Home Απόψεις Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΟΥ ΟΧΙ

Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΟΥ ΟΧΙ

66
Metikos

Η Ελληνική Ιστορία μας είναι είναι γεμάτη επετείους και σύμβολα. Δεν υπάρχει μια μέρα η οποία να μην είναι σημαδεμένη με ένα ιστορικό γεγονός,μια επέτειο. Στο σταυροδρόμι του κόσμου που βρίσκεται η Ελλάδα, δεν σταμάτησαν ποτέ οι άνεμοι των πολέμων, των διεκδικήσεων και της συμφοράς να φυσούν και να σαρώνουν πότε από Ανατολή και πότε από Βορρά και Δύση.

Τούτος ο μήνας, ο Οκτώβρης, είναι ζωηρότατα σημαδεμένος από το μεγάλο ΟΧΙ που είπε ο Μεταξάς και μετουσίωσε σε ζωντανό θαύμα ο λαός, ανάμεσα ουρανού και γής, στις κορυφογραμμές της Πίνδου και τη Βόρειο Ήπειρο.

Ας δούμε, όμως, πώς άρχισε η μεγάλη εκείνη μέρα της 28ης του μηνός, σύμφωνα με όσα γράφει στο σύγγραμά του ‘‘ Η Αρχή του Τέλους‘‘ ο τότε πρέσβης της Ιταλίας στην Ελλάδα, Εμμανουέλλε Γκράτσι.

Την καθορισμένην ώραν, δέκα περίπου λεπτά πριν από τις 3.00 το πρωί, ο Στρατιωτικός Ακόλουθος, ο διερμηνεύς και εγώ, εφθάσαμε στην καγκελλόπορτα της μικρής βίλλας, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός. Ο διερμηνεύς της Πρεσβείας Ντε Σάντο είπε στον φρουρόν να ειδοποιήσει τον Πρωθυπουργόν ότι ο Πρέσβης της Ιταλίας επιθυμούσε να γίνει δεκτός για μίαν άκρως επείγουσαν ανακοίνωσιν. Ο φρουρός άρχισε να κτυπά ένα ηλεκτρικό κουδούνι που επικοινωνούσε με το εσωτερικόν του σπιτιού.

Το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξάν, ο οποίος έκαμε την εμφάνισίν του σε μια μικρή πόρτα υπηρεσίας και αναγνωρίζοντάς με, διέταξε τον φρουρόν να με αφήσει να περάσω. Οι δυό συνοδοί μου έμειναν στον δρόμον, περιμένοντάς με έξω από την καγκελλόπορτα. Ο Μεταξάς είχε φορέσει μια σκούρα μάλλινη ρόμπα, από το γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριώτατο βαμβακερό νυχτικό. Μού έσφιξε το χέρι, με έβαλε μέσα και με άφησε να περάσω σε ένα μικρό σαλόνι. Το συνηθισμένο σαλονάκι μιας μικροαστικής εξοχικής βιλλίτσας.

Μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η Κυβέρνησίς μου, μού είχε αναθέσει να του κάμω μίαν άκρως επείγουσαν ανακοίνωσιν και, χωρίς άλλα λόγια, τού έδωσα το κείμενον. Ο Μεταξάς άρχισε να διαβάζει. Τα χέρια, που κρατούσαν το χαρτί, έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν, όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωσιν, με κοίταξε κατά πρόσωπον και μού                                                                                                                                                                                                                                                                                     είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή: Alors, c’ est la guerre!  ( Λοιπόν, έχομε πόλεμον ! )

Έτσι περιέγραψε τη στιγμή τού ΟΧΙ που ο Ελληνικός λαός στη συνέχεια μετέτρεψε σε ένα ιστορικό θρύλο.

Σκληρό, εξακολουθητικό, ολυμπιακό το αγώνισμα της Ρωμιοσύνης. Μια δραματική ζωή δοσμένη σε πάλη ανειρήνευτη για επιβίωση, για τιμή, για ελευθερία.

Κάθε μεγάλος σταθμός στην ιστορία του έθνους μας εκφράζει όλους τους προηγούμενους, και τους ξεπερνά με την αξιοσύνη των δημιουργών του και με τη μαγεία του. Κανένας δεν αναιρεί τον προγενέστερον. Γιατί αυτός αποτελεί προϋπόθεση και γιατί όλοι μαζί συνθέτουν και καθρεφτίζουν την μακραίωνη και επίμοχθη πορεία του λαού των Ελλήνων, μέσα από τις συμπληγάδες των πεπρωμένων, στην πραγμάτωση των ακατάλυτων ιδεωδών του ανθρώπου και της ζωής. Ιδεωδών που ο ίδιος αυτός λαός εγέννησε, ανάστησε και ακτινοβόλησε.

Παραμένει, πάντως, ο σταθμός του 40, η καινούργια αφετηρία, η καθολικότερη, η πιο ζωντανή Ελληνική αφετηρία. Μια αφετηρία που πρέπει να μας κρατεί άγρυπνους και έτοιμους γι’ αυτά που τα μαύρα σύννεφα και οι  άνεμοι από την Ανατολή μάς προοιωνίζουν.