Home ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ «Ο ΜΑΘΗΤΗΣ, ΟΝ ΗΓΑΠΑ Ο ΙΗΣΟΥΣ»

«Ο ΜΑΘΗΤΗΣ, ΟΝ ΗΓΑΠΑ Ο ΙΗΣΟΥΣ»

118

«Ο ΙΗΣΟΥΣ ΙΔΩΝ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΘΗΤΗΝ

ΠΑΡΕΣΤΩΤΑ ΟΝ ΗΓΑΠΑ, ΛΕΓΕΙ ΤΗ ΜΗΤΡΙ ΑΥΤΟΥ.

ΓΥΝΑΙ, ΙΔΕ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΤΑ ΛΕΓΕΙ ΤΩ ΜΑΘΗΤΗ.

ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ»

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ

(Κατά Ιωάν., κεφ. 19:25-27, 21:24-25)

Επιμέλεια Κατηχήτριας κας Κόμησσας Πολυδούλη

Σήμερα, Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου, η Ορθόδοξος Αγία μας Εκκλησία, μάς καλεί να τιμήσουμε «τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Ιησούς», καιΕυαγγελιστήν της αγάπης, τον Ιωάννην τον Θεολόγον.

Και τα δύο αναγνώσματα της Καινής Διαθήκης είναι παρμένα από τα δύο θεόπνευστα βιβλία που έγραψε ο Ευαγγελιστής, από το Ευαγγέλιό του και από την πρώτη Καθολική επιστολή του.

Συγκινητικότατα είναι όσα περιέχει η ευαγγελική περικοπή. Ο Κύριος καρφωμένος επάνω στον σταυρό παραμερίζει και φαίνεται σαν να λησμονεί τον απερίγραπτον και ακατάληπτον σε κάθε ανθρώπινη διάνοια σωματικόν και ψυχικόν πόνο Του. Και στρέφει το ενδιαφέρον και την αγάπη Του στα δύο κατ’ εξοχήν πρόσωπα την Πάναγνο Μητέρα Του, την οποία, κατά το ανθρώπινο θα άφηνε μόνη και απροστάτευτη στον κόσμο και τον μαθητή της αγάπης, τον Ιωάννη. Σ’αυτόν εμπιστεύεται την Μητέρα, της οποίας την καρδιά διαπερνούσε η ρομφαία του πόνου και της οδύνης. «Την μητέρα τω μαθητή, την αγαπημένην τω ηγαπημένω την Παρθένον τω παρθένω». Δηλαδή εμπιστεύεται την μητέρα Του στον μαθητή, την αγαπημένη στον αγαπημένο, την Παρθένο στον παρθένο. Δεν αγαπούσε ο Κύριος μεροληπτικά τον Ιωάννη, αλλά διότι του άξιζε μια τέτοια αγάπη, αφού και εκείνος είχε αγαπήσει τον Κύριο περισσότερο από όλους τους άλλους μαθητές και από κάθε τι άλλο στον κόσμο. Γι’ αυτό και ονομάζεται, σαν ο περισσότερον «ηγαπημένος μαθητής», από τον Κύριον.

***

Πράγματι, η αγάπη του ευαγγελιστού Ιωάννου προς τον Διδάσκαλον υπήρξε αξιοθαύμαστη και απεριόριστη. Από την ημέρα, που ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έδειξε τον Ιησούν σε μερικούς από τους μαθητές τους και τον ονόμασε «αμνόν του Θεού, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου», όπως τον είχε προκηρύξει ο προφήτης Ησαΐας, η καρδιά του Ιωάννου επυρπολήθη από αγάπην προς Αυτόν. Εγκατέλειψε τον άγιον Ιωάννην τον Βαπτιστήν, παραμέρισε τον σεβασμόν, την αγάπην και την ευγνωμοσύνη που έτρεφε σ’ αυτόν και ακολούθησε με όλην του την προθυμίαν τον Χριστόν. Όταν δε ο Κύριος τον εκάλεσε να αφήσει «πλοία και δίκτυα», διότι αυτός και ο αδελφός του Ιάκωβος ήσαν ψαράδες –άφησε τα πάντα, και πατέρα και μητέρα και επάγγελμα και την ιδιαίτερή του πατρίδα, την Βηθσαϊδά, και αφοσιώθηκε στον Κύριο.

Τρία ολόκληρα χρόνια υπήρξε ο πιστός ακόλουθος και μαθητής του Διδασκάλου. Εκεί όμως, όπου έλαμψε ακόμη περισσότερο η μεγαλειώδης αγάπη του Ιωάννου, υπήρξαν οι τελευταίες δραματικές ώρες του Κυρίου. Αυτός μόνος αψηφώντας κάθε κίνδυνο παρηκολούθησε όλα τα συγκλονιστικά γεγονότα του σωτηρίου πάθους. Ήταν βέβαια «γνωστός τω αρχιερεί», αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό να τον ασφαλίσει από την οργή του σκληρού και αδιάντροπου πλήθους, των δούλων και των υπηρετών, που επλημμύριζαν τις αυλές των αρχιερέων. Ούτε ήταν ικανή η γνωριμία αυτή -που δεν ήταν βέβαια τόσο στενή και σπουδαία- να τον περιφρουρήσει από τον οργισμένον και μαινόμενον ιουδαϊκόν όχλο. Αλλά η αγάπη γνωρίζει και έχει τη δύναμη να αψηφά κάθε εμπόδιο και κίνδυνο.

Έτσι πυρπολούμενος από την απεριόριστη αγάπη στον Κύριο, Ιησού Χριστόν, ο ευαγγελιστής της αγάπης, παρακολούθησε την παρωδία της δίκης κατά του Ιησού ενώπιον των συνέδρων, υπήρξε μάρτυς, εκ του πλησίον μάλιστα, των δαρμών, των εμπτυσμών και των άλλων εξευτελισμών, που υπέστη ο Διδάσκαλος στις αυλές των αρχιερέων! Παρηκολούθησε επίσης τα συγκλονιστικά γεγονότα, που συνέβησαν στο πραιτώριο και μάλιστα το αποκορύφωμα του πόνου και της οδύνης, τη σταύρωση. Αν ρομφαία του πόνου διαπερνούσε, τις ώρες εκείνες, την καρδιά της Θεοτόκου, κάποια ανάλογος ρομφαία συγκλονιστικής οδύνης θα διαπερνούσε ασφαλώς και τη γεμάτη αγάπη καρδιά του «αγαπημένου μαθητού».

Κατά λόγον δικαιοσύνης, λοιπόν, εκτιμών ο Κύριος την αφοσίωση και αγάπη του Ιωάννου, τον αγάπησε περισσότερο απ΄όλους τους άλλους μαθητές. Τον επήρε μαζί με τους δύο άλλους μαθητές, τον Ιάκωβον και τον Πέτρο στο όρος της Μεταμόρφωσης, όπως επίσης και κατά την αγωνιώδη προσευχή Του στην Γεθσημανή.

Μετά την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου, μάλιστα δε μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβον υπήρξαν οι «στύλοι» της εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Όταν δε οι απόστολοι άκουσαν, «ότι δέδεκται (=έχει δεχθεί) η Σαμάρεια τον λόγον του Θεού, απέστειλαν σ’ αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην, για να τους κατηχήσουν πληρέστερα στη διδασκαλία του Κυρίου και να τους μεταδώσουν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος (Πραξ. 8:14-17).

Μετά την αποστολική σύνοδο, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όπως και οι άλλοι απόστολοι, εξήλθε σε αποστολική περιοδεία. Με κέντρο και ορμητήριο την Έφεσο περιόδευσε ιδίως περιοχές της Μικράς Ασίας. Αρχαία μαρτυρία αναφέρει, ότι έφθασε μέχρι και την Ρώμην, κηρύττων τον Χριστό. Εκεί, κατά διαταγή του διώκτου της πίστης μας Τραϊανού ερρίφθη σε λέβητα γεμάτον βραστού ελαίου. διά θαύματος Κυρίου  εβγήκε αβλαβής από το βρασμένο εκείνο λάδι και εξορίσθη στη νήσο Πάτμο. Εκεί δε και έγραψε την Αποκάλυψη. Τα άλλα θεόπνευστα βιβλία του, το ιερόν Ευαγγέλιο και τις τρεις καθολικές επιστολές, φαίνεται ότι τα έγραψε στην Έφεσο. Εκεί έμενε μέχρι βαθέος γήρατος.

Όταν δε, γέρων πλέον, δεν ημπορούσε να βαδίσει, μετεφέρετο στις συγκεντρώσεις των πιστών επάνω σε φορείο. Σε πολύ προχωρημένη ηλικία δεν μπορούσε πλέον να ομιλεί για πολύ στους Χριστιανούς. Αρκείτο να επαναλαμβάνει τη φράση «Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους». Όταν δε κάποιος τον ερώτησε, γιατί επαναλαμβάνει συνεχώς την προτροπή, εκείνος απάντησε, ότι: «εάν υπάρχει και καλλιεργείται μεταξύ των πιστών η αγάπη του Χριστού, αυτό είναι αρκετόν». Και έτσι ο Ευαγγελιστής της αγάπης εκήρυττε μέχρι τέλους της ζωής του την αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον. Αντλούσε πάντοτε από τους θυσαυρούς της αγάπης, που υπήρχαν στην καρδιά του. Στην Έφεσο εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας.

***

Τον Ευαγγελιστή της αγάπης ας έχουμε κι εμείς σαν πρότυπό μας κι ας δώσουμε την καρδιά μας όπως εκείνος στον Θεό της αγάπης. Με την ευκαιρία δε της σημερινής εορτής ας μελετήσουμε ειδικότερα την πρώτη καθολική επιστολή του Ιωάννου, στην οποία εξαίρει την αγάπη και τις πατρικές εφαρμογές της, όπως την είχε ζήσει ο ίδιος.