Home Απόψεις Οι Μύθοι για το 1821 από την κυβέρνηση και την ντόπια μεγαλοαστική...

Οι Μύθοι για το 1821 από την κυβέρνηση και την ντόπια μεγαλοαστική τάξη

460

Γράφει ο  Πλάτων Ρούτης – proutis0107@rogers.com

Σε προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για τις εξαγγελίες του Κυρ. Μητσοτάκη για τους γιορτασμούς των 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση. Με το υπεροπτικό ύφος του κερδισμένου των εκλογών  και την υπεροψία που τον διακατέχει ανακοίνωσε θριαμβολογικά την δημιουργία επιτροπής για τον γιορτασμό με την ονομασία «Ελλάδα 2021».

Επίσης γράψαμε για την τοποθέτηση μίας υπερπλούσιας γυναίκας της Γιάννας Αγγελοπούλου Δασκαλάκη που ο πρωθυπουργός την διόρισε πρόεδρο της επιτροπής για να γιορτάσουμε οι Έλληνες την επανάσταση που έκαναν οι πρόγονοί μας να διώξουν τους Οθωμανούς και να ξετινάξουν 400 χρόνια σκλαβιάς. Έχω ασχοληθεί και παλαιότερα με την γυναίκα αυτή που είναι μέσα στην Ελληνική αλλά και παγκόσμια αριστοκρατία και που βρωμάει η ζωή της από σκάνδαλα και ραδιουργίες. Αυτή λοιπόν την γυναίκα τοποθέτησε ο Κυρ. Μητσοτάκης, που ανέλαβε να ηγηθεί και να δώσει το δικό της στίγμα στις εκδηλώσεις αυτές. Θα ασχοληθώ με το πνεύμα των δηλώσεων του Πρωθυπουργού και την οπτική γωνιά που η αστική τάξη της Ελλάδας βλέπει και αναλύει τον ξεσηκωμό του 1821.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης, σε ομιλία του στις αρχές του 2020, σε εκδήλωση της “πρωτοβουλίας 1821-2021”, προκαθόρισε πως η “η ανάδειξη των πτυχών της Εθνικής Παλιγγενεσίας αλλά και της μετέπειτα ιστορίας μας” θα γίνει “σε σύμπλευση και συναντίληψη με τις προγραμματικές κατευθύνσεις που ήδη έχουν τεθεί και σε εναρμόνιση με ένα εθνικό προγραμματισμό”.
Αυτό δεν άργησε να φανεί και από τις δηλώσεις και τις πρώτες τοποθετήσεις μελών της εθνικοψεκασμένης Επιτροπής “Ελλάδα 2021”, που επακολούθησαν και συνεχίζονται, στις οποίες κυριαρχούν οι διακηρύξεις να αναδειχθεί το έργο της ελληνικής αστικής τάξης ως “εθνική επιτυχία” που έκανε την Ελλάδα ένα “ισχυρό δημοκρατικό κράτος”, “ένα κράτος πρότυπο της Βαλκανικής”, σύμφωνα με τον Κυρ. Μητσοτάκη, ένα “πετυχημένο δημοκρατικό κράτος” με “αδιαπραγμάτευτη θέση στην ευρωπαϊκή οικογένεια”, σύμφωνα με τη Γιάννα Αγγελοπούλου.

Οι εκδηλώσεις της επιτροπής για τα 200 χρόνια της επανάστασης θα συνδεθούν και με το Φανάρι του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Ο κρατικός γιορτασμός θα αναφερθεί στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μέσα όμως σε καλούπια που εξυπηρετούν την κυβερνητική πολιτική αλλά και στην ιστορική οπτική της πλουτοκρατίας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από τις εξαρτήσεις της από τις Μεγάλες Δυνάμεις και από μία μετασχηματισμένη κληρονομία του φαναριωτισμού και του κοτζαμπασισμού.

Δεν θα λείπουν οι κορώνες για την «αθάνατη Ελληνική ψυχή» ούτε και οι εθνικιστικοί λόγοι για την «μοναδικότητα του Έλληνα και για “την ποιότητα της Δημοκρατίας και το υψηλό επίπεδο πολιτισμού της Ελλάδας εν αντιθέσει με τη γείτονα χώρα που κάνει βήματα προς τα πίσω, βεβηλώνοντας την ιστορία”, όπως είπε, επιδεικτικά, η Γ. Αγγελοπούλου κατά την επίσκεψή της στην Αλεξανδρούπολη.

Εμείς θα μιλήσουμε για το στίγμα που δίνουν οι ιστορικοί, μερικοί από αυτούς έζησαν και πήραν μέρος στην επανάσταση όπως του στρατηγού Μακρυγιάννη και άλλων. Για αυτούς τους επαναστάτες που με το χέρι στο τουφέκι πολέμησαν την Οθωμανική αυτοκρατορία.  Σε αυτές τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την επανάσταση δεν θα αναδειχτούν τα πραγματικά γεγονότα, τότε που οι ραγιάδες Έλληνες πήραν τα όπλα για να τα βάλουν με μία ολόκληρη αυτοκρατορία των Οθωμανών. Ειδικά δεν θα αναδειχτούν τα μαθήματα που μπορούμε να πάρουμε εμείς σαν απόγονοι αυτών των αγωνιστών και να καθορίσουμε το μέλλον μας.

Εχθροί της επανάστασης του 1821 ήταν οι προύχοντες, η επίσημη εκκλησία και αυτοί που μοιράζονταν την εξουσία και που εμπόδιζαν το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό δηλαδή την κίνηση της ιστορίας και της εξέλιξης και πρόοδο. Οι Έλληνες από την άλλη μεριά με τα όπλα έκαναν τον αγώνα της απελευθέρωσης για την πρόοδο της ιστορίας και την ανατροπή της εξουσίας των Οθωμανών που την είχαν μαζί με τους κοτζαμπάσηδες, την εκκλησία και το Φανάρι. Αλλά ποια ήταν η προσφορά της εκκλησίας και της ηγεσία της που είχε και εξακολουθεί ακόμα να έχει την έδρα της στο Φανάρι;.

Είναι γνωστό ότι η αγανάκτηση στρέφετε κυρίως κατά των αρχιερέων η γενικά κατά του  ανωτέρου κλήρου και όχι γενικά κατά του κλήρου. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι μαρτυρίες των ιστορικών λένε ότι ενώ ο κατώτε­ρος κλήρος (εννοώντας τους ιερείς) πήρε το μέρος και βοήθησε την επανάσταση, ο ανώτερος κλήρος και μάλιστα οι αρχιερείς ήταν εκείνοι που αντέδρασαν και αντιτάχθηκαν σ’ αυτόν. Πρέπει να ξέρουμε ότι η μη παρουσίαση των πραγματικών γεγονότων που γίνεται για αντιλαϊκά  συμφέροντα, ψέματα, και τα κατασκευασμένα γεγονότα γύρω από την επανάσταση είναι τα βασικά αίτια  ώστε να επικρατεί θολούρα και σύγχυση γύρω από πρόσωπα και γεγονότα. Ο ίδιος αφορισμός του Κολοκοτρώνη αλλά και των επαναστατών από την ανώτερη ιεραρχία βαραίνει και αυτήν την ίδια την Επανάσταση.

Η προσφορά της Εκκλησίας όπως την είδαν οι αγωνιστές του 1821

Στρατηγός Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματά του για τα μοναστήρια (κυρίως της Πελοποννήσου): «…αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της επανάστασής μας.   Έχουμε επίσης πληθώρα μαρτυριών από έρευνες ιστορικών για τον ρόλο της επίσημης εκκλησίας και του ανώτερου κλήρου που ήταν ενάντια στον ξεσηκωμό και την επανάσταση.

Τα μοναστήρια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα χρόνια της επανάστασης. Απέκρυψαν τους κυνηγημένους και έσωσαν πολλούς από τη μανία των Τούρκων. Αποθήκευαν τα όπλα των επαναστατών αλλά και τους ιδίους. Προμήθευαν με τρόφιμα και χρήματα την επανάσταση και χρησίμευαν για να φροντίζουν τους τραυματισμένους αγωνιστές και εκατοντάδες ιερείς και καλόγεροι πήραν μέρος σε πολλές μάχες. Πολλοί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν και πολλά μοναστήρια τα έκαψαν ειδικά στην περίοδο του Ιμπραήμ. Και σαν να μην έφταναν αυτά, μετά την απελευθέρωση οι Βαυαροί αποφάσισαν να κλείσουν μοναστήρια που κράτησαν ζωντανές τις παραδόσεις και τη γλώσσα. Και όταν ήρθε η ώρα της Επανάστασης, πρωτοστάτησαν τόσο στην προετοιμασία όσο και καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Συνεχίζει ο Μακρυγιάννης:  «…και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τούς είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον διά να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια. Ντροπή, Έλληνες!». Ο Μακρυγιάννης γράφει επίσης για τα μοναστήρια (κυρίως της Πελοποννήσου): «…αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της επανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας κι όλα τ’ αναγκαία του πολέμου. Ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους».

Ο ιστορικός Φωτιάδης αναφέρετε στην επανάσταση και ειδικά στον ρόλο που έπαιξε ο ανώτερος κλήρος. Ήταν αυτή η κλίκα των ανθρώπων που ήταν στην υπηρεσία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για να εισπράττει τους φόρους από τους Έλληνες ραγιάδες για τον Σουλτάνο και την Τουρκική διοίκηση. Ήταν οι ευνοούμενοι του Σουλτάνου και έκαναν τα πάντα για να μην εκραγεί η επανάσταση. Αντίθετα έκαναν προσπάθειες για να καταπνίξουν την επανάσταση. Οι έξαρχοι του Πατριαρχείου περιέτρεχαν σε όλη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και κάθε Κυριακή αφόριζαν από τις εκκλησίες αλλά και από τα τζαμιά όποιον σήκωνε το τουφέκι ή το γιαταγάνι εναντίον των Τούρκων λέγοντας τα γελοία όπως «… Άς μην χάσωμεν δια μίαν ψευδήν και ανύπαρκτον τάχα ελευθερίαν του παρόντος βίου, τας αμαράντους στεφάνους αιωνίου μακαριότητος» ή «… Ελευθερία εν τω ουρανώ και υποταγή επί της γής», κρατούσαν τον λαό ραγιά και υποτελή των Τούρκων.

Το 1804 ο ζάμπλουτος Πατριάρχης του Φαναρίου Καλλίνικος ο Δ΄, πρόδωσε στους Τούρκους εταίρους του, τις κινήσεις της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα εξέδωσε αφορισμό, που διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες της Επικράτειας και καλούσε όλους τους ραγιάδες υπηκόους του να εξοντώσουν ή να προδώσουν τους «καταραμένους επαναστάτες», στους Τούρκους. Τον χειμώνα του 1805 πάνω από δύο χιλιάδες (2000) Κλέφτες και Αρματωλοί προδόθηκαν και δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους, όλοι θύματα του Καλλινίκιου αφορισμού. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης σώθηκε μαζί με πέντε – έξι (5-6) πρωτοπαλίκαρά του την τελευταία στιγμή, ενώ το ασκέρι του αριθμούσε περί τους πεντακόσιους (500) πολεμιστές. Ο μικρός αδελφός του, Γιάννης Κολοκοτρώνης, μαζί με δέκα (10) περίπου παλικάρια προδόθηκαν από τους καλόγερους της μονής των Αιμυαλών, όπου είχαν πάει για να ξεφύγουν από τους Τούρκους και σφαγιάσθηκαν. Άλλος δεσπότης, ο της Άρτας  Πορφύριος, όχι μόνο αφόρισε τους Σουλιώτες αλλά στρατολόγησε πεντακόσιους (500) αγρότες, τους όπλισε και τους έστειλε να πολεμήσουν εναντίον τους. Άλλος δεσπότης, ο της Πάργας Ιγνάτιος απειλούσε με αφορισμό τους Αρτινούς αν πήγαιναν να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Άλλος δεσπότης, ο του Άργους και Ναυπλίας Ιερόθεος, ζήτησε από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και πέτυχε τον αφορισμό των κατοίκων επτά (7) χωριών της περιοχής του: Αγίου Νικολάου, Έλατου, Καράτουλας, Μεσοράχης, Νέας Χώρας, Περδικόβρυσης και Ωριάς. Το έγκλημά τους ήταν ότι, όντας εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι από τις ενέργειες των μοναχών και την συσσώρευση μεγάλου πλούτου στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, έκαναν το αυτονόητο:  πήραν τα κτήματα, τις ελιές και τα αιγοπρόβατα της μονής για να ζήσουν.

Η επιτροπή «Ελλάδα 2021» προτάσσοντας αυτή τη μυθολογία ως κεντρικό μήνυμα του επίσημου γιορτασμού του 1821, μαζί με την μεγαλοαστική τάξη με τη σημερινή κυβέρνησή της θέλει στον “εθνικό απολογισμό” της για τους δύο αιώνες που διοικεί το νεοελληνικό κράτος να βάλει στη σκιά, να υποβαθμίσει -μια και δεν μπορεί εντελώς να τις κρύψει- τις βαριές ευθύνες της για τις επανειλημμένες εθνικές, οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές που έχει φέρει και φέρνει η πολιτική της στη χώρα μας, για την κατάντια στην οποία έχει οδηγήσει και κρατά τον τόπο μας.

Αν σ’ αυτές τις παρεμβάσεις προσθέσουμε και την ανιστόρητη δήλωση της προέδρου της Επιτροπής “Ελλάδα 2021” στα Γιάννενα πως “ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός συνέχισε τη Βυζαντινή παράδοση σε δύσκολους καιρούς” δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, ποιο πλαίσιο προωθεί η κυβέρνηση και η ντόπια μεγαλοαστική τάξη για τον επίσημο γιορτασμό των διακοσίων χρόνων της Ελληνικής επανάστασης. Ένα πλαίσιο ανασκευής και διαστροφής της αληθινής ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης και των δύο αιώνων του νεοελληνικού κράτους που ενταφιάζει το επαναστατικό περιεχόμενο του 1821. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα το μεγάλο και άλυτο λαϊκό αίτημα της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, αλλά και το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της θέσης του ελληνικού λαού και τις τύχες αυτής της χώρας, που είναι αλληλένδετο με την κατάκτηση αυτού του αιτήματος._