Home Απόψεις Περί κακοποίησης των γυναικών και ο ρόλος της γυναίκας στη ζωή μας

Περί κακοποίησης των γυναικών και ο ρόλος της γυναίκας στη ζωή μας

215

Γραφει ο Πλάτων Ρούτης – proutis0107@rogers.com

Μέσα στα κοινωνικά θέματα που αποφεύγουμε συχνά να αντιμετωπίσουμε παρόλο που είναι τόσο σημαντικά είναι αυτά της βίας ενάντια στις γυναίκες. Δεν είναι καμία επέτειο που με έκανε να ασχοληθώ με αυτό το  μεγάλο κοινωνικό θέμα των ημερών μας, αλλά είναι κάτι αυτό που προσωπικά το θεωρώ ότι έχει φτάσει στο σημείο να είναι κοινωνική μάστιγα η κακοποίηση των γυναικών. Δεν θα περιμένω τον Μάρτιο που είναι η ημέρα της γυναίκας για να αναφερθώ στο θέμα ή άλλη επέτειος σχετικά με την κακοποίηση των γυναικών. Κάποιος που θέλει να μάθει ίσως με ρωτήσει «και πιο είναι αυτό το σημείο που σε έκανε να ασχοληθείς με το θέμα». Ε, να πάρει ο διάολος δεν ψάχνω για το σημείο εκείνο που θα με κάνει να αναστατωθώ και να σηκώσω το κεφάλι και να φωνάξω «σταματήστε πια», είναι ο κοινωνικός κατήφορος, το σημείο που έχει αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές και δεν μπορείς άλλο να ανεχτείς να ζεις σε μία κοινωνία που συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο απέναντι στις γυναίκες. Τις κακοποιούμε, τις κάνουμε την ζωή μαρτύριο και μετά τις δολοφονούμε, το κατάλαβες;  Είναι υπερβολή; Μετρήστε όλα αυτά που αναφέρω για την περίοδο ενός μήνα και στο τέλος κάνετε μία άθροιση και αν δεν τρομάξετε τότε σταματήστε να με διαβάζεται. Δεν είναι αρκετό μόνο να μιλάμε για την κακοποίηση της γυναίκας αλλά κάποτε θα πρέπει σαν κοινωνία να βάλουμε φραγμό σε αυτό που έχει γίνει ένα πανδημικό γεγονός. Κάθε μέρα το ακούμε στις ειδήσεις, το διαβάζουμε στις εφημερίδες κάτι φορές το ζούμε κιόλας.

Αλλά ας έρθουμε στα λογικά μας. Τι είναι οι γυναίκες; Δεν είναι ένα αναπόσπαστο και αδιαίρετο κομμάτι αυτής της κοινωνίας; Γιατί πρέπει ο ανδρικός πληθυσμός να είναι κατ’ ανάγκη αυτός που θα ορίσει τους ρυθμούς και τους όρους μίας συμβίωση άνδρα με γυναίκα;

Εν τάξει βάλαμε στην φερέτρα τα βέλη μας, φροντίσαμε τα τόξα μας να είναι σε καλή κατάσταση και φύγαμε να πάμε για κυνήγι. Μετά από καιρό γυρίσαμε στην καλύβα μας, στη φυλή μας. Έχουμε φέρει το φαγητό για όλους την γυναίκα, εμάς και τα παιδιά. Τον ρόλο της γυναίκας όμως τον σκεφτήκαμε; Στο διάστημα αυτό που έλειπες για να φέρεις τον επιούσιο ποιος έκανε κουμάντο στην καλύβα μας; Ποιος μεγάλωνε τα παιδιά; Όταν αυτά αρρώσταιναν ποιος περνούσε μερόνυχτα στο προσκέφαλο τους; Ποιος κουβαλάει το νερό από το ποτάμι στην καλύβα; Τον καιρό της καλλιέργειας της γης ποιος ζαλώνεται και μαζί με τα ζώα για το όργωμα και τις άλλες δουλειές πηγαίνει στα χωράφια; Δηλαδή την γυναίκα εμείς οι άνδρες δεν την ξεχωρίζαμε από τα υποζύγια και αν δεν ήταν ικανή να τα κάνει όλα αυτά παίρναμε άλλη γυναίκα, ένα άλλο υποζύγιο.  Τα σκεφτόμαστε όλα αυτά; Αλλά όχι, αυτά έγιναν στο μακρινό παρελθόν, τώρα όμως τι γίνεται;

Ζούμε σε μία κοινωνία βαθιά ρατσιστική και αν δούμε γύρω μας θα διακρίνουμε τις προβληματικές σχέσεις των ανθρώπων. Στις σχέσεις άνδρα/γυναίκα, ευτυχία και αγάπη θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε ανάγκη να υπενθυμίσουμε ακόμα και στον εαυτό μας τα αυτονόητα.

Ποια είναι αυτά όμως;  Την γυναίκα την αγαπάμε έτσι όπως είναι σαν ύπαρξη, σαν οντότητα σαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας της ζωής επάνω στη γη, κάθε ώρα, κάθε λεπτό και όσο η γη γυρίζει. Δεν μπορούμε να την θεωρήσουμε κάτι άλλο. Γιατί κάθε σχέση μας, μάνα, αδελφή, φίλη, σύζυγος ή ερωμένη επειδή ζούμε σε αυτό το μυστήριο που λέγεται ζωή αργά ή γρήγορα θέλει την επιβεβαίωσή της. Το να μιλάς όμως για την γυναίκα σαν να είναι κάτι άλλο εκεί κάπου αόριστα  έξω είναι λάθος, τόσο λάθος όσο και εγώ που το συζητάω τώρα. 

Κανένας άνδρας δεν μπορεί να μιλάει εξ ονόματος όλων των ανδρών και ούτε να εκφράσει ότι γνώμη έχει ο καθένας για την γυναίκα ή για τις γυναίκες που έχει συναντήσει στη ζωή του. Αλλά αν σε ρωτήσει κάποιος πες μου τις σημαντικές στιγμές της ζωής σου και τον ρόλο που έπαιξαν οι γυναίκες γύρω σου. Όχι μη μου κάνεις τον απαθή και τον άσχετο. Εγώ θα σε μεταφέρω σε μία αφήγηση που έζησε από κοντά και έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης στην «πορεία προς το μέτωπο» όταν οι Έλληνες φαντάροι πολεμούσαν στα βουνά της Αλβανίας. «Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου». Ο ετοιμοθάνατος στρατιώτης ποιον φώναξε στις τελευταίες στιγμές; Ποια βοήθεια επικαλέστηκε; αυτή που τον έφερε στον κόσμο. Μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο όταν γεννηθήκαμε, όμως μη κάνετε το λάθος, μπορεί να τον έκοψαν αλλά πάντοτε τον έχουμε αυτόν τον ομφάλιο λώρο με την γυναίκα που μας έδωσε τη ζωή.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε στην εφημερίδα «Χαραυγή» το (1881) «Η γιατρειά για τον αγιάτρευτο πόνο της αγάπης, εξακολουθεί να είναι στις περισσότερες περιπτώσεις εκείνο το παλιό δραστικό φάρμακο: η ανταπόδοση της αγάπης», και ήταν πολύ σωστός.

Αν κοιτάξω πίσω από τους άνδρες φίλους που έχω και αγαπώ θα διακρίνω εκείνες τις γυναικείες φιγούρες που καθόρισαν και πρόσφεραν σε όλους μας τα πιο μεγάλα συναισθήματα. Μπορεί να μη τα θυμάσαι αλλά τα βλέπεις στις φωτογραφίες, τότε που ήσουν ένας «μικρός άνθρωπος» και φώναζες μαμά τότε που φοβόσουν κάθε φορά που ήθελες κάτι, κάθε φορά που χτυπούσες το γόνατο σου όταν έπαιζες μπάλα. Ένιωθες την ζεστασιά της αγκαλιά της όταν κρυβόσουν εκεί και ένιωθες ότι όλα ήταν εντάξει κοντά της όσο ήταν εκείνη εκεί.  

Τι να πεις για την αγάπη της γιαγιάς που ήταν η πρώτη μορφή αγνής αγάπης που ένιωσες. Η γιαγιά για πολλούς από εμάς ήταν το βούτυρο και η μαρμελάδα στα κουλουράκια, οι καραμέλες και οι σοκολάτες στην τσέπη, το παραμύθι πριν κοιμηθείς. Ήταν εκείνη που περίμενες να δεις και αυτή που δε σου χάλαγε ποτέ το χατίρι. Ήταν εκείνη που μάλλον σου έμαθε τι πάει να πει η πρώτη απώλεια. Η αγκαλιά που σε έκανες να νιώθεις παιδί. 

Ήταν πάντα μία γυναίκα δίπλα σου στα εύκολα και στα δύσκολα, η αδελφή σου ή μία φίλη σου δεν έχει σημασία, η ζωή είναι ένα μωσαϊκό από στιγμές, δύσκολες, εύκολες και αδιάφορες. Πάντα θα υπήρχε μία γυναίκα εκείνες τις στιγμές να σου δώσει κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό κάτι που ένας φίλος δεν μπορεί να σου δώσει. Την δική της αγκαλιά που θα έχει ξεχωριστή σημασία, την δική της ζεστασιά.

Σκέψου και πες μου. Η γυναίκα δεν έδωσε χρώμα στη ζωή σου; Εκείνη που σου έριξε το βλέμμα, εκείνη που σου χαμογέλασε και εκείνη που σε ερωτεύθηκε. Εκείνη που σε κρατούσε άγρυπνο τα βράδια, εκείνη που περίμενες να ακούσεις να σου μιλάει. Ένα από αυτά τα κορίτσια του καλοκαιριού ή του χειμώνα που έδιναν χαρά στη ζωή σου. Η δική της αγκαλιά που έδωσε το χρώμα στο κάδρο και τη μελωδία με την φωνή της. Είναι αυτή που σε έκανε να νιώθεις ζωντανός, η δική της αγκαλιά που σε έκανε να νιώσεις ερωτευμένος. 

Μέσα σε τέτοιες αγκαλιές περνάμε τη ζωή μας και ανακαλύπτουμε όσα έχουμε κερδίσει. Δε θα προσπαθήσω να κλείσω μέσα σε αυτό το σημείωμα όλη την αγάπη που κρύβει ένας άνδρας για μία γυναίκα αρχίζοντας από την μάνα είναι τουλάχιστον αδύνατο. Μπορώ όμως να πω το να αγκαλιάζεις κάθε μέρα με τα χέρια σου και με την ύπαρξή σου τη γυναίκα της ζωής σου απο όλες αυτές τις γυναίκες που αναφέραμε πιο πάνω, είναι το ελάχιστο «ευχαριστώ» που μπορείς να πεις. Υπάρχει χώρος για κακοποίηση; Σκέψου το χωρίς δικαιολογίες και υπεκφυγές.

Previous articleΟυ ψευδομαρτυρήσεις…
Next articleΚεφτέδες με πληγούρι, φρέσκα μυρωδικά και σάλτσα γιαουρτιού με λουΐζα