Home Community News ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ

117
0

Η Ιφιγένεια άρχισε από το πρωί να ετοιμάζεται για το στολισμό του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ακόμα μια χρονιά δύσκολη, και σκεφτόταν “Μην παραδώσω τα όπλα στη θλίψη που ταλανίζει τον κόσμο μας. Θα τα στολίσω σε πείσμα των καιρών που ζούμε και θα γίνει η πιο όμορφη γωνιά του σπιτιού, όπως και στο τζάκι.” Έστησε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και άρχισε να κρεμάει τα στολίδια που φύλαγε πάντα με προσοχή. Κάθε φορά που ξετύλιγε ένα στολίδι, με πόση λαχτάρα και προσοχή το έπιανε για να το βάλει στο δέντρο. Καθένα είχε και την ιστορία του, αλλά δυο-τρία ήταν αυτά που ξεχώρισαν γιατί ήταν δεμένα με την καρδιά της. Δύο ασημένιες καμπανούλες και μια ακόμα χρωματιστή, την κράτησε στα χέρια της με τόση τρυφερότητα, όσα ήταν τα χρόνια που τη στόλισε με το μικρό της αδερφό στο πρώτο τους δεντράκι. Ακόμα, είχε μπροστά της μια παλιά μολυβοθήκη, ήταν ένας ασημένιος ιππότης, κι ένα κόκκινο βάζο με άσπρα λουλούδια, είχε γράψει στο πίσω μέρος της βάσης “Πρωτοχρονιά 1975”, δώρο της αγαπημένης της μάνας. Το θυμόταν σαν να ήταν τώρα κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια. Ο χρόνος δεν μπορεί να ξεθωριάσει αυτές τις στιγμές. Αυτή τη μολυβοθήκη δεν την αποχωριζόταν ποτέ, την είχε πάντα στη βιβλιοθήκη της και, πολλές φορές, στεκόταν μπροστά της και την έβλεπε.

Ήταν το μοναδικό χριστουγεννιάτικο δώρο που είχε μείνει από τη μάνα της, δώρο του Άη Βασίλη. Τώρα που είχε φύγει εκείνη απ’ τη ζωή, το εκτιμούσε διπλά. Το έβαλε, λοιπόν, κάτω απ’ το δέντρο. Τί ευτυχισμένα χρόνια, κι ας είχαν τις δυσκολίες τους. Με πόση λαχτάρα περιμέναμε τα Χριστούγεννα κι ας μην είχαμε πολυτέλειες, κι ας μη ξέραμε τί ήταν το ρεβεγιόν, μας έφτανε η ελπίδα για το καλύτερο αύριο που θα ερχόταν.
Σκεφτόταν, καθώς στόλιζε το δέντρο της, ότι, θαρρείς μια αόρατη δύναμη παραμέριζε τα σύννεφα τις μέρες των Χριστουγέννων και κάνει τις καρδιές των ανθρώπων να παραβλέπουν την κακία και το μίσος και να γεμίζουν με αγάπη. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και το νόημα της γέννησης του Χριστού; Καταλαβαίνεις τη διαφορά. Η κακία σε ταπεινώνει, σε εξαντλεί, η αγάπη σου δίνει δύναμη, σε ελευθερώνει.
Δίπλα στο δέντρο της στόλισε πολλές ευχετήριες κάρτες, αυτές που είχε λάβει από φίλους παλιά, τότε που οι άνθρωποι ξεχώριζαν γράφοντας λίγες ευχές στο πίσω μέρος μιας κάρτας, και μια που της άρεσε πολύ και ξεχώριζε απ’ όλες, με χρονολογία 1957.

Το τζάκι το στολισμένο με γιρλάντες και πολλά χριστουγεννιάτικα στολίδι φεγγοβολούσε με τα λαμπιόνια, δεν τα έσβηνε, παρά μόνο αφού τελείωναν οι γιορτές. “Θα βάλω και τα κόκκινα εργόχειρα, να γεμίσει το σπίτι χαρά” σκεφτόταν, “Το κόκκινο της γιορτής”. Όλη τη μέρα είχε ασχοληθεί και ετοίμασε, επιτέλους, το σπίτι, κρέμασε και το στεφάνι στην πόρτα, αλλά κάτι ακόμα έλειπε. Την επόμενη μέρα πήρε το αυτοκίνητό της και όπως κάθε χρόνο, πήγε στο γνωστό μέρος και έκοψε κουμαριές με κατακόκκινα κούμαρα, πεύκο, κλαδιά από έλατο και λίγα κλαδιά ελιάς. Ήξερε ότι ήταν έθιμο από τα αρχαία χρόνια. Χωρίς αυτά, πίστευε ότι το στόλισμα ήταν μισό. Τί ωραίο που ήταν τώρα το σπίτι της. “Όλα είναι όμορφα” σκέφτηκε “αλλά λείπουν οι άνθρωποι που έδιναν τέτοιες μέρες διπλή χαρά. Τα παιδιά της είχαν φύγει απ’ το σπίτι, μα κι αγαπημένα πρόσωπα που κάθε χρόνο μαζεύονταν γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Τώρα, ακόμα χειρότερα, με την κατάσταση που ζούμε σ’ όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι έχουν μαζευτεί στα σπίτια τους, οι παρέες, οι επισκέπτες, οι χοροί, όλα έχουν περιοριστεί ή έχουν σταματήσει. “Με τί λαχτάρα περιμέναμε” σκεφτόταν, “να ανοίξουμε αυτές τις γιορτινές μέρες τα σπίτια μας, να έρθουν οι φίλοι, συγγενικά πρόσωπα, και με πόσο φόβο τώρα πας κοντά στον άλλο και λες μήπως είναι άρρωστος;”.

Δύο χρόνια τώρα, η ζωή μας πόσο άλλαξε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Τώρα έχει περιοριστεί και η εκκλησία, την ημέρα των Χριστουγέννων την περίμενε με τόση λαχτάρα, ν’ ακούσει τις καμπάνες την ώρα που χάραζε η μέρα. Τί γλυκολάλητο ξύπνημα, και να πάρει τη θεία κοινωνία εκείνη τη μέρα που οι εκκλησίες έσφυζαν από κόσμο. “Μισά Χριστούγεννα” σκέφτηκε.
Μόνο τα παιδιά της θα ‘ρχονταν και φέτος στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Κι έτσι έγινε. Το πρωί με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας βρέθηκε στην εκκλησία χωρίς να βγάλει τη μάσκα της, και σε απόσταση απ’ τους άλλους ανθρώπους, όπου ο φόβος δεν τους άφηνε ν΄ αγκαλιάσει ο ένας τον άλλο και ν’ ανταλλάξουν ευχές.
Όταν πέρασε η μέρα των Χριστουγέννων αναρωτήθηκε πόσοι άνθρωποι, άραγε, φέτος δεν έκαναν Χριστούγεννα, αλλά πέρασαν μέσα στη μοναξιά τους, χωρίς κανείς να τους νοιαστεί. Κι άλλοι, μέσα στα νοσοκομεία διασωληνωμένοι χωρίς κανέναν δικό τους δίπλα τους να τούς κρατά το χέρι, να τους πει δυο λόγια παρηγοριάς. Όσοι δεν ήταν σε καταστολή, το μόνο που θα έβλεπαν ήταν ο άνθρωποι, γιατροί και νοσοκόμες που έμοιαζαν λες και ήρθαν απ’ το διάστημα, που τους παρείχαν τη φροντίδα.
Τί φοβερή κατάσταση που βρήκε τον κόσμο.

Βυθισμένη στις σκέψεις της, το χτύπημα του τηλεφώνου την επανέφερε και μια φωνή απ’ την άλλη άκρη της ζητούσε βοήθεια γιατί πολλά αδέσποτα ζωάκια είχαν μείνει χωρίς νερό και τροφή μέσα στο κρύο. Δεν ήθελε τίποτ’ άλλο ν’ ακούσει, πάντα προμηθευόταν τροφές για τ’ αδέσποτα. ξεκίνησε αμέσως. Η χαρά που πρόσφερε τη βοήθειά της, ερχόταν απ’ το Θεό. “Να η θεία κοινωνία” σκέφτηκε, “που δεν μπόρεσα να πάρω φέτος”

Previous articleΓαλοπούλα-γεμιστή
Next articleΑπειλή Omicron, κίνδυνος νέου lockdown…;