Home Απόψεις Τράπεζες και … “Ληστεία”

Τράπεζες και … “Ληστεία”

115

Γράφει ο Πλάτων Ρούτης – Proutis0107@rogers.com

Σε αυτόν τον “παράδεισο” που λέγετε καπιταλισμός, μας έχουν δημιουργήσει τέτοιες τεράστιες οικονομικές ανάγκες και τα νοικοκυριά πολύ συχνά καταφεύγουν στις τράπεζες για δανεισμό να καλύψουν τις ανάγκες τους. Οι τράπεζες  με το αζημίωτο βέβαια τους βάζουν και τον (νόμιμο) επιτόκιο και σε τακτά διαστήματα παίρνουν και τους τόκους. Τι είδους “Παράδεισος” είναι αυτός που όλοι συνεχίζουμε να δανειζόμαστε ώστε οι τράπεζες να κάνουν τα μεγάλα κέρδη χωρίς να υπάρχει καμία διαμαρτυρία; γιατί αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του ληστρικού καπιταλισμού που τα παράγωγά του είναι αυτές οι τράπεζες που βγάζουν τα αμύθητα κέρδη τους ενώ έχουν δημιουργήσει τις ανάγκες στο κόσμο. Παράλληλα έχουν δώσει ώθηση στην μεγάλη επιχειρηματική παρασιτική οικονομία.

Με τον όρο «παρασιτική οικονομία» εννοούμε την επιχειρηματική δραστηριότητα που είναι βουτηγμένη στην κερδοσκοπία, στην απάτη και στις μίζες, δηλαδή στην εγκληματική οικονομική δραστηριότητα. Τα υπέρογκα κέρδη που συσσωρεύονται σε αυτή την οικονομική δραστηριότητα και η στήριξη που παρέχουν τα κράτη και το τραπεζικό σύστημα στις δραστηριότητες αυτές είναι κατά τη γνώμη μου τα βασικά αίτια που γεννούν την άνθηση της παρασιτικής οικονομίας. Αυτής που έχει στήσει το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα της κερδοσκοπίας της αγοράς, της χρηματοπιστωτικής απάτης και της μίζας. Τις τελευταίες μέρες έχουμε αρκετά δείγματα αυτού του είδους της οικονομικής εγκληματικότητας, που αντλεί την ισχύ της από την επικρατούσα «φιλοσοφία» της νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Tο «μαύρο χρήμα» από παράνομες δραστηριότητες ρέει άφθονο και μετακινείται ευχερώς με πολύπλοκες διαδρομές, ενώ το νόμιμο χρήμα, από τη νόμιμη παραγωγική, επιχειρηματική δραστηριότητα, είναι πλέον ανεπαρκές για να τονώσει την παραγωγική μηχανή. Και τα κράτη και το τραπεζικό σύστημα επιμένουν να στηρίζουν την παρασιτική οικονομία. Ας ρίξουμε μια ματιά να δούμε τι συμβαίνει στη χρηματοπιστωτική αγορά, στο τραπεζικό σύστημα και στο κύκλωμα της μίζας.

Η περίφημη χρηματοπιστωτική αγορά γέμισε από νεαρούς εξυπνάκηδες, που την «προίκισαν» με κάθε είδους «εφευρέσεις απατηλές», όπως για παράδειγμα τα περίφημα δομημένα ομόλογα, τα swaps, τα παράγωγα προϊόντα, τις χρηματιστηριακές φούσκες και κάθε είδους παγίδες για τους αμύητους μικροεπενδυτές. Ενώ για τους μεγαλοεπενδυτές υπάρχουν τα άφθονα κέρδη της τοκογλυφίας! Παρά το γεγονός ότι η τοκογλυφία αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα, τέτοιες επιχειρήσεις τοκογλυφικής εκμετάλλευσης των δανειοληπτών δημιουργήθηκαν πολλές στις ΗΠΑ κυρίως, αλλά και στην Ευρώπη σε μικρότερη κλίμακα. Χορηγούσαν δάνεια σε αφερέγγυους δανειολήπτες με υψηλό επιτόκιο και κέρδιζαν μέχρι που έσκασε η φούσκα, λόγω της αδυναμίας των οφειλετών να καλύψουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους. Και την ίδια δραστηριότητα την είχαν και πολλές μεγάλες τράπεζες. Και το δυσάρεστο είναι ότι οι τοκογλυφικές επιχειρήσεις και οι τράπεζες με τις δραστηριότητες αυτές γέμισαν τις χρηματοπιστωτικές αγορές με δομημένα ομόλογα, που στηρίζονταν στα αφερέγγυα δάνεια και έκαναν κέρδη από αυτά τα δάνεια. Δηλαδή ένας φαύλος κύκλος και μία φούσκα στην οικονομία που περίμενε να εκραγεί και η φούσκα έσκασε με πάταγο. Και τότε οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης (FED, ΕΚΤ, Τράπεζα Βρετανίας κ.λπ.) άνοιξαν το πουγκί τους και στήριξαν τις υπό κατάρρευση κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και τράπεζες, με το αιτιολογικό ότι τάχα προστατεύουν τους επενδυτές και το τραπεζικό σύστημα ενώ στην πραγματικότητα προστατεύουν αισχρούς τοκογλύφους, τράπεζες και ιδιώτες. Η κρίση των στεγαστικών δανείων είναι μαζί και κρίση των δομημένων ομολόγων. Τώρα είναι έτοιμη να σκάσει και η «φούσκα» μιας άλλης εφεύρεσης.

Άρχισε να γίνεται πλέον ορατός ο κίνδυνος κατάρρευσης άλλων κερδοσκοπικών επιχειρήσεων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, αυτών των εταιρειών διαχείρισης swaps και άλλων παραγώγων προϊόντων της παρασιτικής οικονομίας. Και για τη διάσωσή τους αγωνίζονται οι μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Και αργότερα στην ομάδα «διάσωσης» θα προστεθούν και οι κεντρικές τράπεζες. Όλες οι δυνάμεις ενωμένες για να διασωθεί η παρασιτική οικονομία της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες και τα «έξυπνα» πιστωτικά χαρτιά έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά μετατρέψει τη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά και τα χρηματιστήρια από αναπτυξιακά όργανα σε ένα από τα ισχυρά παρακλάδια της κερδοσκοπίας και της παρασιτικής οικονομίας. Τα όσα συμβαίνουν σήμερα εκεί είναι ανομολόγητα, πραγματικές εστίες μόλυνσης της οικονομίας.

Ξέπλυμα «μαύρου χρήματος», κερδοσκοπία με τα διαπραγματεύσιμα χαρτιά, διακίνηση κεφαλαίων σε διάφορες χώρες, χτυπήματα εναντίον ασθενών οικονομιών, αμαρτωλοί τίτλοι εξαπάτησης των μικρών επενδυτών και πολλά άλλα «απόβλητα» παράγει σήμερα η χρηματοπιστωτική αγορά. Ποιος θα μπορέσει να καθαρίσει την «κόπρον του Αυγεία»; Και το τραπεζικό σύστημα άρχισε να μολύνεται σοβαρά από την κερδοσκοπική παρασιτική οικονομία, με τη βοήθεια και της πληροφορικής και την ανοχή του κράτους. Ο βασικός παράγοντας της μόλυνσης του τραπεζικού συστήματος είναι η ιδιωτικοποίησή του. Κρατικές τράπεζες δίνονται στο ιδιωτικό κεφάλαιο και ο τζόγος του χρηματιστηρίου μπαίνει στην καθημερινότητα. Η τραπεζική κερδοσκοπία άρχισε με τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια στις καταθέσεις και τα πολύ υψηλά επιτόκια δανεισμού. Συνεχίστηκε με τη χρέωση των πελατών με φανταστικά έξοδα κάθε λογής (όπως για παράδειγμα «έξοδα φακέλου» στα στεγαστικά δάνεια) και εξακολουθεί με μικρές ή μεγάλες απάτες, ακόμη και με εικονικές αναλήψεις από καταθέσεις πελατών. Η πληροφορική προσφέρεται για τέτοιες βρωμοδουλειές, ενώ δεν έχουν υιοθετηθεί ισχυρά συστήματα ελέγχων στο τραπεζικό σύστημα. Και η παρασιτική οικονομία συνεχίζεται με τις μίζες, που έχουν προκαλέσει ευρείας έκτασης διαφθορά στο πολιτικό σύστημα (σε όλα σχεδόν τα κράτη), στον κρατικό μηχανισμό, στους παράγοντες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και σε πολλά θεσμικά ή εξωθεσμικά όργανα που διαθέτουν δύναμη. Οι πάντες εισπράττουν μίζες για νόμιμες ή παράνομες πράξεις και παραλείψεις. Ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί, τραπεζικοί υπάλληλοι, δημοσιογράφοι, κομματικοί παράγοντες και κομματικοί μηχανισμοί εισπράττουν μίζες, είτε με εκβιασμούς είτε με τη θέληση των ενδιαφερομένων. Και δημιουργούνται τα γνωστά σε όλους μας σκάνδαλα όπως η υπόθεση Siemens διεθνώς και οι προεκτάσεις της γνωστής υπόθεσης Ζαχόπουλου, αποκλειστικά ελληνική. Και οι δύο αυτές υποθέσεις, που βρίσκονται στο στάδιο της δικαστικής διερεύνησης, έχουν έντονο άρωμα μίζας και εκβιασμού. Και πολύ περισσότερο η υπόθεση Siemens, που φαίνεται να αγκαλιάζει και πολιτικούς σε ορισμένες χώρες.

Ασφαλώς η Siemens δεν είναι η μοναδική μεγάλη εταιρεία με διεθνή δραστηριότητα που πληρώνει για να εξαγοράσει υποστήριξη από ισχυρούς πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες που είναι φανερό ότι οι εξαγορές φαίνεται να αγγίζουν και τη χώρα μας σύμφωνα με πληροφορίες. Πάντως ένα είναι γεγονός: οι μίζες δίδονται για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή για ενέργειες σε βάρος του λαού ή του δημοσίου συμφέροντος και είναι το τίμημα μιας παράνομης κερδοφόρου ενέργειας, δηλαδή αθέμιτη συναλλαγή, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αφήνει ίχνη και συνεπώς δεν μπορεί να αποδειχθεί με στοιχεία που να πείθουν, γι’ αυτό και έχει τόσο εξαπλωθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Η παρασιτική οικονομία έχει δράστες και συνεργούς τους «εγκληματίες με κολάρο». Συνήθως ανώτερα στελέχη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ανθρώπους της εξουσίας και της οικονομικής δύναμης. Δηλαδή πρόσωπα με ευρεία κοινωνική εμβέλεια. Δεν είναι το πρόβλημα μόνο τωρινό με αυτή την κυβέρνηση της Ν.Δ. αλλά πάει πίσω και με κυβερνήσεις του ΖΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, τα κόμματα του κεφαλαίου και των μνημονίων. 

Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου έχουν συστηματικά για πολλές δεκαετίες τώρα εξαφανίσει τον πρωτογενή τομέα στην παραγωγή. Στην χώρα που οι επενδύσεις δεν συνδέονται με την βιομηχανική παραγωγή δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, δεν παράγουμε αρκετά και δεν υπάρχει σχέδιο για την επόμενη ημέρα και υποστηρίζεται η εισαγωγή προϊόντων από άλλες χώρες. τότε -μόνον δεινά μας περιμένουν. Οι κυβερνήσεις δεν έχουν αναπτύξει ένα εθνικό σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης(με τομείς προτεραιότητας, με εργαλεία στήριξης, με στόχους, με υπεύθυνη ενημέρωση των ενδιαφερομένων) και παρά τις υποσχέσεις, η γραφειοκρατία πνίγει κάθε ελπίδα.

Τί μένει; Οι εισαγωγές βεβαίως…Εισάγοντας τα πάντα, όπως κάνουμε εδώ και δεκαετίες, όλοι ήταν ευχαριστημένοι: οι καταναλωτές έβρισκαν τα πάντα στα ράφια, οι τράπεζες δάνειζαν χωρίς όρια, οι εισαγωγείς θησαύριζαν και η κοινωνία συνήθιζε στην εξάρτηση, δηλαδή στην κατανάλωση ξένων προϊόντων χωρίς να νοιάζεται για την επόμενη μέρα. Που μας οδηγεί αυτή η εξάρτηση στα ξένα προϊόντα με τις εισαγωγές; Στις αυξημένες υποχρεώσεις του Ελληνικού δημοσίου με καταγραφή μεγαλύτερου χρέους.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, οι συνολικές οφειλές ανέρχονται στο ποσό των 334,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο μεγαλύτερος όγκος αφορά το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Ο οφειλές του Δημοσίου προς τα ταμεία, (39 δισ. ευρώ), ίσως εξηγούν τις ανεπάρκειες του ασφαλιστικού συστήματος.

Αυτές οι ανάγκες δανεισμού χρημάτων στην Ελλάδα για να καλύψουν τα χρέη που δημιούργησαν τα δάνεια από άλλες περισσότερες δυνατές οικονομικά χώρες, είναι σχέσεις υποτέλειας και ο δανεισμός από ένα πλούσιο κράτος σε ένα φτωχό έχει τον σκοπό του ελέγχου του κράτους και επεκτείνεται στον έλεγχο αυτού του κράτους σε οικονομικό αλλά και πολιτικό.

Δεν είναι όμως τα ισχυρά κράτη που ασκούν τον οικονομικό αλλά και πολιτικό έλεγχο είναι οι διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή τράπεζα και άλλα ισχυρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ευρώπη και Αμερική. Αυτοί συνεχίζουν να δανείζουν τη χώρα παρά την συνεχή άνοδο των χρεών της, είναι ο εξαιρετικός προπαγανδιστικός μηχανισμός της (στηρίζοντας τη χρηματοδότηση του, όσο τίποτα άλλο). Είναι σίγουροι πως θα ξεπουλήσει τα πάντα όσον αφορά την δημόσια περιουσία, θα πλειστηριάσει την ιδιωτική, θα μετατρέψει τη χώρα σε πολυπολιτισμική, θα απορρυθμίσει την αγορά εργασίας και θα μειώσει ακόμα περισσότερο τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων χωρίς να αντιδράσει καθόλου η κοινωνία έχοντας εξουδετερωθεί πλήρως μέσω της αριστοτεχνικής τους χειραγώγησης.

Ήδη από το 1945 μετά το τέλος του πολέμου με διάταγμα του βασιλιά της Ελλάδας τότε Γεωργίου Β’ υπογράφτηκε αναγκαστικός νόμος για τον δανεισμό της Ελλάδας από ξένες τράπεζες και έτσι συνεχίστηκε η υποταγή της χώρας.

Το πρόβλημα της υποταγής της Ελλάδας σε άλλα κράτη οικονομικά δυνατότερα δεν είναι καινούργιο. Ρίχνοντας μία ματιά σε μια οικονομική μελέτη του Νίκου Μπελογιάννη μαθαίνουμε ότι από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό με την επανάσταση, οι ξένοι τραπεζίτες λυμαίνονταν ότι υπήρχε τότε στη φτωχή Ελλάδα μετά από τα τετρακόσια χρόνιά σκλαβιάς.

Τα δάνεια της «ανεξαρτησίας» του Νίκου Μπελογιάννη

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από τη μελέτη του Νίκου Μπελογιάννη για τα «Δάνεια της ανεξαρτησίας» (από το έργο του «ΤΟ ΞΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»).

Μόλις άρχισε η επανάσταση του ’21, αρχίζουν κι οι ξένοι τοκογλύφοι το θεάρεστο έργο τους σε βάρος ενός λαού που’ χυνε ποτάμι το αίμα για τη λευτεριά. Ειν’ αλήθεια ότι μέσα στις συνθήκες που πάλευαν οι Έλληνες , χωρίς τ’ απαραίτητα οικονομικά μέσα ακόμη και για την αγορά λίγου μπαρουτιού, ένα εξωτερικό δάνειο με καλούς όρους θα βοηθούσε σημαντικά, θα δυνάμωνε και θα ‘δινε φτερά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Οι ξένοι τοκογλύφοι, με συνεργούς τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και τους πάμπλουτους καραβοκυραίους, κατάφεραν να ωφελήσουν μονάχα το πουγκί τους και τους ξένους τυχοδιώκτες από τα δύο μπεζαχτά της επανάστασης. Τη μεγάλη και θλιβερήν τους ιστορία, που είναι για γέλια και για κλάματα, θα τη διηγηθώ τώρα παρακάτω, αρχίζοντας από το πρώτο δάνειο.

Μόλις ξέσπασε η επανάσταση, ο λαός πρόσφερνε ό,τι είχε και δεν είχε. Οι αγρότες τα ζώα τους και τα γεννήματά τους, οι τσοπαναραίοι και το τελευταίο τους πρόβατο, οι κοπέλες τις προίκες τους, οι γυναίκες τους άντρες τους, και όλοι μαζί, χωριάτες και τσοπάνηδες, ναύτες και μικροτεχνίτες, άντρες και γυναίκες έδιναν το αίμα τους και τη ζωή τους για να λευτερωθεί ο τόπος από τον ξένο ζυγό.

Στο μεγάλο αυτό εθνικό σάλπισμα της λευτεριάς, οι αστοκοτζαμπάσηδες ξέρετε τι πρόσφεραν; Αφού αντιδράσανε στην κήρυξη της επανάστασης και ύστερα αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος θέλοντας και μη, όχι μόνο δεν άνοιξαν το παραφουσκωμένο πουγκί τους να δώσουν έστω κι ένα γρόσι για τον αγώνα, αλλά βουτήχτηκαν και μεταξύ τους ποιος θα πρωταρπάξει περισσότερα χτήματα απ’ αυτά που παράτησαν οι Τούρκοι.

Κι έτσι, αφού ξοδεύτηκαν τα λίγα λεφτά της Φιλικής Εταιρείας και των εμπόρων και πραγματευτάδων του εξωτερικού, η επανάσταση δεν διέθετε πια πεντάρα για τη συνέχιση του αγώνα. Με τους φόρους δεν ήτανε δυνατό ν’ αντιμετωπιστεί η κατάσταση.