Home Απόψεις 50 χρόνια από την κρίση του Οκτώβρη στον Καναδά

50 χρόνια από την κρίση του Οκτώβρη στον Καναδά

177

γράφει ο Πλάτων Ρούτης      proutis0107@rogers.com

Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που η κυβέρνηση του Καναδά ενεργοποίησε τον στρατιωτικό νόμο (war act) και κατέβασε τον στρατό στους δρόμους.  Ο  πρωθυπουργός Pierre Trudeau με βάση αυτόν τον νόμο έστειλε χιλιάδες στρατό και αστυνομία για να καταλάβουν το Κεμπέκ, ανέστειλε τα αστικά και δημοκρατικά δικαιώματα του λαού σε ολόκληρο τον Καναδά και έκανε η αστυνομία σωρηδόν συλλήψεις. O Οκτώβρης σηματοδοτεί 50 χρόνια από εκείνη την κρίση του 1970.  Ο πραγματικός σκοπός της κυβέρνησης για αυτήν την άνευ προηγουμένου πράξη κατά τη διάρκεια της ειρήνης ήταν να καταστείλει τον αγώνα για αυτοδιάθεση στο Κεμπέκ και να απειλήσει την εργατική τάξη και τις δημοκρατικές δυνάμεις του Κεμπέκ και ολόκληρου του Καναδά. Η δικαιολογία της κυβέρνησης ήταν ότι υπήρχε «μια έκρυθμη κατάσταση που θα προκαλούσε εξέγερση» στο Κεμπέκ.

Αλλά δεν υπήρξε εξέγερση στο Κεμπέκ, μόνο οι εγκληματικές ενέργειες μιας μικρής σεχταριστικής ομάδας που ονομάζονταν FLQ με λιγότερα από 30 άτομα που υποστήριζε τον χωρισμό του Κεμπέκ από τον υπόλοιπο Καναδά.  Μία ομάδα από ρομαντικούς επαναστάτες που έβλεπαν και προσπαθούσαν να μιμηθούν γνήσιες επαναστάσεις της εποχής εκείνης αλλά δεν είχαν το ιδεολογικό υπόβαθρο ούτε ταξικές αναφορές. Οι περισσότεροι ήταν διανοούμενοι που δεν είχαν καμία σχέση με τον εργατόκοσμο, την εργατική τάξη.  Οι  «τρομοκρατικές» αυτές  πράξεις των αυτοαποκαλούμενων «επαναστατών» οι  οποίες είχαν κλιμακωθεί σε βομβιστικές επιθέσεις κατά τη δεκαετία του 1960 κατέληξαν να απαγάγουν τον Βρετανό Εμπορικό ακόλουθο James Cross και τον Υπουργό Απασχόλησης Pierre Laporte το 1970. Η κυβέρνηση βρισκόταν στη μέση των διαπραγματεύσεων με το FLQ και οι προϋποθέσεις ήταν καλές για μία ομαλή εξέλιξη και  αποκλιμάκωση της γενικής κατάστασης. Όμως ο πρωθυπουργός Trudeau εφάρμοσε τον νόμο (War Act) και κήρυξε τα μέτρα πολέμου. Ο Βρετανός εμπορικός ακόλουθος Pierre Laporte δολοφονήθηκε μια μέρα αργότερα.

Η κοινή γνώμη σε ολόκληρο τον Καναδά έδειξε ότι το 85% των ερωτηθέντων τόσο στον αγγλόφωνο Καναδά όσο και στο Κεμπέκ συγκλονίσθηκαν και ήταν αντίθετοι με την δολοφονία. Ο δήμαρχος της πόλης του Μόντρεαλ, Jean Drapeau, «βγήκε στα μανταλάκια» και δήλωσε ότι στο Κεμπέκ  ετοιμαζόταν μια «δικτατορία» από την οργάνωση FLQ και αυτή η δήλωσή του ήταν εντελώς αβάσιμη.

Από τον λαό δεν υπήρχε καμία υποστήριξη για τις τρομοκρατικές ενέργειες του FLQ και σε κανένα μέλος της σεχταριστικής ομάδας από αυτούς που συνελήφθησαν στο Κεμπέκ δεν υπήρχε κάποια συμπάθεια. Γενικά  η πλειοψηφία τους ήταν άγνωστη στον πληθυσμό.  Όπως το έθεσε στην βουλή ο αρχηγός του NDP Tommy Douglas εκείνη την στιγμή, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε «μία βαριοπούλα για να σπάσει ένα φιστίκι».

Ο Νόμος για τα Πολεμικά Μέτρα (War Act)  δεν ενεργοποιήθηκε για να αντιμετωπίσει το FLQ αλλά ενεργοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει το αυξανόμενο κίνημα για την ισότητα του Γαλλόφωνου πληθυσμού του Κεμπέκ με τις άλλες Αγγλόφωνες επαρχίες του Καναδά. Είχε καθαρά ταξικό χαρακτήρα για την φιλελεύθερη κυβέρνηση του Τρουντό. Σκοπός του νόμου ήταν να τρομοκρατήσει τον αγώνα των συνδικάτων για διεκδικήσεις και για τις εξαλείψεις των διακρίσεων μεταξύ των δύο εθνικοτήτων στον Καναδά, για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την ισότητα.

Την περίοδο εκείνη το εργατικό κίνημα στο Κεμπέκ αλλά και σε ολόκληρο τον Καναδά μεγάλωνε. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις κυρίως Αμερικάνικες είχαν αρχίσει η είχαν στα σχέδια τους τις συγχωνέψεις και αγοροπωλησίες άλλων εταιρειών με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο ρόλος τους παγκόσμια. Για αυτούς ένα δυνατό ταξικό εργατικό κίνημα ήταν εμπόδιο στα σχέδια τους.  

Υπήρχε μεγάλη καταπίεση στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Καναδά με την παραβίαση συμφωνιών των δικαιωμάτων τους από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά και  από τις πολυεθνικές του κεφαλαίου που εποφθαλμιούσαν περιοχές από την γη που ανήκε στους αυτόχθονες πληθυσμούς. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί του Καναδά βρίσκονταν σε αναβρασμό.

Μπροστά σε αυτά τα εθνικά θέματα η αστική τάξη του Καναδά με την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων χρησιμοποιήσαν την πυγμή του νόμου για να μπορέσουν να τρομοκρατήσουν  και στη συνέχεια να ελέγχουν τον πληθυσμό και την ταξική πάλη του.    

Αντί η κυβέρνηση να ασχοληθεί με το Εθνικό ζήτημα στο Κεμπέκ με τον Γαλλόφωνο πληθυσμό, επέλεξε την αντιπαράθεση και την καταστολή. Στο Κεμπέκ, 497 άτομα συνελήφθησαν αυθαίρετα χωρίς κατηγορία και κρατήθηκαν χωρίς επικοινωνία για μέρες ή εβδομάδες και όλα τα δικαιώματά τους καταργήθηκαν. Μόνο 2 από αυτά τα άτομα βρέθηκαν τελικά να είναι μέλη του FLQ.  Στις περιπτώσεις που η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί τέτοιους κατασταλτικούς νόμους ο στόχος τους είναι ο εκφοβισμός αλλά και η σύλληψη ομάδων η ατόμων που για αυτούς θεωρούνται επικίνδυνοι.    Στην πλειοψηφία αυτών που συνελήφθησαν ήταν συνδικαλιστές, πολιτικοί ακτιβιστές, προσωπικότητες του Κεμπέκ και προσωπικότητες της τέχνης και της διανόησης, κομμουνιστές και άλλοι αριστεροί. Η αστυνομία χρησιμοποίησε τη λίστα με μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, που συνέταξε η κρατική ασφάλεια (RCMP) κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για να στοχεύσει στη σύλληψη και την κράτηση πολλών από την λίστα.

Με την εφαρμογή αυτού του νόμου σε ολόκληρο τον Καναδά, τα πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα καταργήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ελεύθερης έκφρασης και συνάθροισης, ενώ η κυβέρνηση ανέλαβε δικτατορικές εξουσίες. Οι σαρωτικοί κατασταλτικοί νόμοι θεσπίστηκαν από κυβερνητικές εντολές που επέτρεπε ο νόμος (war act) περί μέτρων για τον πόλεμο. Η κυβέρνηση είχε ως στόχο να συντρίψει τo κίνημα, να σιγήσει τη διαφωνία, και να  δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα πανικού και φόβου σε ολόκληρη τη χώρα. Οι απόλυτες εξουσίες της αστυνομίας και του στρατού χρησιμοποιήθηκαν για τη διευθέτηση λογαριασμών με πολιτικούς αντιπάλους και επικριτές. Κάτι παρόμοιο είχαμε και στην Ελλάδα τον Απρίλη του 1967 με το χουντικό πραξικόπημα που είχε βασικά τους ίδιους περίπου στόχους με την αστική τάξη του Καναδά. Όταν η αστική τάξη αισθάνεται ότι απειλείται η εξουσία της, τότε χρησιμοποιεί τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τον στρατό για να καταπνίξει μία δυναμική αντιπαράθεση με την οργανωμένη εργατική τάξη και τους συμμάχους της. 

Οι μεγάλες ταξικές διαφορές και οι ανισότητες ήταν ξεκάθαρες ανάμεσα στον Γαλλόφωνο και Αγγλόφωνο πληθυσμό. Αυτό περιελάβανε το αυξανόμενο κίνημα για εθνική κυριαρχία και ισότητα στο Κεμπέκ. Το 1960, οι μισθοί στο Κεμπέκ ήταν 34% χαμηλότεροι από ό, τι στο Οντάριο, ενώ μέχρι το 1970 η ανεργία στο Κεμπέκ είχε αυξηθεί σε 200.000 άτομα το 41% ​​των ανέργων σε ολόκληρη τη χώρα. Οι εργοδότες απαιτούσαν από τους εργαζομένους να μιλούν αγγλικά και αγγλόφωνοι κατέλαβαν όλες τις ανώτερες θέσεις στους χώρους εργασίας. Η φτώχεια σε γειτονιές της εργατικής τάξης ήταν ευρέως διαδεδομένη, μαζί με τις φτωχές κοινωνικές συνθήκες για την πλειονότητα των εργαζομένων. Οι νέοι δεν είχαν μέλλον. Η αποξένωση ήταν ευρέως διαδεδομένη. Αυτές ήταν οι καλά τεκμηριωμένες πραγματικότητες που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν ένα  δυνατό κίνημα και τον αγώνα για εθνική και κοινωνική ισότητα στο Κεμπέκ.

Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν η κρατική τρομοκρατία. Τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από την ομοσπονδιακή αστυνομία (RCMP) περιγράφονται στην καταθλιπτική έκθεση της Επιτροπής McDonald, η οποία απαρίθμησε πολλές από τις παράνομες πράξεις που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συμπεριλαμβανομένης της «Επιχείρησης Checkmate» που περιλάβανε εμπρησμούς από μέρους της έφιππης RCMP,  διαρρήξεις γραφείων, τηλεφωνικές υποκλοπές, πλαστογραφίες, ανοίγματα επιστολών, εισβολή στην ιδιωτική ζωή των πολιτών και η πλαστογραφία μίας διακήρυξης ενός ψεύτικου «Δελτίου τύπου του FLQ». Στόχοι της ομοσπονδιακής αστυνομίας (RCMP) όλων των παράνομων πράξεων ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα, τα συνδικάτα, οι αγροτικές οργανώσεις, οι αυτόχθονες λαοί, το NDP, το PQ και πολλά άλλα. Η έκθεση αυτή που αποκάλυψε τις ενέργειες της αστυνομίας ήταν τόσο καταδικαστική που αποφασίστηκε ευρέως η σύστασή της για κατάργηση της αστυνομίας RCMP από τις λειτουργίες ασφαλείας. Στο Κεμπέκ, η έρευνα του Keable αποκάλυψε παρόμοιες παράνομες πράξεις από την αστυνομία, το RCMP και το στρατό.

Στο κοινοβούλιο και προς τιμή τους, δεκαέξι από τα είκοσι μέλη του NDP ψήφισαν κατά της επιβολής του νόμου για τα μέτρα πολέμου και ο αρχηγός του NDP Tommy Douglas καταγγέλλει το νομοσχέδιο που χρησιμοποίησε σαν αιτία η κυβέρνηση για αυτήν την καταστολή στα μέσα ενημέρωσης και στο κοινοβούλιο. Τέσσερις βουλευτές των Συντηρητικών Tories καταψήφισαν επίσης.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα απάντησε αμέσως με μια δήλωση που αντιτίθεται στον Νόμο για τα Πολεμικά Μέτρα που πήρε η κυβέρνηση και μια διαδήλωση που διαμαρτύρεται για το (War Act) στο Κοινοβούλιο στις 17 Οκτωβρίου, παρά το γεγονός ότι οι συναθροίσεις και οι διαδηλώσεις είχαν κηρυχθεί παράνομες και στρατεύματα είχαν παραταχθεί στους δρόμους στην Οτάβα και στο Μόντρεαλ. Στο Μόντρεαλ σύμφωνα με τον στρατιωτικό νόμο, αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις, ανακρίσεις και έρευνες ήταν σε εξέλιξη σε γειτονιές εργατικής τάξης του Γαλλόφωνου πληθυσμού, το Κομμουνιστικό Κόμμα του Κεμπέκ κινητοποίησε επίσης τα μέλη και τους υποστηρικτές του για να διαμαρτυρηθούν στην Οτάβα, καταδικάζοντας την επιβολή στρατιωτικού νόμου στο Κεμπέκ και τον Καναδά.

Σε ολόκληρη τη χώρα, οι Κομμουνιστές διανέμουν φυλλάδια και μιλούσαν – σε συνδικάτα και μαζικές οργανώσεις, σε επιστολές προς τον συντάκτη και ψηφίσματα – κατά του Νόμου για τα Πολεμικά Μέτρα και τις δρακόντειες δυνάμεις και την σαρωτική καταστολή που είχε δώσει η κυβέρνηση για να αναστείλει τα πολιτικά, δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα όλων των πολιτών και να επιβάλουν στρατιωτικό νόμο στο Κεμπέκ.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριξε ότι το FLQ και η μικρή ομάδα οπαδών του ήταν συνέπεια της συνεχούς άρνησης της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την εθνική, κοινωνική και οικονομική ανισότητα του Κεμπέκ και να αρνηθεί να αναγνωρίσει το Κεμπέκ ως έθνος στον Καναδά, με δικαίωμα εθνικής αυτό-διάθεσης που του δίνει το σύνταγμα της χώρας έως και το δικαίωμα απόσχισης.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρότεινε μια νέα, ισότιμη και εθελοντική σύμπραξη εθνών στον Καναδά ως τη μόνη δημοκρατική λύση στο εθνικό ζήτημα, με τα εθνικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην απόσχιση που να ενσωματώνεται σε ένα νέο Σύνταγμα. Κάθε έθνος θα έχει κυριαρχία και το δικαίωμα να παραμείνει ή να αφήσει μια νέα ισότιμη και εθελοντική συνομοσπονδία εθνών στον Καναδά. Αυτό θα περιλαμβάνει τους αυτόχθονες πληθυσμούς, το Κεμπέκ και τον αγγλόφωνο Καναδά. Η νέα συνομοσπονδία θα έχει ίση εκπροσώπηση σε μια Βουλή Εθνικοτήτων όπου θα πρέπει επίσης να ψηφιστεί νομοθεσία, όπως και στη Βουλή των Κοινοτήτων, για να γίνει νόμος. Η Βουλή των Εθνικοτήτων θα αντικαταστήσει την παλιά και διορισμένη Γερουσία.

Δυστυχώς ακόμη και σήμερα ο ρατσισμός, η μισογυνία και η ξενοφοβία αναπτύσσονται και πάλι στον Καναδά, τροφοδοτούνται από αντιδράσεις και αυταρχικά κινήματα στον Καναδά και στο εξωτερικό. Η ρητορική μίσους και οι εγκληματικές ενέργειες των ομάδων μίσους διώκονται σπάνια, ενώ οι αστυνομικές και στρατιωτικές οργανώσεις είναι συχνά υποστηριχτές και χρηματοδότες τέτοιων ακροδεξιών ομάδων.