Home Community News Προσδεθείτε!

Προσδεθείτε!

32
0

Απόσπασμα από αφήγημα στα αγγλικά του Γιάννη Λαμπρινάκου

Ο συγγραφέας, έφηβος 16 χρονών μαζί με τον μικρότερο αδελφό του, τη μητέρα, και τον πατέρα ο οποίος είναι ήδη 67 χρονών και κωφάλαλος, έχει ήδη αναχωρήσει από το χωριό του και η οικογένεια ετοιμάζεται να μπει στο αεροπλάνο που θα τους μεταφέρει στη Νέα Υόρκη και από εκεί στο Σικάγο ως μετανάστες.

Δύο φίλοι της οικογένειας που έμεναν στην Αθήνα, Χρυσαφίτες, μας βοήθησαν με τα έγγραφα, όλα εκείνα τα χαρτιά που έπρεπε να συμπληρωθούν, κάρτες επιβίβασης και τα λοιπά. Ωθηθήκαμε επάνω στο αεροπλάνο από ένα αόρατο χέρι. Τέτοιος ήταν ο ενθουσιασμός της στιγμής που έκανε τον πόνο του χωρισμού λιγότερο. Κοιτάξαμε γύρω στο εσωτερικό του αεροπλάνου κατάπληκτοι. Δεν περιμέναμε τέτοιες πoλυτέλειες . Εννοώ όλα τα πολυτελή καθίσματα, τα χαλιά στους διαδρόμους, τις όμορφες αεροσυνοδούς. Αμάν σκέφτηκα, Αυτή είναι ζωή. Κάθεσαι σε ένα πολυτελές, όμορφο κάθισμα, μια όμορφη γυναίκα σου φέρνει εξαίρετο φαγητό και κρασί κατάλληλο για θεούς, και πηγαίνεις στην Αμερική!


Αμερική!
Καθώς περιμέναμε καθισμένοι την απογείωση, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε όλες τις επιγραφές. Ανέλαβα εγώ αυτή την ευθύνη, και ο αδελφός μου ο Πότης, καθώς είχε κλίση πάντα στα μηχανικά, άρχισε να πειραματίζεται με τις τεχνικές λεπτομέρειες των ζωνών ασφαλείας και άλλων τέτοιων πραγμάτων. Θυμάμαι το FASTEN YOUR SEAT BELTS στα αγγλικά και την εξήγηση στα ελληνικά: ΠΡΟΣΔΕΘΕΙΤΕ. Δεν ήξερα το ρήμα fasten. Το έμαθα εκείνη τη στιγμή. Ήξερα το tie και μπερδεύτηκα. Διασκεδάσαμε λίγο με την ενοχλητική επίδειξη της διαδικασίας εκκένωσης του σκάφους σε περίπτωση ατυχήματος – σιγά μην πέφταμε, τόσο νέοι και άτρωτοι νιώθαμε τουλάχιστον εγώ και ο αδελφός μου – και έπειτα οι μηχανές βρυχήθηκαν και ξαφνικά ήμασταν στον αέρα.
Σύντομα βλέπαμε από ψηλά το Σαρωνικό. Η Αίγινα ήτανε όπως το πόδι ενός γίγαντα. Άλλα νησιά, όπως τα στήθη ενός νέου κοριτσιού… Ρουφάγαμε τη θέα από τα παράθυρα. Ο ελληνικός ήλιος ήταν παρών, πάντα γενναιόδωρος, άφθονος, φιλικός. Η θάλασσα έτρεμε στον ερχομό του καλοκαιριού, στο φευγιό το δικό μας ίσως. Σπινθύριζε, σαν κρασί όπως ο θείος Όμηρος τραγουδά. Η πατρική γη υποχωρούσε. Ανεβαίναμε στον ουρανό και πετάγαμε μακριά.


Ήταν το πρωί της 25ης Μαίου του 1969.
Είδαμε όλη τη νότια Ευρώπη να περνάει κάτω από μας και μετά πετάξαμε πέρα από το Μοιραίον Στενόν – εκεί οπόθεν δεν επιστρέφει τις πλέον που λέει ο Παπαδιαμάντης (Τα Ροδινα Ακρογιάλια ΑπαΝτα 4.249) κατόπιν πετάξαμε πέρα από Την Πύλη του Πεπρωμένου και κατ’ ευθείαν πέρα από το μη περαιτέρω των αρχαίων, εκεί όπου κάποιος θα συναντούσε τον άτλαντα που φέρνει τους ουρανούς στην πλάτη του, ένα άτομο πολλών αμαρτιών και πολλών πόνων που η ανθρωπότητα είχε καταδικάσει για να μεταφέρει τα φορτία της ως αντιπροσωπευτικός σκλάβος… Από εκεί πετάξαμε στα νησιά των Μακάρων όπου μεθήσαμε με τα αρώματα του κήπου των Εσπερίδων. Και αυτό είναι ένα παιχνίδι λέξεων που σημαίνουν φιλοδοξία και το Πέρας, το τέλος του κόσμου.
Δεν θυμάμαι οποιαδήποτε κούραση ή οποιαδήποτε άλλη δυσχέρεια. Ήμαστε σε όλο το ταξίδι σε μια υπερένταση και προσέχαμε τα πάντα γύρω. Μετά από ώρες όμως άρχισα να ανησυχώ για το χρόνο της άφιξης.
Πώς ήταν αυτή η Αμερική;
Πώς ήταν το έδαφος;
Τελικά έκανε ο θεός όπως λένε και είδαμε το έδαφος. Ο Πότης και εγώ κρεμαστήκαμε στο παράθυρο. Με ταραχή και ανησυχία παρατήρησα ότι δεν υπήρχε κανένα βουνό. ΕΝΤΑΞΕΙ. Ήξερα ότι αόριστα δεν υπήρχε κανένα βουνό όπου πηγαίναμε αλλά δεν περίμενα ένα επίπεδο, γεμάτο χλόη έδαφος το οποίο τώρα φαινότανε καθώς το αεροπλάνο χαμήλωνε πάνω από τη Νέα Υόρκη. Σύντομα μπορούσαμε να δούμε τις εθνικές οδούς, τα αυτοκίνητα, τα σπίτια. Κολλήσαμε τις μύτες μας στα παράθυρα.
Ήταν αυτό πραγματικό;
Τόσα πολλά αυτοκίνητα, τόσοι πολλοί δρόμοι, τόσο πολλή καθαριότητα, τόσο πολύ πράσινο;
Ο θεέ μου, τόσα πολλά κουκλίστικα σπίτια, τόσα πολλά σπίτια ίδια;
Τι;
Κανένα μπαλκόνι;
Και οι πισίνες. Ο θεέ μου αυτή η γη φαινότανε πολύ πλουσιότερη από ότι νομίζαμε. Και κάθε σπίτι με ένα γκαράζ;
Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Πώς θα παίρναμε ένα τέτοιο σπίτι;
Ήταν αυτός ο παράδεισος;
Και πως το όλο λειτουργεί αναρωτήθηκα… Με όλο αυτό τον ενθουσιασμό του νέου πηγαίναμε κάτω για προσγείωση.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε. Κοιτάξαμε έξω. Φαινόντουσαν όλα κανονικά. Δεν ήμαστε στο φεγγάρι. Ο ήλιος έλαμπε. Ήταν ακόμα μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Εκείνη την στιγμή ήρθε από επάνω κάποια μουσική, κάποιο μπουζούκι, και ήταν εκείνη τη στιγμή που με χτύπησε. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν μακριά από τη χώρα μου, μακριά από τη γλυκιά αγάπη μου, μακριά από τη Χρύσαφα, από τους φίλους, από τη θάλασσα ….
Ένα τεράστιο κύμα, το πρώτο του οποίου επρόκειτο να ακολουθηθεί από πολλά άλλα, νοσταλγικού πόνου με συνέτριψε. Συνειδητοποίησα τι είχα αφήσει πίσω. Οι νότες του μπουζουκιού ήχησαν παράξενα απόμακρες. Αισθάνθηκα πως είχα προδώσει κάτι πολύ βαθιά. Αισθάνθηκα μια ρωγμή στην ψυχή μου, μια ρωγμή που θα γινόταν αισθητή για πάντα. Κουνήθηκα, όπως λένε για τους μετανάστες και μιλάνε κυριολεκτικά. Η Αμερική ήταν τόσο πραγματική όσο μια λεπίδα ενός μαχαιριού, ακριβώς εκεί μπροστά από τα μάτια μου, και έλαμπε από το παράθυρο. Εδώ κάποιος δεν μπορεί να ξεχάσει την εμπειρία των παππούδων μας στο νησί Ellis.
” Ζαλισμένοι ταξιδιώτες μετά από εβδομάδες στη θάλασσα. Τους βλέπω σαν κοπάδια από βουβούς χορούς οι γυναίκες με τα μαντήλια τους, αξύριστο και βυθισμένο στην αϋπνία το πρόσωπο των ανδρών – όλων τα μάτια κενά. Εκείνη η στιγμή του ξεμπαρκαρίσματος, με την πατρική γη που χάνεταιι πίσω τους και το νέο έδαφος άγνωστο μπροστά τους, εδώ, το μέγιστο δώρο που κάποιος θα μπορούσε να τους δώσει θα ήταν να αφεθούν να κλάψουν.”
Σύντομα εντούτοις έπρεπε να αντιμετωπίσω τη σκληρή πραγματικότητα της μετανάστευσης και τη σκληρή πραγματικότητα μιας άλλης γλώσσας. Τα άλλα τρία μέλη της οικογένειας από τώρα και στο εξής, κοίταζαν εμένα όταν μιλούσαν τρίτοι και έπρεπε να μεταφράζω πρώτα στα ελληνικά και έπειτα στη γλώσσα σημαδιών του πατέρα. Περάσαμε από το τελωνείο και το Τμήμα Μετανάστευσης χωρίς πρόβλημα. Οι άνθρωποι ήταν ευγενικοί. Είδαμε άλλους Έλληνες πίσω από μερικά προστατευτικά κιγκλιδώματα. Τα πράγματα δεν φαινόντουσαν τόσο τρομερά ξένα αν και όλα φάνηκαν ύποπτα αμόλυντα και αντισηπτικά. Δεν είχαμε δει ούτε ένα σκουπιδάκι. Και εάν ρίχναμε κάτι στο πάτωμα;
Μέχρι τώρα δεν είχαμε αντιμετωπίσει κάποιο σοβαρό πρόβλημα με τη γλώσσα επειδή η αερογραμμή είχε έναν υπάλληλο που μας βοηθούσε, αλλά όταν επιβιβαστήκαμε σε αεροπλάνο της American Airlines βρέθηκα αντιμέτωπος με το ευγενικό πρόσωπο και το ωραίο χαμόγελο μιας αεροσυνοδού , η οποία μας ρωτούσε κάτι. Ήταν ένα σοκ.. Ναι, είχα μιλήσει κάποια αγγλικά προτού έλθω εδώ αλλά σε συνθήκες χαλαρές. Αλλά τώρα έιμασταν σε αμερικανικές αερογραμμές. Αγωνιζόμουν να καταλάβω. Σε ένα σημείο της λέω, “παρακαλώ, ένα ποτήρι νερό.” Παρντόν ,” λέει η όμορφη γυναίκα. Τώρα με μπέρδεψε. Δεν περίμενα ποτέ τους Αμερικανούς να λένε παρντόν. Σκέφτηκα αυτό ήταν για τους Γάλλους. Επανέλαβα τη λέξη “water” όσο καθαρά μπορούσα. Πώς δεν μπορούσε να με καταλάβει; Ίσως δεν μιλούσαν τα αγγλικά τελικά. Ίσως αυτή ήταν μια άλλη χώρα.
Τελικά μίλησα τη γλώσσα του πατέρα – σημάδια. Έκανα το καθολικό σημάδι της κατανάλωσης νερού. Κατάλαβε. “O, γουότερ,” είπε. Συνειδητοποίησα όχι χωρίς κάποια ανησυχία ότι πρόφεραν τις λέξεις διαφορετικά από τι είχα αναμείνει. Τι είχα αναμείνει; Δεν ξέρω. Ίσως να ακούσω τη γλώσσα μου;
Από το αεροδρόμιο μέχρι το Winnemac που μένανε οι συγγενείς μας δεν θυμάμαι πολλά. Πρέπει να είχα συγκλονιστεί τόσο από όλα και να ήμουνα τόσο κουρασμένος ώστε δε θυμάμαι καθόλου τη Foster Avenue, ή έπειτα το River Park , το Edens, οδό ταχείας κυκλοφορίας, που σημαίνει παράδεισος, τους φωτεινούς σηματοδότες, την κυκλοφορία. Δεν θυμάμαι αυτοκίνητα, ούτε να είδα κανέναν άνθρωπο. Σαν όνειρο, σαν να μεταφερθήκαμε σε μια κενή σήραγγα. Το μυαλό φάνηκε να εμποδίζει όλα τα έξω να εισχωρήσουν μέσα του. Η ψυχή συγκινημένη, φοβήθηκε, το μυαλό, το σώμα και τα μάτια νευρικά όπως μιας αλεπούς, οι αισθήσεις τόσο διεγερμένες που έφτασαν σε ένα σημείο απάθειας. Τα κτήρια είχαν πλαστικά χρώματα, τα πάρκα ήταν ενός πράσινου ξένου, τα δέντρα δεν είχαν κανέναν καρπό…

Previous articleΕπίσκεψη του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων κ. Παπαθανάση στην Ελληνική Κοινότητα Τορόντο
Next articleΚοτόπουλο Κιάντι