζί μας». Ο Ξυλούρης τραγουδάει δίπλα μου γελαστός και αγέρωχος, κάνοντας το σήμα της νίκης. Δεν ξέρω πώς περνάνε οι ώρες, δεν έχω επαφή με τον χρόνο, δεν είμαι πια με τη Χριστίνα, τη χάνω μες στον κόσμο, τρέμω στην ιδέα τού τι θα γίνεται στο σπίτι, που θα αναρωτιούνται γιατί δεν γύρισα ακόμη από το σχολείο, είχα πεντάωρο υποτίθεται. Μαμά και γιαγιά θα ‘χουν τρελαθεί, ψιλοζαλίζομαι, είναι πολύς ο κόσμος εδώ, δε χωράμε, με σπρώχνουν, προσπαθώ να μην πέσω, κρατιέμαι καλύτερα στα κάγκελα. «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία», φωνάζουμε εμείς – «Δε σε θέλει ο λαός, πάρ’ τη Δέσποινα και μπρος», λένε κάποιοι απέξω. Θα με σκοτώσει ο πατέρας μου, σκέφτομαι, πρέπει να γυρίσω σπίτι. Πέφτει πολύ ξύλο τριγύρω. Σπασμένα πανό. Ματωμένα πρόσωπα. Οδοφράγματα. Έχει αγριέψει πολύ η αστυνομία. Φοβάμαι.

«Έξω τώρα οι Αμερικάνοι. Έξω οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Έξω οι βάσεις του θανάτου». «Είμαστε άοπλοι, αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι!»

Πρέπει οπωσδήποτε να βγω έξω. Είναι βράδυ κι εδώ θα χυθεί πολύ αίμα σε λίγο. Το βλέπω το πράγμα. Σέρνομαι ανάμεσα στο πλήθος και κατορθώνω να βγω στην Πατησίων. Οι άνθρωποι γύρω από το Πολυτεχνείο ουρλιάζουν: «Κάτω η χούντα, η χούντα θα πέσει απ’ το λαό». Οι αστυνομικοί μοιάζουν λυσσασμένοι. Πέφτει ξύλο. Δακρυγόνα. Φωτιές. Παθαίνω σύγκρυο, τρέχω προς το θέατρο «Αλφα», όταν κάποιο πολύ δυνατό χέρι μ’ αρπάζει από τη μέση. «Ήρθε το τέλος μου», σκέφτομαι, και γυρίζω να δω τον προσωπικό μου Μάλλιο ή Μπάμπαλη. Είναι ο μπαμπάς μου. Αλλόφρων! Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι, εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, έτσι όπως τον βλέπω ανήσυχο για μένα, είναι: «Μ’ αγαπάει!». Οπότε, ας με χαστουκίσει, ας μου κάνει ό,τι θέλει, αρκεί που ανησύχησε τόσο πολύ για μένα κι έτρεξε σαν τρελός να με ψάξει, ποιος ξέρει πόσες ώρες να με ψάχνει. Είναι κατακόκκινος, εκνευρισμένος, αγχωμένος, με σέρνει μέχρι το αυτοκίνητό του, από το χέρι, από τους ώμους, από τα μαλλιά, ούτε που θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μάλλον μου σώζει τη ζωή. Μισή ώρα μετά, η Αστυνομία στα Χαυτεία χτυπά διαδηλωτές στο ψαχνό, εκτός από δακρυγόνα ρίχνει και πραγματικά πυρά. Νομίζω κάπου τότε, ανακοινώνεται και ο πρώτος νεκρός. Σε όλη τη διαδρομή, μέχρι την Ακαδημία Πλάτωνος, οδηγεί σαν τρελός, δε με κοιτάζει και δε μου μιλάει. Σταματάει μόνο σ’ ένα περίπτερο και παίρνει τηλέφωνο τη μαμά μου:

«Τη βρήκα. Ερχόμαστε».

Τη στιγμή που παρκάρει κάτω από το σπίτι, με πιάνει από τους ώμους και μου λέει, ακουμπώντας σχεδόν τη μύτη του στη μύτη μου:

«Δεν θα ξανακάνεις ποτέ κρυφά ούτε κάτι κακό ούτε κάτι καλό. Συνεννοηθήκαμε;».

«Πώς με βρήκες;».

«Πήρε η Χριστίνα τηλέφωνο κατατρομαγμένη κι είπε πως σ’ άφησε, όπως βλέπουμε την πύλη, αριστερά».

«Κι εσύ αυτό δε θα ‘κανες;».

«Αλλο είμαι εγώ, εγώ δεν είμαι εσύ… κι εγώ το ‘κανα το πρωί».

***

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο του βιβλίου μου «Κίτρινο Υποβρύχιο», που αναφέρεται σ’ εκείνες τις τρεις νύχτες του Νοέμβρη. Πολλά από τα παιδιά, που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτές, έγιναν μετά φίλοι μου. Νιώθω περήφανη και τυχερή που με κάποια από αυτά συμπορευτήκαμε κι αγαπιόμαστε ακόμη.

Ήταν οι ελεύθεροι κι ωραίοι. Ήταν οι άοπλοι. Αυτοί που δεν εξαργύρωσαν. Κάποιους άλλους, που μετά από εκείνες τις νύχτες, χάθηκαν στη σκόνη του συμβιβασμού, δεν τους θυμάμαι. Δε χωράνε μέσα στη φλεγόμενη εικόνα των ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια στους παντοδύναμους μηχανισμούς ενός απάνθρωπου συστήματος, για να φτιάξουν έναν άλλο κόσμο με ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη. Που άνοιξαν έναν άλλο δρόμο, έναν δρόμο ανοιχτό να τον περπατήσουμε, σε μια εποχή που οι κρατούντες θέλουν να ξεμπερδέψουν με την ουσία του Πολυτεχνείου, των μηνυμάτων και του περιεχομένου του. Το Πολυτεχνείο, όμως, συνεχίζεται και σήμερα, μέσα στα αμφιθέατρα, στους δρόμους και στους καθημερινούς αγώνες. Ολα αυτά, που κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει, είναι το Πολυτεχνείο!

Previous articleΕύ Topia – Εικαστική έκθεση και δημοπρασία με φιλανθρωπικό χαρακτήρα
Next articleΟμοσπονδιακά βοηθήματα κατά την πανδημία επηρεάζουν τα εισοδήματα σε ηλικιωμένους και οικογένειες χαμηλού εισοδήματος