Home Community News Τα Θεοφάνια – Θεοφάνεια – Επιφάνεια – Των Φώτων – Τα Φώτα

Τα Θεοφάνια – Θεοφάνεια – Επιφάνεια – Των Φώτων – Τα Φώτα

246

Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,

Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.

Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην.

Θεοφάνεια 2021 – Φωτογραφίες από την καθιερωμένη Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού στους Ιερούς μας Ναούς

Ι. Ν. Μεταμόρφωσης Του Σωτήρος
Ι. Ν. Αγίων Παντελεήμονα, Άννης και Παρασκευής

Ι. Ν. Προφήτη Ηλία

Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου

Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη

Ι. Ν. Παναγίας

Ι.Ν. Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου


Τα Θεοφάνια (ή Θεοφάνεια) είναι μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή της ανάμνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή(¹).
(Αναφέρεται και ως Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ακόμη στα εκκλησιαστικά κείμενα γίνεται μνεία του “Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (το αυτό πρόσωπο της Βίβλου)
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Μέγας Αγιασμός (των Θεοφανίων) δεν χρησιμοποιείται πουθενά παρά μόνο στους εμποδιζόμενους από οποιαδήποτε αιτία να μεταλάβουν (κοινωνήσουν) των «αχράντων μυστηρίων».)

Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Το όνομα προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνια και Φώτα (ή Εορτή των Φώτων).Σε αυτή την εορτή γιορτάζουν τα ονόματα Φωτεινή,Φώτης(Φώτιος),Ουρανία,Ιορδάνης,Θεοφάνης και Θεοχάρης.


Τα Αγία Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η ιστορία της βάπτισης έχει ως εξής: Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε. Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).

Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω». Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Ιστορικό

Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, που ήταν 6 μήνες μεγαλύτερος του Χριστού, και διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Κατά δε τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το 
Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα από τον ουρανό ακούσθηκε φωνή που έλεγε ότι: Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα”. Η φράση αναφέρεται στα ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, ενώ απουιάζει από αυτό του Ιωάννη.

Αυτή δε είναι και η μοναδική φορά της εμφάνισης, στη Γη, της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος υπό του πλήρους «μυστηρίου» της Θεότητας. Τα θεοφάνεια ονομάζονται έτσι επειδή η φωνή του θεού ακούστηκε στη γη. Για αυτό ονομάστηκαν έτσι Θεό+Φάνεια. Ο θεός φάνηκε στην γη, θεός+φάνηκε. Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της Βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στη πρώτη Εκκλησιά των Χριστιανών. Ο 
Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωμ. βιβλ. α΄) αναφέρει πως κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί στις αρχές του Β΄ αιώνα εόρταζαν την ημέρα της Βάπτισης του Κυρίου «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ΄ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ΄ άλλους στις 10 Ιανουαρίου.

Κατά δε τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι ενώ ο Gieseler ( Kirchengeschichte I ,376) δέχθηκε ότι πρώτοι οι 
Βασιλειδιανοί καθιέρωσαν την εορτή των Θεοφανίων ο Neander (Kirchengeschichte I 386) θέτει το ερώτημα: πως από αιρετικούς το δέχθηκε η Εκκλησία;

Ο 
Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρης μάλλον στην Αντιόχεια τη Μεγάλη, και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί Βασιλειδιανοί… Κατά δε τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος».

Στο τέλος του 3ου αιώνα προστέθηκε και άλλη έννοια στον εορτασμό αυτό που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου. Ούτως και στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό, και στη Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από της εποχής λοιπόν αυτής άρχεται, κατά το πιθανότερο, και ο εορτασμός των Χριστουγέννων.

Κατά τον 
4ο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ΄ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»).

Στη Δύση τα Θεοφάνια απαντώνται στα μέσα του 4ου αιώνα, αλλά από της εποχής αυτής φαίνεται στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και άλλη μια εορτή αφιερωμένη στη κατά σάρκα Γέννηση του Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν πλέον καθιερώθηκε αυτή η ημερομηνία για τα Χριστούγεννα σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο έγινε και ο διαχωρισμός της εορτής των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου, στα μέσα του 6ου αιώνα.

Ως κύριες τελετές των Θεοφανίων θεωρούνται οι παρακάτω
Μέγας Αγιασμός (Θρησκευτική τελετή που λαμβάνει χώρα εντός των Εκκλησιών).
Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού (Θρησκευτική τελετή που ακολουθεί του Μεγάλου Αγιασμού και γίνεται η κατάδυση του Σταυρού σε ακτή Θάλασσας, εντός λιμένων, όχθες ποταμών ή λιμνών και στην ανάγκη σε δεξαμενές νερού όπως στην Αθήνα.
Επίσημη κατάδυση του Σταυρού: Πολιτειακή, Πολιτική και Θρησκευτική (Αρχιερατική) εορτή της επίσημης κατάδυσης του Σταυρού όπου παρίστανται οι Αρχές της Χώρας. Από τις αρχές του 1900 επίσημη κατάδυση ορίστηκε να γίνεται στον Πειραιά έναντι της παλαιάς βασιλικής αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου, σήμερα μπροστά από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους Νομούς της Χώρας.
Προπολεμικά απαγορεύτηκε στον Πειραιά η ανέλκυση του Σταυρού από βουτηχτές, ύστερα από θανάσιμη συμπλοκή μεταξύ τους. Σήμερα η ανέλκυση γίνεται με κορδέλα που φέρει ο Σταυρός.
Υμνολογία

Λαογραφία

Λατρευτικές παραδόσεις Θεοφανίων – Φυγή καλικάντζαρων

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων (ελληνικών) εθίμων. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της Μακεδονίας (Δυτικής) αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί».

Αλλά και κατά τη δογματική η Βάπτιση του Χριστού συμβολίζει τη παλιγγενεσία του ανθρώπου έχοντας έτσι μεγάλη σημασία, γι΄ αυτό και μέχρι το Δ΄ αιώνα οι χριστιανοί γιόρταζαν Πρωτοχρονιά στη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου.

Βασική τελετουργία των Θεοφανίων είναι ο «αγιασμός των υδάτων» με τη κατάδυση του Σταυρού κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην ελληνική εθιμολογία όμως, ο εν λόγω Αγιασμός έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία δε αυτή έννοια δεν είναι ασφαλώς αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά (στις μέρες αυτές) τη παραμονή των Θεοφανίων που λέγεται «μικρός αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Με τη πρωτάγιαση ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών. Η πρωτάγιαση είναι και το αποτελεσματικό μέσο με το οποίο τρέπονται σε άγρια φυγή οι 
καλικάντζαροι εκτός από το άναμμα μιας μεγάλης υπαίθριας φωτιάς.
Ο Μεγάλος όμως Αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων εντός των Εκκλησιών σε ειδική εξέδρα στολισμένη επί της οποίας φέρεται μέγα σκεύος γεμάτου ύδατος. Στη συνέχεια γίνεται η κατάδυση του Σταυρού στη Θάλασσα ή σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη ή και στην ανάγκη σε δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά τη κατάδυση τρέχουν στις παραλίες της θάλασσας ή στις όχθες ποταμών ή λιμνών και πλένουν τα αγροτικά τους εργαλεία ακόμη και εικονίσματα. Κατά τη κοινή λαϊκή δοξασία ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό.

Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά μόνο ακριβώς πιστή επιβίωση των αρχαίων δοξασιών. Οι αρχαίοι π.χ. Αθηναίοι είχαν τη τελετή (διαδικασία) των γνωστών «Πλυντηρίων» όπως την αποκαλούσαν κατά την οποία μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς. Εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από ρίπους και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του αγάλματος.

Σήμερα οι γυναίκες πολλών περιοχών επαναλαμβάνουν αυτό το αρχαίο έθιμο το πλύσιμο των εικόνων συνδυαζόμενο όμως και με άλλες πράξεις της μεσαιωνικής και αρχαίας μαγείας. Όπως στη Πλάκα της Μυτιλήνης που την ώρα που βουτούν οι βουτηχτάδες να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες την ίδια στιγμή «παίρνουν με μια κρατούνα (= νεροκολοκύθα) νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα χωρίς να μιλούν σε όλη αυτή τη διαδικασία («άλαλο νερό») και στη συνέχεια το νερό το ρίχνουν σε μέρος που δεν πατιέται (σε χωνευτήρι της εκκλησίας)».

Στην ελληνική λαογραφία, τα δωδεκαημερίτικα πνεύματα ή αλλιώς Καλικάντζαροι που βρίσκονται όλο το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου κάτω από τη γη, βγαίνουν και κάνουν χίλιες δυο αταξίες. Ενοχλούν τις νοικοκυρές, κλέβουν τηγανίτες, κάνουν θορύβους, αλλά στη γιορτή των Θεοφανίων με τον αγιασμό των υδάτων εξαφανίζονται στα έγκατα της γης. Για το σκοπό αυτό, οι νοικοκυρές ρίχνουν τον αγιασμό με τη βοήθεια κλαδιού από βασιλικό σε όλο το σπίτι για να τα διώξουν.


Χαρούμενα, θριαμβευτικά και ελπιδοφόρα, τα Θεοφάνεια ή Φώτα κλείνουν το Δωδεκαήμερο, που «άνοιξε» την παραμονή των Χριστουγέννων.

Στην Ελλάδα έθιμα των Θεοφανίων είναι τα εξής:
Τα παιδιά τη παραμονή της εορτής λένε τα Κάλαντα Φώτων. Από θεολογική άποψη, απαλλαγμένα από κάθε άλλη επιρροή θεωρούνται μόνο αυτά που λέγονται στην Πάτμο

Αρχίζουν με τη δημιουργία του κόσμου και την ημέρα που ο Θεός όρισε τα ύδατα. Συνεχίζουν με το προπατορικό αμάρτημα της Εύας και μετά αναγγέλλουν τη Βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό με μόνιμη επωδό το «Καλή σου μέρα Αφέντη με την Κυρά».

Κάλαντα Φώτων Πάτμου

Kαλημέρα πάντες, ω αδελφοί,
ακούσατε την σήμερον εορτήν.
Σήμερον τα Φώτα και εορτή
και λαμπρά ημέρα Δεσποτική.

Kαλημέρα, καλημέρα,
καλή σου μέρα αφέντη με την κερά.

Eν αρχή ως ήρχισεν ο Θεός
έκτισε την γην και τον ουρανόν,
ύστερον δε πάλιν από αυτά
έκαμε τα ζώα και τα φυτά,
έκαμε την θάλασσαν, ποταμούς,
τον Mέγα Iορδάνην και αλλουνούς.

Kαλημέρα, καλημέρα,
καλή σου μέρ’ αφέντη με την κερά.

O Aδάμ και η Eύα ημάρτησαν
και εις αμαρτίαν υπέπεσαν,
την απάτη στον όφι την έριξαν
και του Θεού δεν είπαν πως έφταιξαν.
Αλλ’ ο όφις ήταν ο διάβολος,
των πονηρών δαιμόνων διδάσκαλος.
Mα και Iησούς ο φιλάνθρωπος
ήλθεν εις τον κόσμον ως άνθρωπος
δια να λυτρώσει πάντας ημάς
από αυτάς τας χείρας τας μυαράς.
Και τον Iωάννην εζήτησε
και στο βάπτισμά του τον έκραξεν.
Iωάννη Πρόδρομε σε ζητώ
στον Mέγαν Iορδάνην να βαφτιστώ.
Kαι ο Iωάννης του έλεγε
και σφοδρώς το σώμα του έτρεμε.
Πώς να σε βαπτίσω, ω λυτρωτά,
όπου η χειρ μου τρέμει και δειλιά,
πώς τολμώ να βάλω την χείρα μου
εις την κορυφή του Σωτήρα μου.
Άφες φόβον, Πρόδρομε, σου ζητώ
στον Mέγαν Iορδάνην να βαπτισθώ.
Tότε τον βαπτίζει ο Bαπτιστής
κι έλαμψεν η έρημος παρευθύς
και το Πνεύμα ως είδος περιστεράς
και λευκής και ωραίας και καθαράς
και φωνή ηκούσθη εκ του Πατρός,
Ούτος είν’ υιός μου αγαπητός
και τα Xερουβείμ θυμιάζουσι
και τα Σεραφείμ τον δοξάζουσι.
Δια τούτο πάντες, ω αδελφοί,
ακούσατε την σήμερον εορτήν,
να την εορτάσωμεν αδελφοί
ότι είναι ημέρα Δεσποτική.

Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα των Φώτων. Ραγκουτσάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων.

Ποντιακά έθιμα της παραμονής των Θεοφανίων: Το σταύρωμαν και το μνημοκέρε

Με τη γιορτή των Θεοφανίων ολοκληρώνεται το Δωδεκαήμερο, τα Καλαντόφωτα των Ποντίων. Την παραμονή των Φώτων ήταν ακόμα μια ευκαιρία για την οικογένεια να βρεθεί μαζί, αλλά και να θυμηθεί τα μέλη της που πλέον δεν είναι στη ζωή.

Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, τα κούτσουρα στο τζάκι έπρεπε να «σταυρώνονται» με φύλλα ροδαφινιάς (δαφνοκερασιάς). Το σταύρωμαν σε ορισμένες περιοχές το έκαναν και ρίχνοντας κρασί με σταυρωτό τρόπο πάνω στη φωτιά, είτε τοποθετώντας σταυρωτά τα ίδια τα ξύλα, είτε κάνοντας με το χέρι το σημείο του σταυρού στο τζάκι. Σε άλλα ποντιακά χωριά σταύρωναν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών με κερί.

Το πιο σημαντικό, όμως, έθιμο της παραμονής των Θεοφανίων ήταν το μνημοκέρε. Σε ένα ταψί με σιτάρι ο αρχηγός του σπιτιού άναβε τόσα κεριά όσα οι νεκροί της οικογένειας, αλλά και ένα κερί για τους «ξένους», εκείνους που δεν είχαν κανέναν να τους μνημονεύσει.

Το κερί αυτό το «απαιτούσαν» οι νεκροί, σύμφωνα με το γνωστό στιχούργημα:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ’
και των ψυχών κοκκία
και τη Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντίλιν δάκρα.

Οι θημιστάντ’
Σε πολλά μέρη του Πόντου ομάδες νέων και εφήβων γυρνούσαν τα σπίτια την παραμονή, συνήθως έχοντας επικεφαλής τον έφορο του σχολείου, κι «εθήμιζαν» (έλεγαν τα κάλαντα, φήμιζαν). Επίσης, οι θημιστάντ’ έψελναν και θρησκευτικούς ύμνους.

Τα κάλαντα που συνήθιζαν ήταν τα βυζαντινά (με αλφαβητική ακροστιχίδα):

Από της ερήμου ο Πρόδρομος
ήλθε να βαπτίσει τον Κύριον.
Βέβαιον βασιλέα εβάπτισε,
εις τον Ιορδάνην τον ποταμόν.
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε
τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε.