Home Community News 26 χρόνια από το έγκλημα

26 χρόνια από το έγκλημα

267

Στις 31 Μαΐου 2019 είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία βραδιά-ωδή (She), αφιερωμένη σε αυτό το μυστήριο και συνάμα υπέροχο πλάσμα που ονομάζεται γυναίκα στα πλαίσια του Greek Artist Expo 2019 σε σκηνοθεσία του Γιώργου Σκανδάλη. Στον κόσμο μπορεί να θεωρούμε αυτονόητα πολλά από τα δικαιώματα που έχουμε κατακτήσει, όμως σε πολλές γωνιές του πλανήτη οι άνθρωποι και πολύ περισσότερο οι γυναίκες, πασχίζουν ακόμη για τα αυτονόητα δικαιώματά τους. Ασυναίσθητα στον ρου της βραδιάς η σκέψη μου ταξίδεψε σε μία μαύρη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας (σε τεράστιο βαθμό ενάντια στις γυναίκες) που φέτος μάλιστα κλείνει μόλις 26 χρόνια από την στιγμή που συνέβη, την Γενοκτονία της Ρουάντας.

Ρουάντα: Η μικρή χώρα της Κεντροανατολικής Αφρικής απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1962 από το Βέλγιο. Η χώρα αποτελούσε μέρος της Βελγικής αποικίας Rwanda-Urundi που πλέον αποτελεί τις χώρες Ρουάντα και Μπουρούντι (Rwanda, Burundi). Ο πληθυσμός της χώρας αποτελούταν από τρεις φυλές, τους Χούτου (Hutu), Τούτσι (Tutsi) και Τουά (Twa). Οι τρεις αυτές φυλές μοιράζονται την ίδια γλώσσα και ουσιαστικά έχουν παραπλήσια εθιμοτυπικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο ανέκαθεν ο πληθυσμός των Τούτσι ιδίως επί εποχών Γερμανικής και Βελγικής αποικιοκρατίας έχαιρε καλύτερης αντιμετώπισης από τους αποικιοκράτες σε βάρος των υπολοίπων δύο φυλών, και ιδίως ενάντια στους Χούτου που αποτελούσαν την πλειοψηφία. Το γεγονός αυτό προκαλούσε προστριβές που βαθμιαία γιγαντώνονταν με αποτέλεσμα να υπάρχει εκτεταμένη έχθρα μεταξύ Χούτου και Τούτσι που σταδιακά οδήγησαν μετά την ανεξαρτησία σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των τελών της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90 κυρίως, με τους Χούτου να επιχειρούν διά των όπλων να αναλάβουν την διακυβέρνηση της χώρας και να απομονώσουν τους Τούτσι από κάθε διοικητική θέση.




Εικόνα 1: Δείγμα των φυλετικών ταυτοτήτων που η Βελγική αποικιοκρατία εισήγαγε στην Ρουάντα με την φυλή να αναγράφεται κάτω από την φωτογραφία.

Φυλετικές ταυτότητες: Η Βελγική αποικιοκρατία θέλοντας να διατηρήσει τα προνόμια της άρχουσας φυλής των Τούτσι εισήγαγε το 1935 ταυτότητες οι οποίες ανέγραφαν την φυλή στην οποία ανήκε ο κάθε κάτοικος (Χούτου, Τούτσι, Τουά) σε μια προσπάθεια να ξεχωρίσει την λεγόμενη «άρχουσα τάξη» των Τούτσι από τις υπόλοιπες φυλές. Τα δελτία ταυτότητας συνέχισαν να εκδίδονται και μετά το τέλος της αποικιοκρατίας με ορισμένους πλούσιους Χούτου μάλιστα να εξαγοράζουν την ταυτότητα των Τούτσι.




Εικόνα 2: Η σημαία του FPR (Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα).

Δικτατορία του Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα: Το 1973 ο υπουργός άμυνας της Ρουάντα Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα (Juvénal Habyarimana), με στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον νόμιμο εκλεγμένο πρόεδρο Γκρεγκουάρ Καϊμπάντα και επέβαλε στρατιωτική δικτατορία. Όλα τα κόμματα καθώς επίσης και αυτό στο οποίο συμμετείχε σαν υπουργός ο Χαμπιαριμάνα (κόμμα Parmehutu), διαλύθηκαν και στην χώρα επιβλήθηκε δικτατορία με μοναδικό νόμιμο κόμμα το  Mouvement Révolutionaire National pour le Développement που ο ίδιος ο Χαμπιαριμάνα ίδρυσε. Όντας ο ίδιος Χούτου, επέβαλλε ουσιαστικά μια δικτατορία που σκοπό είχε σταδιακά να οδηγήσει τους Τούτσι στο περιθώριο και εκτός χώρας με διάφορους τρόπους οι οποίοι περιελάμβαναν εκτελέσεις, συλλήψεις άνευ λόγου και αιτίας, συντριβή των αντιφρονούντων κτλ. Η πολιτική αυτή οδήγησε την χώρα στον εμφύλιο. Με ένοπλες δυνάμεις ανταρτών Τούτσι να επιχειρούν να σταματήσουν την καταπίεση και διωγμό των Χούτου. Μία από τις δυνάμεις των ανταρτών που οργανώθηκε σε κοινό μέτωπο ενάντια της καταπίεσης ήταν το FPR (Rwandan Patriotic Front – Front patriotique rwandais –  Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα) με αρχηγό τον Πωλ Καγκάμε (Paul Kagame). Το FPR με μεγάλη ομάδα ένοπλων ανταρτών εισβάλλει στην Ρουάντα το 1990 με σκοπό να ανατρέψει τον Χαμπιαριμάνα και να σταματήσει τις θηριωδίες των Χούτου ενάντια στους Τούτσι. Αυτό υπήρξε και η αιτία της επίσημης έναρξης του Εμφυλίου της Ρουάντα.

Δολοφονία του Χαμπιαριμάνα και έναρξη της θηριωδίας: Στις 6 Απριλίου 1994 στις 20:30 κοντά στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της χώρας, Κιγκάλι, το αεροπλάνο που μετέφερε τον επί 21 χρόνια πρόεδρο της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα, καταρρίπτεται με όλους τους επιβάτες να σκοτώνονται στην πτώση. Το νέο διαδόθηκε σε ολόκληρη την χώρα μέσα σε λίγες ώρες με αξιωματούχους να αναφέρουν πως το  FPR δολοφόνησε τον πρόεδρο Χαμπιαριμάνα. Η στρατιωτική ηγεσία αντιδρά δολοφονώντας μετριοπαθείς πολιτικούς και δημοσιογράφους που καταφέρονταν ενάντια στους Χούτου. Παράλληλα από τα ραδιόφωνα ήδη την ίδια μέρα καλούνται οι κάτοικοι της χώρας που είναι Χούτου να εξοπλιστούν με μαχαίρες, ρόπαλα, τουφέκια κι ό,τι άλλο όπλο μπορεί να σκοτώσει και το σύνθημα που δίνεται είναι το «κόψτε τα ψηλά δέντρα» (cut the tall trees) λόγω του γεγονότος πως η φυλή των Τούτσι είχε ψηλό ανάστημα. Ομάδες στρατιωτικών, ενισχυμένοι από πολίτες καθώς και κατοίκους της φυλής Τουά ξεχύνονται στους δρόμους σε όλη την χώρα και επιδίδονται σε ένα ανελέητο και φρικιαστικό λουτρό αίματος, σκοτώνοντας κατοίκους που στις ταυτότητές τους αναγράφονταν η φυλή των Τούτσι. Παιδιά, γέροι, νέοι πέφτουν θύματα της θηριωδίας ακόμη και στην υποψία ότι μπορεί να ήταν Τούτσι. Πρωταρχικός και κυρίαρχος όμως στόχος…οι γυναίκες. Οι Χούτου εξτρεμιστές ανοίγουν τις πόρτες των νοσοκομείων και απελευθερώνουν ασθενείς με HIV/AIDS ώστε να απαρτίσουν τις λεγόμενες ομάδες βιασμού. Κατά την διάρκεια της γενοκτονίας οι βιασμοί ήταν το συχνότερο φαινόμενο της εξόντωσης των Τούτσι. Γυναίκες και μικρά κορίτσια πολλές φορές ακόμα και Χούτου (λόγω των γάμων με τους Τούτσι) έπεφταν θύματα ομαδικών βιασμών. Άντρες μολυσμένοι με τον ιό HIV ή ακόμα και σύφιλη, τις βίαζαν επανειλημμένως προκειμένου όπως έλεγαν «να πεθάνουν με αργό και βασανιστικό θάνατο». Ούτε ο κόσμος που αναζητούσε καταφύγιο ακόμα και μέσα σε εκκλησίες όπως για παράδειγμα στην εκκλησία Νταράμα (Ntarama church) δεν γλίτωσε. Στις 15 Απριλίου 1994, 5000 γυναικόπαιδα που αναζήτησαν καταφύγιο στην προαναφερθείσα εκκλησία σφαγιάστηκαν βάναυσα με ρόπαλα, μαχαίρες και εμπρησμό μέχρις τελευταίου. Οι Χούτου δεν δίστασαν να αιχμαλωτίζουν οποιαδήποτε γυναίκα ξέφευγε από την πυρκαγιά και να την παραδίδουν στις ομάδες βιασμού, ακόμη και αν ήταν μικρά ανήλικα κορίτσια.




Εικόνα 3: Η σημαία της Ρουάντα πριν και μετά την γενοκτονία. Αλλαξε το 2001 καθότι η αρχική σημαία είχε συσχετιστεί έντονα με τα γεγονότα του 1994.

zzΚατάπαυση πυρός και θηριωδιών: Για ακόμη μία φορά μέσα σε αυτή τη κατάσταση ο ΟΗΕ υπήρξε κατώτερος των προσδοκιών. Παρόλη την κατάσταση δεν επιχειρήθηκε οργανωμένη στρατιωτική επέμβαση για τον αναχαιτισμό των Χούτου εξτρεμιστών. H μοναδική ελπίδα αντίστασης ήταν το FPR το οποίο βαριά τροφοδοτημένο με οπλισμό προερχόμενο κυρίως από Γαλλικές πηγές αλλά και από το γειτονικό Ζαΐρ σταδιακά καταλάμβανε περιοχές της Ρουάντα εξαλείφοντας τους πυρήνες των Χούτου και θέτοντας υπό κράτηση τους υποκινητές της γενοκτονίας. Ο Πωλ Καγκάμε τελικά κατέλαβε την πρωτεύουσα της χώρας, Κιγκάλι, στις 4 Ιουλίου 1994. Οι τελευταίες περιοχές με πυρήνες εξτρεμιστών Χούτου στα βορειοδυτικά της χώρας ανακαταλήφθηκαν στις 18 Ιουλίου του ίδιου έτους και η γενοκτονία τελείωσε και επισήμως, όχι όμως προτού δυστυχώς αφήσει μία τεράστια εκατόμβη νεκρών, των οποίων ο τελικός αριθμός ακόμη και σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Οι πηγές ποικίλουν με τις εκτιμήσεις να υπολογίζουν μεταξύ 500.000 και 1.000.000 νεκρών σε μια χώρα που εκείνη την εποχή μετρούσε πληθυσμό 8 εκατομμυρίων. Το σύνολο των γυναικών που επιβίωσαν οι οποίες όπως αναφέρθηκε, υπήρξαν ο βασικός στόχος της γενοκτονίας, πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στα κατοπινά χρόνια. Χιλιάδες γυναίκες και κορίτσια μετά την κατάπαυση του πυρός βρέθηκαν θετικές για τον ιό HIV. Παιδιά τα οποία υπήρξαν αποτέλεσμα των ομαδικών βιασμών, γεννήθηκαν θετικά στον ιό HIV, σε μια εποχή μάλιστα που η ασθένεια ακόμη δεν είχε αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση, με αποτέλεσμα ο μακροπρόθεσμος αριθμός των νεκρών να αυξηθεί δραματικά στα χρόνια που ακολούθησαν την γενοκτονία. Ο Πωλ Καγκάμε ανέλαβε την διοίκηση της χώρας και

συνεχίζει να παραμένει πρόεδρος της Ρουάντα μέχρι και σήμερα έχοντας κερδίσει όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις τα τελευταία 26 χρόνια, με αποκορύφωμα τις εκλογές του 2017 όπου εξελέγη με 99% της λαικής εντολής (αρκετή κριτική ωστόσο έχει ασκηθεί στις τελευταίες εκλογές όπου οι καταγγελίες για νοθεία υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες). Οι συλληφθέντες υπεύθυνοι και υποκινητές της γενοκτονίας καταδικάστηκαν, όμως καμμία καταδίκη δεν πρόκειται να αποτελέσει αποζημίωση για όλες αυτές τις γυναίκες και κορίτσια που βίωσαν την φρικαλεότητα αυτής της ουσιαστικά εμφύλιας γενοκτονίας. Οι μνήμες παραμένουν ακόμα και σήμερα νωπές δεδομένου του χρονικά πρόσφατου αυτού συμβάντος στην νεώτερη παγκόσμια ιστορία. Ας μείνει για πάντα νου μας ένα πράγμα. Όσα θεωρούμε αυτονόητα ακόμα και στην σήμερον ημέρα δεν αποτελούν απαράβατο κανόνα. Ας αποτελέσει για όλη την ανθρωπότητα αυτή η γενοκτονία και κάθε γενοκτονία, παράδειγμα προς αποφυγή ώστε το παρελθόν αυτό ποτέ να μη μας βρει και σήμερα.