Home Απόψεις Το Θείο Δράμα στα Καλάβρυτα

Το Θείο Δράμα στα Καλάβρυτα

170
0

γράφει ο Πλάτων Ρούτης proutis0107@rogers.com

Πλάτων Ρούτης με προσθήκη από άρθρο του Κώστα Λογαρά.

Πόσο τυχερός μπορεί να είναι ο άνθρωπος που γνώρισε την ιστορία. Μπορείς να την γνωρίσεις από την καλή αλλά και από την σκοτεινή πλευρά της. Αυτοί που την γνωρίζουν από την σκοτεινή πλευρά της, από τότε ζουν με χαραγμένη στο σώμα τους και την ψυχή τους τη φρίκη του θανάτου και θα πρέπει να είναι δυστυχείς. Μπροστά τους οφείλει να μιλάει κανείς μάλλον με ψιθύρους. Όχι με συνηθισμένες λέξεις. Με εύγλωττη σιωπή• ή με βλέμματα και, προπάντων, με διάθεση λατρευτική. Να βρει έναν τρόπο –πρέπει– που να μετράει τα λόγια του, να τα ζυγιάζει ένα ένα. Και πάλι, το αίμα και η οδύνη θα βαραίνουν πάντα πιο πολύ. Ήταν τότε τον Δεκέμβρη του 1943 στα Καλάβρυτα. Ήταν τέτοιες ώρες ο άνθρωπος ζητάει τον Θεό και δεν τον βρίσκει…
Πριν από τις γιορτές στις 13 του Δεκέμβρη του 2022 θα έπρεπε να τιμήσουμε την μνήμη αυτών που γνώρισαν την άσχημη πλευρά της ιστορίας. Προτίμησα να περάσουν οι γιορτές και τα πανηγύρια και να σκύψουμε να δούμε το δράμα των ανθρώπων μας. Αυτών των ανθρώπων που έχουν χαραγμένο στην καρδιά τους αυτά που οι ίδιοι έζησαν αλλά και τα παιδιά τους και οι οικογένειες τους.


Των ανθρώπων αυτών που το σώμα τους κατακρεουργήθηκε βάναυσα από την απάνθρωπη μανία των Ναζί/Φασιστών. Αυτών που η μανία και το μίσος ενάντια στον άοπλο και φοβισμένο λαό τους έσπρωξε να κάνουν ένα τέτοιο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Κανένα δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα μπορούσε να αλαφρύνει τον πόνο αυτών που επέζησαν ή των συγγενών τους.

Για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων πρωτάκουσα από τον δάσκαλο του δημοτικού σχολείου μου. Ο απόηχος των Γερμανών, της Κατοχής, η αντίσταση και ο εμφύλιος έφταναν στ’ αυτιά μου άλλοτε έτσι κι άλλοτε αλλιώς. Σπαράγματα και υπονοούμενα αλλά πάντα λόγια μπερδεμένα. Όμως το μακελειό των Καλαβρύτων το θυμάμαι καθαρά. Μου καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό μου γιατί έμοιαζε με άλλες ιστορίες που ακούγαμε τότε. Έμοιαζε με το Χάνι της Γραβιάς, τον Αθανάσιο Διάκο ή ακόμα πιο παλιά: τον Λεωνίδα από τη Σπάρτη και τα παλικάρια του.
Τους μάζεψαν οι Γερμανοί –μας είπε ο δάσκαλος– στο Σχολείο του χωριού. Πως θα τους μετρήσουν τάχα. Και την άλλη μέρα (Την άλλη είπε; Την ίδια; Δεν θυμάμαι.) πάντως χαράματα –γιατί χαράματα οι δήμιοι σκοτώνουν τους μελλοθανάτους– τους πήγαν στο χωράφι του Καππή. Κι εκεί (συνέχισε ο δάσκαλος) τους σκότωσαν. Όχι τους σκότωσαν, τους κατακρεούργησαν. (Έτρεμε η φωνή του. Και τίναξε το κεφάλι δυνατά για να διώξει γύρευε ποια φαντάσματα που έβλεπε μπροστά στα μάτια του ο Καλαβρυτινός μου δάσκαλος.)


Αυτό ήταν. Το σκηνικό είχε στηθεί στο σπαρμένο χωραφάκι του Καππή, δίπλα σ’ ένα φαράγγι• τα γεγονότα και οι ήρωες οι Καλαβρυτινοί, το άγριο τέλος τους.
Κοίταξα γύρω μου την αίθουσα του σχολείου όπου ήμουν μαθητής. Καμιά τριανταριά παιδιά! Κι άλλοι ογδόντα; Πόσοι; Εκατό μεγάλοι; Δεν θα χώραγε άλλους, πια, η αίθουσα. Ούτε κι η παιδική μου φαντασία. Πού να φτάσει στους χίλιους διακόσιους και σφαγμένους! Χώρια οι γέροντες και οι γυναίκες.
Ύστερα με φωνές «ράιν» και «ράιν» οι Γερμανοί κλειδώνουνε τις πόρτες. Δεκέμβρης ήταν. «Κι η μέρα πνιγμένη σε μια παράξενη κουφόβραση. Με καταχνιά και χαμηλή ομίχλη». Φόραγαν σακάκια και ρούχα μάλλινα. Μύριζαν καμένο ξύλο. Εκείνη τη βαριά οσμή που ποτίζει τα ρούχα και το δέρμα των ανθρώπων του χωριού. Κάποιοι μέσα εκεί θα μιλήσαν δυνατά, να δώσουν θάρρος στους υπόλοιπους, να ψυχώσουν τα παιδιά. Αλλά και ν’ ακούσουν και οι ίδιοι τη φωνή τους• να κρατηθούν από τα ίδια τους τα λόγια. Γιατί στο βάθος- βάθος του μυαλού τους είχαν όλοι τους την υποψία και το φόβο του θανάτου. Ερχότανε στο νου τους κι αυτοί την έδιωχναν. Όχι –σκεφτόντουσαν– δεν πρόκειται. Να, είμαστε άνθρωποι… ζωντανοί. Κουνάμε χέρια, περπατάμε… Βλέπουμε με τα μάτια, είναι ανοιχτά. Δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουμε σε λίγο, αύριο τέτοια ώρα! Έτσι φεύγουν οι άνθρωποι; Ένα «πφ» είν’ η ζωή τους; Ένα τίποτα; Δεν είναι δυνατόν. Και προσπαθούσαν να κρατηθούν απ’ τη ζωή , απ’ όσα έβλεπαν. (Όλοι τους μελλοθάνατοι μα δεν το ξέρουν, δεν θέλουν να το ξέρουν. Να τελειώσει ο πόλεμος και να φτιάξουν τη ζωή απ’ την αρχή, να τι θέλουν. Να οργώνουν τα χωράφια τους, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, να ευφραίνεται η ψυχή τους θέλουν κάτω απ’ τα πλατάνια της πλατείας. Κι όταν τους πάρουνε τα χρόνια , ε τότε ναι, ν’ αναπαυτούν και να τους θάψουν εν ειρήνη. Όχι έτσι.)

Τους πήρανε λοιπόν οι Γερμανοί. Τους άντρες και τους έφηβους. Τα γυναικόπαιδα όχι. Αυτά τα ξανακλείσανε στην κόλαση, να τους βάλουνε φωτιά, να καούνε ζωντανά σαν τα ποντίκια και το χωριό να το τυλίξουνε στις φλόγες. Γιατί τροφοδοτούσε την αντίσταση και έπρεπε να εξαφανιστεί. Αυτή ήταν η διαταγή.
Οι άντρες, όλοι οι άντρες του χωριού από τα δώδεκα ως τα ογδόντα τους, τρεις γενιές μαζί, βάδιζαν σε μίαν ατέλειωτη πομπή πάνω στο μονοπάτι που βγάζει ανηφορίζοντας στη λάκα του Καππή. Προσπέρασαν το Νεκροταφείο κι ύστερα το ξεροπήγαδο που ’χαν ανοίξει κάποιοι ψάχνοντας να βρούνε κάρβουνο.

Αγκάλιαζαν τον τόπο τους με όλες τις αισθήσεις τους. Πρώτη φορά αποκαλύπτονταν στα μάτια τους η τόση ομορφιά μέσα στην ξεραΐλα του τοπίου. Πρώτη φορά. Γιατί αυτή θα ήταν και η τελευταία.
Ένας άγριος φόβος πως σε λίγο αυτόν τον τόπο θα τον χάσουν απ’ τα μάτια τους τούς είχε κυριέψει. Ότι τα δέντρα, τα χωράφια θα καρπίζουν χωρίς αυτούς. Οι γυναίκες κι οι μανάδες τους θα ’ναι μονάχες τους. Θα μεγαλώνουν τα μικρά παιδιά χωρίς αυτούς. Ανατρίχιαζαν στη σκέψη και τίναζαν το κεφάλι σαν να ξύπναγαν από όνειρο κακό. Από μια μόρα. Οι πιο μικροί κοίταζαν τους μεγαλύτερους στα μάτια. Από κάπου να πιαστούν. Κι οι μεγαλύτεροι κρατιόντουσαν απ’ την υπόσχεση του Τέννερ ότι δεν θα τους πειράξει. Από το λόγο της Τιμής του: της στρατιωτικής. Της έωλης και τελικά ατιμασμένης.
Στο μεταξύ κατέφθαναν φουρνιές φουρνιές στο αλωνάκι. Κοπάδια σε σφαγή. Κι άλλοι από κοντά, φάλαγγες ολόκληρες μελλοθανάτων. Χίλιοι τριακόσοι. Καθισμένοι κι άπραγοι όλοι τους, σ’ αυτό το ύψωμα απέναντι ακριβώς απ’ τα Καλάβρυτα. Ποτέ κανείς πρωτύτερα δεν είχε κάτσει εδώ για ν’ αγναντέψει το χωριό του. Τώρα θα δουν τα σπίτια τους να καίγονται: του Βαλιμίτη, του Μπότσαρη… Η συνοικία του Τσιρλαδή λαμπαδιασμένη. Το χωριό ολόκληρο. Κοπήκανε τα πόδια τους, μύρισε το λαγκάδι φόβο.
Και πάνω εκεί που κόρωνε η φωτιά κι η αγωνία τους για την τύχη των δικών τους, τους γάζωσαν από τη φαλακρή κορφή τα πολυβόλα. Στη μέση αυτοί και οι ριπές τούς θέριζαν. Έτσι ξεπνέωσαν οι μάρτυρες των Καλαβρύτων. Τη στιγμή που η αγωνία για τον τόπο τους έσμιγε με την αβεβαιότητα για τη δική τους τη ζωή.


Οι οιμωγές, τα βογκητά τους, οι κραυγές καλύφτηκαν από τους ήχους των πολυβόλων όπλων. Καλύτερα. Να μην ακούσω εκείνη τη φωνή του δωδεκάχρονου παιδιού που ζήταγε απορημένο μια απ’ το Θεό και μια απ’ τον πατέρα του βοήθεια. Κι από την άλλη, ικέτευε τους δολοφόνους του πριν το σκοτώσουν: «Θέλω να ζήσω», ξεκόλλαγε η κραυγούλα του από τη σκοτεινή της ρίζα να σου κόβει την ανάσα. «Είμαι μαθητής εγώ, μη με σκοτώνετε!»• και ράγιζε η αδύναμη φωνή βουνά και πέτρες. Μια φωνή ακατανόητη εντελώς στους Ναζί δολοφόνους: στους Λάιγκερ, στους Φρενεμπέργκερ, στους Τέννερ. Σ’ αυτούς που συνεργάστηκαν, οργάνωσαν και αποφάσισαν τον θάνατό του.
Λέω, καλύτερα που δεν το άκουσα αυτό το ουρλιαχτό. Γιατί είναι μαρτύριο να ζει κανείς μετά και να ’χει μες στ’ αυτιά του έναν τέτοιο σπαραγμό. Δεν θα μπορεί να γαληνέψει το μυαλό του, το κορμί του, η ψυχή του ολάκερη. Κι αυτό δεν είν’ ζωή. Μια τραγωδία είναι.

Ύστερα ήρθαν οι Καλαβρυτινές γυναίκες. Μάνες, αδερφάδες και συντρόφισσες. Να ψάξουν στο σωρό, να βρουν τα πτώματα προτού τα φάνε τα σκυλιά κι οι λύκοι. Να τα σηκώσουν, να τα θάψουνε. Μέρες και νύχτες ψάχναν και ψάχνανε τ’ αγαπημένα μέλη. Βουτηγμένες μες στο αίμα. Έστυβαν τα ρούχα τους κι έσταζαν απ’ το αίμα των δικών τους. Και ψάχνοντας η καθεμιά «μην είν’ αυτός;» ανασηκώναν τα κουφάρια• «όχι… της Γιαννιάς ο γιος». Και φώναζε η μια την άλλη: «Βρήκα το γιο σου… Τον άντρα σου…» Ερχότανε η άλλη, έπεφτε πάνω στο νεκρό κορμί, τ’ αγκάλιαζε, το πάστρευε με την παλάμη της, συμμάζευε τα χυμένα του μυαλά, τα διαμελισμένα μέλη του. Σερνόταν ένα σύθρηνο που φεύγανε τ’ αγρίμια φοβισμένα.
Ύστερα, η Καλαβρυτινή γυναίκα κουβάλαγε στον ώμο το κουφάρι, μόνη και το ’θαβε. Γιατί τέτοιες ώρες ο άνθρωπος ζητάει τον Θεό και δεν τον βρίσκει. Κι είναι μονάχος του.


Μια μάνα Καλαβρυτινή –γράφει ο Δημήτρης Καλδίρης, αυτόπτης μάρτυρας– έβγαλε, λέει, απ’ την τσέπη του αντρός της ένα ξεροκόμματο, μουλιασμένο απ’ το σκοτωμένο αίμα του. Το ’κοψε και το μοίρασε στα δυο παιδιά της. Να ξεγελάσουνε την πείνα τους με τη θεία μετάληψη από το καθημαγμένο σώμα και από το αίμα του Χριστού τους: του δικού τους Χριστού, που ως τα χτες ήταν ακόμα ζωντανός.

Ω, ναι, πουθενά δεν άκουσα ποτέ, άνθρωπος να παρασταίνει ανεπίγνωστα με μια του κίνηση το Θείο Δράμα. Πράξη ανθρώπου πιο λατρευτική δεν διάβασα ποτέ.
Μοναχά στα λόγια του Διονυσίου Σολωμού πηγαίνει ο νους μου:
«Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε η ώρα να ξεψυχήσω• κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει• […] εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα [..] Και τα μάτια μου δεν είδαν τόπο ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι».

Previous articleΛαχανοντολμάδες Κοζάνης Με ντομάτα και σαφράν
Next article“Πρωτοχρονιά” με την Ελληνική Κοινότητα Τορόντο