Home Απόψεις Τουρκία100 Χρόνια από την Μεγάλη Σφαγή

Τουρκία
100 Χρόνια από την Μεγάλη Σφαγή

170
0

γράφει ο Πλάτων Ρούτης proutis0107@rogers.com

«Η Σμύρνη μάνα καίγεται, καίγεται και το βιός μας
ο πόνος μας δε λέγεται δε γράφεται ο καημός μας…»

Πως να γράψεις για κάτι που μόνο πόνο και δάκρυα βγάζει όταν το σκέφτεσαι;
Πως να γράψεις για αυτά τα απάνθρωπα που είναι δύσκολο να το συλλάβει ο νους του ανθρώπου;.
Είναι τελικά εξαιρετικά δύσκολο να γράψεις για την καταστροφή της Σμύρνης, γιατί είναι η περίοδος που ο άνθρωπος έχασε την ανθρωπιά του.
Είναι γεγονότα που έχουν αφήσει σε εμένα προσωπικά άσχημες αναμνήσεις και υπάρχει και κίνδυνος να μην είσαι αντικειμενικός. Αλλά πως μπορεί να μην είσαι αντικειμενικός ακόμα και μετά από εκατό χρόνια που πέρασαν από ένα γεγονός που έχει σημαδέψει όλο τον Ελληνισμό και έχει γραφτεί και στην ιστορία;
Αυτά που γνωρίζω από μικρό παιδί για την τραγωδία και την σφαγή της Σμύρνης, ήταν τα πρώτα που μου έλεγε η γιαγιά Ανδρονίκη. Τότε στην ηλικία της αθωότητας μου, τα άκουγα σαν μία θλιβερή ιστορία γιατί κάθε φορά που άρχιζε η γιαγιά να μου τα διηγείται, έβλεπα να σκουπίζει τα υγρά μάτια της με την άκρη της μαντήλας που την είχε μόνιμα δεμένη στο κεφάλι της. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι τραγικές εικόνες περνούσαν από το μυαλό της.
Η ιστορία της γιαγιάς είναι ένα μικρό κομμάτι από την ιστορία του Ελληνισμού της εποχής εκείνης στη Μικρά Ασία. Είναι η αγιάτρευτη πληγή που δεν κλείνει και ας έχουν περάσει εκατό χρόνια, γιατί εκείνη η ιστορική στιγμή και τα γεγονότα, μας έχουν σημαδέψει όλους… Όσες γενιές κι αν περάσουν η πληγή αυτή θα μείνει ανοιχτή. Είναι το μάθημα που μας δίδαξε η ιστορία και όποιος ξεχνά την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει.
Πριν από την καταστροφή, η Σμύρνη ήταν το «λίκνο του ελληνικού πολιτισμού». Ήταν ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Την είχαν χαρακτηρίσει σαν η «κοιτίδα πολλών αρχαίων λαών και πολιτισμών».
Η Σμύρνη κάποτε ζούσε και ανέπνεε διαφορετικά από οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη.
Η Σμύρνη ήταν τότε το κέντρο όλων, σήμερα είναι η εστία όλων των χαμένων αξιών. Από τους 370000 κατοίκους της πόλης, οι 165000 ήταν Έλληνες.
Το ελληνικό στοιχείο, διάσπαρτο σε όλο το μήκος και το πλάτος της Ανατολίας μακροημέρευε κυρίως στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη. Οι δε άνθρωποι που ζούσαν εκεί, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι, ήξεραν όλοι να μιλούν ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει “η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας”.
Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι πολυεθνικές των Αγγλογάλλων κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές του Ευφράτη και του Τίγρη, στο σημερινό Ιράκ. Στη συνέχεια όταν ο Τούρκος Κεμάλ Ατατούρκ άρχισε σιγά – σιγά να οργανώνεται, απαίτησε οι πετρελαιοπηγές αυτές (που ανήκαν παλιά στην Τουρκία) να κρατικοποιηθούν, αλλά οι Αγγλογάλλοι αντέδρασαν.
Η καταστροφή της Σμύρνης είναι η συνέχιση της πολιτικής των μονοπωλίων του πετρελαίου εκείνης της εποχής για τον έλεγχο των πηγών του πετρελαίου. Στην επιμονή να διατηρήσουν τις πετρελαιοπηγές οι Αγγλογάλλοι εκτιμώντας ότι ο Ελληνικός στρατός ήταν ο
ισχυρότερος των Βαλκανίων εκείνη την εποχή, κατέστρωσαν το σχέδιο τους για τις πηγές του πετρελαίου.
Υπόσχονται λοιπόν οι Αγγλογάλλοι στον “ήρωα” της Ελλάδας Ε. Βενιζέλο την δημιουργία της «Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών”, και τον πείθουν ότι θα τον βοηθήσουν να εκστρατεύσει κατά της Μικράς Ασίας.
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου με το σύνθημα για τις «χαμένες πατρίδες» είχε σπρώξει τον Ελληνικό στρατό να τις κατακτήσει. Στην πραγματικότητα ήταν μια υπερπόντια κατακτητική επιχείρηση, κυρίως του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και ιταλικού ιμπεριαλισμού, στη Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της. (Πλάτων Ροδοκανάκης, λογοτέχνης, ιστορικός ερευνητής)
Αρχίζει το εκστρατευτικό ελληνικό σώμα την πορεία του στα ενδότερα της Ανατολής. Τα γεγονότα που επακολούθησαν είναι γνωστά. Ο ελληνικός στρατός ξεκινάει την εκστρατεία και έφθασε κοντά στην Άγκυρα, οι πρεσβευτές των Αγγλογάλλων παρουσιάζονται τότε στον Κεμάλ και του κάνουν τα παζάρια με την εξής συμφωνία:
“Η θα μας παραχωρήσεις για 99 χρόνια τα πετρέλαια, οπότε παύουμε αμέσως να βοηθούμε τον ελληνικό στρατό, ή συνεχίζουμε τη βοήθεια προς τους Έλληνες και τους αφήνουμε να καταλάβουν ακόμα και την Άγκυρα!”.
Αμέσως ο Κεμάλ δέχεται τη συμφωνία και αρχίζει η μεγάλη στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία. Με την Τουρκία δυνατή και δυναμωμένη από τους Αγγλογάλλους επακολουθεί η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου. Στις 14 Αυγούστου 1921 το μέτωπο που μας έσπρωξαν οι «σύμμαχοι μας» στα βάθη της Ανατολής, στο Αφιόν Καραχισάρ κατέρρευσε και η ελληνική αμυντική γραμμή υποχώρησε. Ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας με κατεύθυνση προς την Σμύρνη. Στην οπισθοδρόμηση αυτή, έκαψε τουρκικά χωριά και ανατίναξε σημεία ζωτικής σημασίας όπως γέφυρες, αποθήκες, σιδηροδρομικές γραμμές και σταθμούς ανεφοδιασμού.
Έλληνες αιχμάλωτοι – 1922
Η μεγάλη ατιμία με την βρώμικη πολιτική των Αγγλογάλλων συνεχίζεται και παραπλανούν την κοινή γνώμη (για να μη φανούν οι πραγματικοί αίτιοι της καταστροφής) και δημιουργούν έναν πόλεμο ανάμεσα στην αστικής τάξη της Αθήνας, μεταξύ Βενιζελικών και Βασιλικών και να ρίξουν το φταίξιμο ο ένας στον άλλον. Φυσικά όποτε το αστικό κράτος χρειάστηκε να επιβληθεί, χρησιμοποίησε την βία και διωγμούς ενάντια των αντιπάλων του. Ακόμα και σε έναν εμφύλιο σπαραγμό, όπως αυτός της περιόδου του 1915-1917, το θύμα από τα όπλα των δύο πλευρών ήταν ο λαός, καθώς ήταν χιλιάδες αυτοί που θυσιάστηκαν στον βωμό της απληστίας της αστικής τάξης…
Μετά την κατάρρευση του μετώπου με την ήτα του Ελληνικού στρατού και την νίκη του Τουρκικού στρατού, οι Ελληνικές αρχές στη Σμύρνη είχαν αντιληφθεί ότι ερχόταν το τέλος της Σμύρνης. Στις 19 Αυγούστου, δηλαδή 8 ημέρες πριν να μπουν οι Τούρκοι στη Σμύρνη ο Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης με εμπιστευτική εγκύκλιο διέταξε τους δημόσιους υπαλλήλους «…να συσκευάσουν τα αρχεία των. Πάντες δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να συγκεντρωθούν…και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησίν με την πρώτη διαταγή. Όλοι οι υπάλληλοι της Ελληνικής Αρμοστείας μπήκαν στο καράβι και έφυγαν από την Σμύρνη. Φεύγοντας και αυτοί, ο Ελληνισμός έμεινε χωρίς καμία καθοδήγηση για το τι να κάνει, καμία παρουσία ηγεσίας, τον άφησαν μόνο του οι τοπικοί ηγέτες για να σώσουν το κεφάλι τους. Ο ίδιος Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης επιβιβάστηκε στο βρετανικό θωρηκτό «Iron Duke» και έφτασε στη Νίκαια της Γαλλίας όπου και πέθανε το 1950. Στο ενδιάμεσο διάστημα, δεν τόλμησε να επισκεφθεί την Ελλάδα λόγω της εγκληματικής ανευθυνότητάς του που καταδίκασε τους Έλληνες της Μικράς Ασίας.
Στις 27, 28 και 29 Αυγούστου οι Βρετανοί έφυγαν με πλοία για την Κύπρο. Στις 26 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση διέταξε την εκκένωση ολόκληρης της Μικράς Ασίας. Την ίδια μέρα, η Ανώτερη Γενική Στρατιωτική Διοίκηση, το Φρουραρχείο και οι τελευταίοι αξιωματικοί και στρατιώτες του ελληνικού στρατού επιβιβάσθηκαν στα ελληνικά ατμόπλοια «Βυζάντιον» και «Κύκνος» με προορισμό τον Πειραιά. Για τελευταία φορά ακούστηκε ο εθνικός ύμνος και στην προκυμαία το πλήθος ξέσπασε σε λυγμούς. Μετά από την αναχώρηση ο Ελληνισμός της Σμύρνης έμεινε μόνος. Ήταν και αυτό μέσα στο σχέδιο της Ελληνικής κυβέρνησης και των «συμμάχων»;
Η γιαγιά εξιστορεί:
«Ο Τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη το πρωί της 27ης Αυγούστου του ’22. Ο παππούς ο Στέλιος ήταν στα αμπέλια. Στην Ελληνική παροικία επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Οι μάνες μάζευαν τα παιδιά τους και κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους». Η γιαγιά είχε δώδεκα παιδιά και με φωνές και αλαλαγμούς φώναζε τα ονόματα τους μέσα στον πανικό να μπουν μέσα. Εκεί έμειναν και περίμεναν κάτι να γίνει να γλυτώσουν.
Μετά από δύο ημέρες στις 29 Αυγούστου ξεκίνησε το κακό με τις πυρκαγιές που άρχισαν από την αρμένικη συνοικία και εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη τη Σμύρνη. Οι φλόγες και οι μαύροι καπνοί είχαν αγκαλιάσει όλη την περιοχή. Οι Αμερικανοί καθηγητές και ναύτες κάνουν λόγο για Τούρκους στρατιώτες που ξεχύθηκαν στα στενά σοκάκια της Σμύρνης κρατώντας δοχεία με πετρέλαιο και κηροζίνη, λούζοντας τα σπίτια. Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία. Η επίσημη θέση της τουρκικής ιστοριογραφίας παρουσιάζει τις φωτιές ως έργο των ίδιων των Αρμενίων και Ελλήνων, για να μην βρουν τα σπίτια τους σώα οι Τούρκοι και κατοικήσουν σε αυτά. Τι να απαντήσεις στο θράσος αυτό;
«Μπήκαν οι Τούρκοι στην Ελληνική παροικία και έβαλαν στο σπίτι μας φωτιά. Τα παιδιά μου φώναζαν – το σπίτι μάνα καίγεται. Τα μάζεψα όσα μπορούσα και είπα στα μεγάλα να βοηθήσουν τα μικρότερα και να με ακολουθήσουν. Αλαφιασμένοι και με τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά, οι Έλληνες κατηφόριζαν προς το λιμάνι ανάμεσα σε δύο γραμμές από Τούρκους στρατιώτες σέρνοντας τα παιδιά και ότι μπορούσαν να έχουν μαζί τους. Κρατούσα τα δυο μικρότερα παιδιά στην αγκαλιά μου και με τις κραυγές και με την φασαρία που γίνονταν γύρω μου, φώναζα με όση δύναμη μου είχε απομείνει τα ονόματα των παιδιών και τους έλεγα να μου πιάνουν το φόρεμα σφιχτά να μην τα χάσω. Στο λιμάνι θα μπαίναμε στα πλοία. Με την αναταραχή που υπήρχε και με τις άγριες φωνές του πανικού προσπαθούσα να παρασύρω μαζί μου και να σώσω όσα παιδιά μπορούσα. Από τις κραυγές που άκουγα κατάλαβα ότι τα κορίτσια τα έπαιρναν οι Τούρκοι και τα βίαζαν».
Τα βάσανα των κυνηγημένων δεν είχαν τελειωμό και έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν. Ομάδες ανθρώπων έρχονταν από την Αρμένικη συνοικία και συνέχιζαν στην Ελληνική. Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμενικής συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ.
Ο κόσμος έτρεχε προς την θάλασσα για να σωθεί και στοιβάζονταν στις ουρές για να ανεβεί στα πλοία. Οι Τούρκοι στρατιώτες διενεργούσαν εξονυχιστικούς ελέγχους, αφαιρώντας τα τιμαλφή από τον κόσμο και συλλαμβάνοντας όσους άντρες ήταν πάνω από 15 ετών για να τους στείλουν στα τάγματα εργασίας. Οι μανάδες έντυναν τα αγόρια τους με γυναικεία ρούχα για να τα περάσουν στα πλοία, ξετυλίγονταν φρικτές εικόνες ανθρώπινου πόνου και δυστυχίας. Ο κόσμος έπεφτε στη θάλασσα να κολυμπήσει μέχρι τα καράβια των ξένων, και οι Τούρκοι πυροβολούσαν στη θάλασσα. Τα πλοιάρια βούλιαζαν από το βάρος ενώ από πίσω η πόλη καιγόταν και η φωτιά είχε φτάσει μέχρι και τα παραλιακά κτήρια.
Η γιαγιά όπως μου διηγείται το δράμα των Ελλήνων της Σμύρνης μου είπε ότι: «Οι Τούρκοι γείτονές μας δεν έφταιγαν σε τίποτα. Ήταν κλεισμένοι μέσα στα σπίτια τους και κλαίγανε κι αυτοί για το κακό που μας βρήκε». Πίστευα πάντα ότι ο λαός που υποφέρει δεν ξεχωρίζει από τους άλλους λαούς, μόνο η μισαλλοδοξία της αστικής τάξης χωρίζει τους λαούς.
Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι μια, όσες γενιές κι αν περάσουν η πληγή αυτή μένει ανοιχτή. Όχι με τη λογική ότι “πάλι δικά μας θα ΄ναι”, καθόλου με αυτό, αλλά με το ερώτημα γιατί αυτό που κάποιοι παρουσίασαν ως το όνειρο μιας “Μεγάλης Ιδέας” κατέληξε σε μια ασύλληπτη καταστροφή.
Η ιστορία της γιαγιάς δεν είναι διαφορετική από την ιστορία των μαννάδων, των μικρών παιδιών και όλων αυτών που έτυχε να βρεθούν στην λαίλαπα εκείνης της καταστροφής.
Στην μνήμη της γιαγιάς Ανδρονίκης αλλά και όλων αυτών που έπεσαν και χάθηκαν αλλά και αυτών που έζησαν αυτή την κόλαση στα δακρυσμένα χρόνια, είναι αφιερωμένο αυτή η αφήγηση.
Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν θα αναστηθεί και ούτε ο εξαδάχτυλος θα πάρει πίσω τις «χαμένες πατρίδες». Αυτά βρίσκονται μόνο στα παραμύθια που έπλασαν οι θρησκευόμενοι.
Ο κακός δράκος όμως που θρέφεται με ανθρώπινα σώματα παραμονεύει σε κάθε στιγμή να βρει την ευκαιρία να καταβροχθίσει και άλλους για να χορτάσει τις ορέξεις του για περισσότερα κέρδη.
Σαν επίλογο να αναφέρω ότι χάθηκαν πολλές χιλιάδες παιδιά σε αυτή την σχιζοφρένεια. Όταν έφτασε η γιαγιά στα Φιλιατρά της Μεσσηνίας είχε μείνει με ένα βρέφος κοριτσάκι (την μητέρα μου) που το βαστούσε κολλημένο στο σώμα της. Μετά από λίγες ημέρες βρήκε σε ένα ορφανοτροφείο τον μεγαλύτερο γιο της και αργότερα ένα κορίτσι της σε ψυχιατρική κλινική με τραύματα από τους βιασμούς των Τούρκων στρατιωτών. Ο θλιβερός απολογισμός μιας οικογένειας με δώδεκα παιδία βρέθηκαν μόνο τα τρία.

Μια από τις τραγικότερες σελίδες της ιστορίας του τόπου μας έμελλε να γραφτεί τον Αυγούστου του 1922, οπότε έληγε η μικρασιατική εκστρατεία, με μια μεγάλη, ανεπανόρθωτη εθνική καταστροφή .
Ο τρομερός απολογισμός της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι 50.000 νεκροί στρατιώτες, 75.000 τραυματίες, ενώ κοντά 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να έρθουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους 600.000 νεκρούς, θύματα του μικρασιατικού πολέμου και της εγκληματικής εθνικιστικής πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων της Ελλάδας και Τουρκίας. Σε δισεκατομμύρια ανέρχονται οι υλικές καταστροφές και ζημιές από τον πόλεμο και τις περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν.

Previous articleΟυ ψευδομαρτυρήσεις…
Next articleΠέθανε ο καθηγητής Δημήτρης Παντερμαλής, πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου της Ακρόπολης