Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Οι Παραλήψεις μας

Οι Παραλήψεις μας

264

«Κύριε, Πότε σε είδομεν πεινωντα, ή διψώντα,ή ξένον, ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονησαμεν σοι;». Ευαγγελικη περικοπη ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, κεφ. 25: 31-46

οι άδικοι άνθρωποι, που τους ονομάζει «κατηραμένους» ο Δίκαιος Κριτής στη Δευτέρα παρουσία Του, ρωτάνε: «Κύριε πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή φυλακισμένο και δεν σε υπηρετήσαμε;»

Και τότε θα αποκριθεί σ’αυτούς ο Κύριος: «Αλήθεια σας λέω. Εφ’όσον δεν εκάματε τα καλά αυτά έργα σ’ ένα απ’ αυτούς, που ο κόσμος τους θεωρεί, πολύ μικρούς, ούτε σ’ εμένα το εκάματε». Παραλείψατε, δηλαδή, να κάμετε έργα εμπράκτου αγάπης. Μείνατε στα λόγια και στις θεωρίες. Ή δείξατε αγάπη σε πλουσίους, σε συγγενείς, σε φίλους σας. Ξεχάστε όμως το άρρωστο ορφανό παιδί, τον διψασμένο διαβάτη, τον φυλακισμένο πατέρα, την πεινασμένη μοναχική γερόντισσα, που τουρτούριζε μέσα στο σπιτάκι της. Πόσο διαφορετικά θα κάνανε όλοι αυτοί που θα καταδικαστούν «εις κόλασιν αιώνιον», εάν εγνώριζαν και επίστευαν, ότι στο πρόσωπο του φυλακισμένου, του αρρώστου, του πεινασμένου, του διψασμένου, είναι ο ίδιος ο Χριστός;

Πολλοί σημερινοί Χριστιανοί, όταν ακούνε για αμαρτήματα και για την ανάγκη εξομολογήσεως, λένε: «Τι να πάω να πω; Δεν σκότωσα, δεν έκλεψα, δεν ατίμησα κανένα». Περιορίζουν, δηλαδή, σε τρία – τέσσερα πράγματα, τα αμαρτήματα εκείνα για τα οποία κάποιος πρέπει να εξομολογηθεί.

Μερικοί άλλοι, αναφέροντας τις εντολές του Μωσαϊκού Δεκαλόγου, λένε σαν τον νεανίσκο εκείνο που πλησίασε τον Κύριο. Όλα αυτά τα έχω τηρήσει, τα «ου φονεύσεις», ου μοιχεύσεις», «ου κλέψεις», «ου ψεοδομαρτυρήσεις» κτλ. Μένουν δηλαδή στην ηθική του Δεκαλόγου, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης.

Όμως ο Χριστός ήλθε για να πληρώσει τον Νόμο και όσα δίδαξαν οι Προφήτες. Και μέσα στον τέλειο Νόμο της Καινής Διαθήκης μας μιλάει και στη σημερινή περικοπή για τις παραλείψεις μας στη μεγάλη εντολή της αγάπης. Αμαρτία δεν είναι μόνο να κλέψεις, να σκοτώσεις, να ψευδομαρτυρήσεις, αλλά κι όταν παραλείψεις να δείξεις την αγάπη σου και το ενδιαφέρον σου σ’ ένα παιδί που κινδυνεύει.

Τι θα λέγατε π.χ. για η μητέρα εκείνη που παρέλειψε από αμέλεια να πάρει τα αναγκαία μέτρα για να μη πάθουν κακό τα παιδιά της, απ’ το ηλεκτρικό ρεύμα; Δεν είναι ένοχη για το αμάρτημα αυτό της παραλείψεως; Ασφαλώς είναι ένοχη και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο αδελφόθεος Ιάκωβος τονίζει στην επιστολή του: «ειδότι ουν καλόν ποιείν και μη ποιούντι, αμαρτία αυτώ εστιν» (4:17). Δηλαδή, εκείνος που γνωρίζει πιο είναι το καλό και μπορεί να το πραγματοποιήσει, αλλά δεν το κάνει, διαπράττει αμαρτία.

Μετά από τις αλήθειες αυτές της Καινής Διαθήκης, εάν κάνουμε καλή αυτοκριτική για το χρόνο, το μήνα ή για την εβδομάδα που πέρασε, θα βρούμε αρκετά ή πολλά αμαρτήματα παραλείψεων στην πρώτη εντολή της αγάπης.

Για τον συνάδελφο π.χ. που ήταν άρρωστος στο Νοσοκομείο, η συνείδησή μου θα με κατηγορεί ότι έμεινα αδιάφορος.

Για το παραστράτημα του παιδιού της γειτόνισσας ενώ μπορούσα να βοηθήσω είπα: δε βαριέσαι καημένε, κύτταξε τον εαυτό σου.

Για την εξαδέλφη π.χ. που πήγε και έκανε έκτρωση και σκότωσε το σπλάγχνο της, το παιδί της, ενώ μπορούσα να την εμποδίσω, δεν την βοήθησα.

Για τον γείτονα που βασανίζεται από τις αδικίες και τις συκοφαντίες φθονερών ανθρώπων, που δεν πήρα το μέρος του και δεν τον στήριξα στα δίκαιά του.

Γιατί δεν φρόντισα να συμφιλιώσω δυο συγγενείς μου, που έχουν κακία και έχθρα μεταξύ τους για κληρονομικές διαφορές.

Γιατί δεν μίλησα για το Χριστό και την λυτρωτική αλήθεια του Ευαγγελίου Του, σε μια συντροφιά νέων ανθρώπων, που έλεγαν «περί ανέμων και υδάτων».

Γιατί έδειξα ασυμπάθεια και ασπλαγχνία στον ζητιάνο, στον φτωχό, στο ορφανό παιδί…

Ας φροντίσουμε λοιπό, αδελφοί μου, να βρούμε και στη συνέχεια να εξομολογηθούμε τα αμαρτήματα των παραλείψεών μας. Και ας εργαζόμαστε με επιμέλεια και με πληρότητα τα έργα της αγάπης.