Home Greek News Στον πάγο οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Βόρειας Μακεδονίας

Στον πάγο οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Βόρειας Μακεδονίας

390

 γράφει ο Πλάτων Ρούτης

Μετά την επίσκεψη του Τσιπρα στα Σκόπια και τα συγχαρητήρια  που εισέπραξε ο πρώην πρωθυπουργός για μια επιτυχημένη επίσκεψη όπως την χαρακτήρισε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζέφρι Πάιατ, μιλώντας στο ετήσιο συνέδριο του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, η αστική τάξη της Ελλάδας δηλαδή οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες και οι άνθρωποι των χρημάτων είχαν την αυταπάτη ότι η Ελλάδα θα έχει πολιτική επιρροή στα Βαλκάνια ανάλογης σημασίας  και σπουδαιότητας με αυτή που έχει η Ελλάδα στα Τίρανα η στη Σόφια. Αλλά δεν υπολόγισαν καλά. Τα Βαλκανικά προτεκτοράτα των Αμερικάνων έχουν ήδη από καιρό Αμερικανοσπουδαγμένες ηγεσίες

οι οποίες έχουν άμεση επαφή με τους προστάτες τους στην Ουάσιγκτον και σίγουρα δεν έχουν καμία ανάγκη από τον τοπικό παρατηρητή της Αμερικάνικης τάξης όπως ονειρεύονταν στην  Ελλάδα η κυβέρνηση του Τσιπρα άλλα και ο Αμερικάνος πρεσβευτής στην Αθήνα. Οι υποσχέσεις του Αμερικάνου πρέσβη Παιατ για την ενίσχυση των Ελληνικών εξαγωγών με έμφαση στην ενέργεια το εμπόριο, τις υποδομές και την αγροτοδιατροφή έχουν ήδη πέσει στο κενό και χάνονται οι φρούδες ελπίδες που για μια ακόμα φορά είχαν  στην Ελλάδα.

Οι παλαιότεροι θυμούνται τις ηρωικές εποχές στη δεκαετία του 90 όταν, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των καθεστώτων των βαλκανικών χωρών, άνοιγε ο δρόμος για την ελληνική επιχειρηματικότητα που θα αποκτούσε ηγετικό ρόλο στην περιοχή. Πολύ σύντομα, ωστόσο, έγινε απόλυτα σαφές, πολλές φορές μάλιστα με οδυνηρό τρόπο, ότι το βαλκανικό οικόπεδο ήταν «πιασμένο».

Καμία σοβαρή επένδυση δεν μπορεί να γίνει σε αυτά τα προτεκτοράτα αν δεν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του μεγάλου αφεντικού των Αμερικάνων και κατά κύριο λόγο των Γερμανών οι οποίοι ελέγχουν το το νέο πολιτικό/οικονομικό σύστημα και ότι συνεπάγεται με αυτό, δηλαδή οικονομική, πολίτικη και στρατιωτική σύνδεση και ενδελεχούς.   Από αυτήν την ηρωική εποχή της ελληνικής “επιθετικής επιχειρηματικότητας” απέμειναν κάποιες αρπαχτές, κάποιοι μικρομεσαίοι συνεταιρισμοί μικρής σημασίας, κάποια μικρομάγαζα και πολλά προβλήματα. Το σημαντικότερο εξ αυτών ήταν το πρόβλημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Αυτό το πρόβλημα που επέλυσαν με το όνομα Βόρεια Μακεδονία έχοντας την σύμφωνη γνώμη των μεγάλων συμμάχων οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών, υποτίθεται ότι θα ανοίξει και πάλι στην ελληνική επιχειρηματικότητα τον δρόμο για τις βαλκανικές ευκαιρίες. Κρίνοντας ωστόσο την ελληνική παρουσία στις γειτονικές με την Ελλάδα και τη Βόρεια (πια) Μακεδονία χώρες, δυσκολεύεται κάποιος να συμμεριστεί τον υπέρ αισιόδοξο τόνο που δίνουν η κυβέρνηση και επικοινωνιακοί αβανταδόροι της στα ΜΜΕ. Δεν υπάρχει στη Βόρεια Μακεδονία, όπως επίσης στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, τίποτε άξιο λόγου να «αγοραστεί» που δεν έχει ήδη καπαρωθεί από τους μεγάλους παίκτες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει κάποιος να κάνει ένα συλλογισμό. Ποιοι ωφελούνται από αυτά τα μεγάλα παγκόσμια αλλά και εθνικά γεγονότα και στη περίπτωση της Ελλάδας ποιοι ωφελήθηκαν από τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την δημιουργία των σημερινών προτεκτοράτων;  Ο πολίτικο-γεωγραφικός χάρτης έχει από καιρό σχεδιαστεί και τα συμφέροντα των Αμερικανών  άλλα και των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων παίζουν τον οριστικό παράγοντα είτε αυτός λέγεται εμπόριο η πολιτική και στρατιωτική επιρροή.

Η επιτροπή Εξωτερικών υποθέσεων της αμερικάνικης Γερουσίας έδωσε το πράσινο φως για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ αυτό που απομένει τώρα είναι να ολοκληρωθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Περίπου κατά το τέλος του χρόνου ελπίζουν να έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις και να αναγνωριστεί η Δημοκρατία της Βόρεια Μακεδονίας σαν ισότιμο μέλος του ΝΑΤΟ.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές σχέσεις του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας με την Ευρώπη υπάρχουν δυσκολίες που σχετίζονται με τα συμφέροντα των κρατών μελών και κυρίως μεταξύ της Γαλλίας και Γερμανίας. Παρά τις πολύωρες συζητήσεις οι ηγέτες αυτόν των κρατών δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στην έναρξη διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην Ε.Ε. Η Γαλλία με την στήριξη της Δανίας και Ολλανδίας έβαλαν βέτο  και αρνήθηκαν να συμφωνήσουν προβάλλοντας σαν εμπόδιο το επιχείρημα που αφορούσε σε θέματα νομοί και εσωτερικών μεταρρυθμίσεων.

Η ουσία είναι ότι οι κινήσεις του Μακρόν έχουν να κάνουν με τους ανταγωνισμούς μεταξύ της Γαλλίας και Γερμανίας με την Γερμανία να επιμένει στην ένταξη επειδή έχει ισχυρά συμφέροντα στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το κλίμα οι συζητήσεις για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην Ε.Ε. αναβλήθηκαν για κάποτε το 2020.

Πρόσφατα ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας Ζάεφ εκτίμησε σε μια συνέντευξη στο πρακτορείο «Εuronews» ότι η άρνηση της Ε.Ε. στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις  για την είσοδο τους στην Ε.Ε.  θέτει σε κίνδυνο την ίδια την συμφωνία των Πρεσπών. Υποστήριξε επίσης ότι η ευρωπαϊκή προοπτική είναι «η μοναδική επιλογή» για τα Σκόπια και τα Δυτικά Βαλκάνια, διότι σε διαφορετική περίπτωση οι εξελίξεις «θα είναι δυσάρεστες».

Μετά από αυτές τις εξελίξεις που δεν μπόρεσαν να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο πρωθυπουργός της Ζόραν Ζάεφ δήλωσε πως «μόνο ο λαός μπορεί να αποφασίσει, πλέον, το μέλλον της χώρας». Προτείνει την διενέργεια εκλογών το συντομότερο σημειώνοντας ότι δεν έχουμε καιρό για χάσιμο.  Προτείνω να γίνουν το συντομότερο δυνατόν εκλογές» και πρόσθεσε πως «η ΕΕ αθέτησε τις υποσχέσεις της» και κατέληξε: «Έχουμε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις μας, πραγματοποιήσαμε μεταρρυθμίσεις και επιλύσαμε τις διαφορές μας με τους γείτονές μας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες διέπραξαν ένα ιστορικό λάθος.

 Ενώ το κουβάρι των διαπραγματεύσεων συνεχίζεται μέσα σε αυτή την κυβερνητική κρίση η Ελληνική κυβέρνηση του Μητσοτάκη παίρνοντας την σκυτάλη από τον Σύριζα και σε αυτό το θέμα της Βόρειας Μακεδονίας βγάζοντας και μια αγωνία παρατηρεί ότι «η Συμφωνία έχει ήδη παράξει αποτελέσματα και η Βόρεια Μακεδονία αποκομίζει οφέλη καθώς έχει ανοίξει ο δρόμος προς το ΝΑΤΟ. Στόχος μας είναι μέσα από τον ευρωπαϊκό δρόμο να λύσουμε προβλήματα και να αμβλύνουμε αρνητικές συνέπειες της Συμφωνίας. Και προς τούτο, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά την πλήρη ανταπόκριση των γειτόνων μας στις υποχρεώσεις τους».