Home Απόψεις ΠΡΟΕΧΕΙ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

ΠΡΟΕΧΕΙ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

262

το DNA της εβδομαδας

ΠΡΟΕΧΕΙ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Η επιβίωση της Ελληνικής κοινότητας Τορόντο είναι ουσιαστικής σημασίας. Είναι εκ των ουκ άνευ. Το χρωστάει στην πολύχρονη και πλούσια ιστορία της. Για δεκαετίες αποτέλεσε τη καρδιά του ευρύτερου Ελληνισμού όχι μόνο στο Τορόντο , αλλά ολόκληρης της επαρχίας. Ήταν η θεμελιώδης και συνάμα η κινητήριος δύναμη πίσω από όλους τους δευτεροβάθμιους και τριτοβάθμιους Ομογενειακούς οργανισμούς που προωθούσαν τα συμφέροντα της Ελλάδος, και της  Κύπρου, σε Δημαρχιακό, Επαρχιακό, και Ομοσπονδιακό επίπεδο. Πάμπολλοι οι αγώνες που έδωσε όλα αυτά τα χρόνια, και τους κέρδισε όλους, κερδίζοντας ταυτόχρονα και τον σεβασμό και των τριών επιπέδων της εξουσίας. Αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για άλλες εθνικές Κοινότητες. Μπροστάρισσα.

Αυτά τότε. Τώρα παλεύει για την οικονομική και όχι μόνο επιβίωση της. Πολλοί οι λόγοι που την έφεραν σε αυτό το σημείο. Για τους οικονομικούς λόγους, είμαστε όλοι λίγο πολύ ενήμεροι. Πάντα κουβαλούσαμε ένα δυσβάσταχτο χρέος το οποίο τρανώθηκε και έγινε θηλιά στο λαιμό μας με την αποτυχημένη προσπάθεια να αναγείρουμε ένα μεγάλο Πολιτιστικό κέντρο αντάξιο της ιστορίας μας και του μεγέθους μας. Ενθουσιαστήκαμε, σχεδιάσαμε λάθος, παρασυρθήκαμε, δεν τα καταφέραμε. Το κάναμε δώρο σχεδόν σε άλλη εθνικότητα. Αποτύχαμε. Τελεία και παύλα. No need to cry over spilled milk. 

Δεν φαίνεται όμως να μιλάει κανείς και για τους άλλους, ακόμη πιο σοβαρούς λόγους , που μας έφεραν εδώ που είμαστε τώρα. Τους κοινωνικούς. Δεν μιλάει κανείς για την αποξένωση που ενέσκηψε ισοπεδωτικά πάνω στην Ομογένεια, και επηρέασε όχι μόνο τη Κοινότητα, αλλά ΟΛΟΥΣ τους άλλους φορείς, συλλόγους, ομοσπονδίες και κογκρέσο. Λες και μια τραυματική απογοήτευση μας αφαίρεσε το ενδιαφέρον για τα κοινά.  Σε αυτό ακριβώς αναφερόμουν στο προ δύο εβδομάδων κείμενο μου, όταν έλεγα ότι θα ήταν ευχής έργο μέσω της έδρας Νεοελληνικών σπουδών,( και όχι εδρών όπως κατά λάθος έγραψα), να γίνει μια μεταπτυχιακή εργασία πάνω σε αυτό το θέμα. Υλικό υπάρχει αρκετό.

Πάντα οι Έλληνες ερχόνταν κατά χιλιάδες στον Καναδά σαν κύματα. Το 1ο στις αρχές του αιώνα και μέχρι λίγο πριν τον 2ο ΠΠ. Το 2ο αμέσως μετά και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Το 3ο και πιο δραστήριο αμέσως μετά το Πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας. Το 4ο και τελευταίο, αλλά και πιο άτονο κοινωνικά, μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα.

Κάθε νέο κύμα μεταναστών ήθελε να βάλει τη δική του σφραγίδα στη Παροικία, και να επιβάλει τη δική του φιλοσοφία. Ιδιαίτερα το 3ο και πιο πολιτικοποιημένο. Η σύγκρουση με το 2ο ήταν αναπόφευκτη. Η σύγκρουση όμως δημιουργεί ενδιαφέρον και κοινωνική δραστηριότητα. Η Παροικία χωρίζεται σε Κοινοτικούς και Επισκοπικούς.  Και μέσα όμως στους κόλπους των Κοινοτικών δημιουργείται πολιτική αντιπαλότητα, η οποία δεν αργεί να εκδηλωθεί μέσα από αντίπαλους πολιτικούς συνδυασμούς. Η αντιπαλότητα αυτή αποδείχθηκε οξυγόνο για την φωτιά που άναβε μέσα στους κόλπους της Κοινότητας, και τη θέριευε. 

Ταυτόχρονα με την Κοινότητα, η Εκκλησία με επικεφαλής τον επίσκοπο Σωτήριο, διέγραφε τη δική της πορεία πέριξ του Μητροπολιτικού Τορόντο με τη δημιουργία ορθόδοξων Κοινοτήτων.  Παρά τη μεταξύ τους σύγκρουση όμως και οι δυο Ομογενειακές οντότητες έδειχναν να προοδεύουν. Σχολεία, θεατρικές ομάδες, χοροεσπερίδες, φεστιβάλ, γέμιζαν τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Ένας κοινωνικός οργασμός. 

Τίποτα όμως δεν κρατάει για πάντα. Ιδιαίτερα αν δεν ανανεώνεται. Την ανανέωση αυτή δεν μπόρεσε να την φέρει το 4ο και τελευταίο κύμα των ελλήνων μεταναστών. προφανώς δεν είναι ότι δεν θέλησε, απλά φάνηκε πως ήρθε ήδη κουρασμένο από την Ελλάδα. Δεν το έφερε εδώ η αναζήτηση νέων ευκαιριών, αλλά μάλλον η απογοήτευση που τους έδωσε η ίδια η πατρίδα. Και έτσι ξεκινά και η αποξένωση, η οποία ειρήσθω εν παρόδω να πούμε ότι ενισχύθηκε και από την έκρηξη της τεχνολογίας του διαδικτύου, που έκανε πανεύκολη την επικοινωνία με αυτούς που αφήσαν πίσω τους, και μείωσε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον να ενταχθούν στο Ομογενειακό κοινωνικό γίγνεσθαι, και ιδιαίτερα αυτό της Κοινότητος. 

Αυτό που καλείται να διαχειριστεί σήμερα η Ελληνική Κοινότητα Τορόντο είναι κάπως παράδοξο. Να κάθεται δηλαδή επάνω σε μια περιουσία η οποία αξιολογείται να ξεπερνά τα 50 εκατομμύρια δολάρια, αλλά να αδυνατεί να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα αλλά και να εξυπηρετήσει την υποθήκη της που ανέρχεται σε τέσσερα και μισό εκατομμύρια. Ποσό αμυδρό συγκρινόμενο με το μέγεθος της περιουσίας της. Που είναι λοιπόν το πρόβλημα θα αναρωτηθεί κανείς. Είναι στο γεγονός ότι στέρεψαν οι πηγές εσόδων για την Κοινότητα. Με την επέλαση δε του κόβιντ στέρεψαν παντελώς. 

Η Κοινότητα σε αυτή τη φάση είναι υποχρεωμένη να σκεφτεί καθαρά με επιχειρηματικά κριτήρια. Κριτήρια που λένε ότι επιβάλλεται να εκποιηθούν περιουσιακά στοιχεία, αν δεν θέλει να πέσει ολόκληρη στον γκρεμό. Το πρόβλημα όμως με τα περιουσιακά στοιχεία της Κοινότητος είναι ότι είναι όλα εκκλησίες. Και τα τέσσερα.

 Πωλούνται όμως εκκλησίες; Δυσάρεστο, αλλά ναι πωλούνται. Ιδιαίτερα όταν μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των εκκλησιαζόμενων σε αυτές και παρουσιάζουν συνεχώς οικονομική ζημιά. Εκκλησίες χτίζει ο λαός και κανείς άλλος. Ένας μεγαλοπρεπής αλλά άδειος από κόσμο ναός δεν είναι ευχάριστο θέαμα. Πόσο μάλλον όταν γίνεται και οικονομικά δυσβάσταχτος. 

Με τη πλάτη στον τοίχο, το ΔΣ της ΕΚΤ δεν φαίνεται να έχει και πολλές επιλογές. Θα ήταν ευχής έργο να μπορούσε να πετύχει αυτό που πέτυχε η Ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης, η οποία παραχώρησε με τη μέθοδο της αντιπαροχής το οικόπεδο της στο κέντρο της πόλης σε developer για την ανέγερση πολυώροφου highrise κτιρίου και κράτησε για τις ανάγκες της μερικούς ορόφους, λύνοντας μιας και δια παντός το οικονομικό της πρόβλημα. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να γίνει είτε στον Άγιο Δημήτριο, είτε στον Αγιο Ιωάννη. 

Σε διαφορετική περίπτωση, η πώληση μιας εκ των τριών εκκλησιών,( η Αγία Ειρήνη εξαιρείται λόγω μεγέθους), είναι αναπόφευκτη. Η πιο ζημιογόνος οικονομικά φαντάζομαι. 

Εκτός και αν τινές εκ των πλουσίων Ελλήνων ομογενών ανοίξουν τα πορτοφόλια τους και σβήσουν μια για πάντα το χρέος της Κοινότητας. 

Σίγουρα πάντως κάτι πρέπει να γίνει.

ΥΓ. Πολύ καλή επίσης είναι η ιδέα να παραχωρηθεί ο Μητροπολιτικός ναός της Παναγίας στην Αρχιεπισκοπή αντί του ευτελούς ποσού των 4.5 εκ. δολαρίων, ( στο μισό της αντικειμενικής της αξίας), αναδεικνύοντας και τις δύο πλευρές κερδισμένες. Την Αρχιεπισκοπή με δικό της Μητροπολιτικό ναό, και τη Κοινότητα απαλλαγμένη από το χρέος.